×
Επεξεργασία Προφίλ Επεξεργασία Avatar Επεξεργασία Υπογραφής Επεξεργασία Επιλογών E-mail και Κωδικός
×
Αποσύνδεση Οι Συνδρομές μου Το Προφίλ μου Τα Posts μου Τα Threads μου Λίστα Επαφών Αόρατος Χρήστης
Τι;
Πως;
Ταξινόμηση
Που;
Σε συγκεκριμένη κατηγορία;
Ποιος;
Αποτελέσματα Αναζήτησης
Συμπληρώστε τουλάχιστον το πεδίο Τι;

Το e-steki είναι μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές διαδικτυακές κοινότητες με 66,702 μέλη και 2,403,868 μηνύματα σε 74,705 θέματα. Αυτή τη στιγμή μαζί με εσάς απολαμβάνουν το e-steki άλλα 481 άτομα.

Καλώς ήρθατε στο e-steki!

Εγγραφή Βοήθεια

Μοιραζόμαστε ποιήματα

borat (Γιάννης.-)

Επιφανές Μέλος

Ο Γιάννης.- αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Είναι 34 ετών , επαγγέλεται Μαέστρος και μας γράφει απο Ερμιόνη (Αργολίδα). Έχει γράψει 4,524 μηνύματα.

O borat ΖΟΡΤ έγραψε: στις 12:58, 05-04-07:

#21
Ι.
  • Μέρες αργές, και πιο αργές του Οκτωβρίου
    αυτές οι μέρες που περνούν· επιβιώνω
    μετά τον έρωτα, την ποίηση, τον πόνο,
    με λίγες μόνο αμυχές προτέρου βίου. Κυλούν οι ώρες σ' ένα πέλαγος Κυρίου,
    χάρτινοι κόσμοι κυματίζουν, επανδρώνω
    παλιά απόρρητα γραμμένα σ' άλλο χρόνο,
    κάτι κρυφούς εορτασμούς εργαστηρίου,
    κι αύτανδρος μέσα μου βυθίζομαι. Πατέρα
    άλλον δεν είδα να με θέλει πο κοντά του
    απ' τον απρόσιτο προσήγορο αιθέρα·
    κι όλα που κράτησα πατρώα και μητρώα,
    όσα μιλούσαν κι όσα σώπασαν αθρόα,
    καίνε στον ύπνο μια παράσταση θανάτου.
ΙΙ.
  • Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις,
    μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν·
    βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν
    κλεισμένες πόρτες - περιμένουν επισκέψεις. Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία,
    φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο
    λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω
    ημερολόγια, αισθήματα, λοφία.
    Λέω, θ' ανοίξει σαν αυλαία τ' όνειρό μου,
    και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου,
    θ' αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει·
    κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου,
    αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου,
    με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει.
ΙΙΙ.
  • Κάποτε θα 'φτασα ψηλα στην ομορφιά·
    ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
    πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
    πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά. Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
    έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα 'πιανε τραγούδι,
    μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,
    κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.
    Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
    ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·
    ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,
    μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή,
    και το τραγούδι ανεπίδοτο θ' ανέβει
    μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.
ΙV.
  • Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,
    άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,
    άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει
    πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες. Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
    πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,
    με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,
    όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.
    Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
    στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,
    σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα·
    ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
    ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
    πριν κοιμηθεί σ' ένα παράπονο από φώτα.
V.
  • - Αλλοτε θα 'παιρνες αργόπλοα τα χρόνια
    όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι·
    θαμποί παράδεισοι θα 'φεγγαν απ' το τζάμι,
    όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια. Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου
    ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους
    του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους
    μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου.
    - Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω,
    ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες
    τις εμφανίζει ο ουρανός - και ποιόν θα πείσω·
    όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες,
    πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες,
    μαντεύω λίγο ουρανό για ν' αγαπήσω.
VΙ.
  • Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
    το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
    έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
    σαν από πλήκτρα τ' ουρανού ν' άκουσε τρίλιες, και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
    και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
    κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
    οι τελευταίες - σ' ένα βύθισμα - καντρίλιες.
    Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
    σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
    γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ
    που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι,
    είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
    τη δόξα όλη να 'χει φύγει και τη χάρη.
VΙΙ.
  • Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει
    κάτι που άρχισε - δεν ξέρω πόσα χρόνια·
    κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια
    θα 'ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ' αλλοιώνει. Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει
    θαμπές μορφές απ' το βιβλίο των νεκρών,
    αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών,
    μ' ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει.
    Να 'ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής,
    να 'ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη
    μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής;
    Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη,
    και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής
    με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι.
VΙΙΙ.
  • Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου
    ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας·
    σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας
    που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του. Γι' αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων
    μ' ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας,
    κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας
    άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων.
    Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου,
    κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει
    όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει,
    είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση
    πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου
    ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει.
ΙΧ.
  • Ξέρω πως θα 'ρθει και δεν θα' μαι όπως είμαι,
    να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου·
    μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου,
    εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι. Δεν θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει,
    δεν θα ρωτήσω αναιδώς, που το κεντρί σου;
    γονιός δεν θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου
    καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει.
    Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου,
    κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη,
    θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει
    όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου·
    δεν θα μαζεύει ουρανό για να με πλύνει,
    δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου.
Χ.
  • Πολλά τα θραύσματα κι ανεύρετα· οι πόνοι
    δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή·
    κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί,
    για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει. Και πριν τα λόγια της αγάπης γίνουν σκόνη,
    πως μεσιτεύουν οι σιωπές κι αυτομολείς
    στον ουρανό, που καθρεφτίζεται πολύς,
    και στον αιθέρα που παρήγορα νυχτώνει.
    Κοιτάς, κι αμίλητος ο έναστρος καθρέφτης,
    πέρα στη νύχτα, τόσο απέραντα παρών,
    σε υποδέχεται βαθαίνοντας, και πέφτεις,
    ο αφανής των κοσμημένων ημερών,
    με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας,
    εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παριάς.
ΧΙ.
  • Σου γράφω μέσ' από παράθυρα κλειστά,
    εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω·
    κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω
    αγάπης φάντασμα, τι κόσμο συνιστά; Σου γράφω ξέροντας, τα λόγια λιγοστά,
    κλεισμένα βλέφαρα, σβησμένα μάτια - έξω
    βραδιάζει δίχως αυτουργούς· σε τι να φταίξω,
    ένας σωρός θλιμμένη σάρκα και οστά;
    Μαντεύω πάνω μου το σχήμα τ' ουρανού,
    και στο δωμάτιο πλανάται κάποιος πόνος:
    είναι δικός μου, είναι μήπως αλλουνού;
    Πριν κοιμηθώ σε συλλαβίζω επιμόνως,
    Αγνή, Νάστια, Καρένινα, μαντάμ Αρνού.
    Ποτέ δεν έμαθα να ζω τελείως μόνος.
ΧΙΙ.
  • Επικρατούσε μια θλιμμένη ποικιλία,
    εκεί που έδυε το φως των ουρανών,
    κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν,
    ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία. Θα μας αρκούσε μια γιορτή στη Σικελία,
    ή μια παρέλαση εφίππων Ουκρανών·
    μ' όλο το άφωνο βάρος των αδρανών
    μελών μας πέφταμε νωρίς στην υπνηλία.
    Αχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
    να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
    να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.
    Να 'ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
    να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
    κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.
ΧΙΙΙ.
  • Οι αφανείς ημέρες, πρόθυμα ωραίες,
    πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες,
    που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες,
    κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες. Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες
    σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες·
    μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες,
    τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες.
    Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει,
    όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων,
    σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη
    που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει όλοι,
    πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων,
    βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι.
ΧΙV.
  • Κι ο ουρανός προς τι τον άρρωστο καιρό,
    στην τόση ένδεια του τώρα και του πέραν;
    Πήγαν στον άνεμο προσκυνητές και φέραν
    εικόνες κόσμου, κι ούτε μια σταλιά νερό. Κι αυτός ο κόπος της ζωής που καρτερώ,
    κι η τόση πρόγνωση εκείνων που δεν ξέραν;
    Όσα ποιούμε κατ' εικόνα ημετέραν
    και θα μιλούσαν, μια φορά κι έναν καιρό;
    Ο μέγας θόλος ένα βύθισμα θανάτου,
    ήλιοι, πλανήτες, νεφελώματα που σβήσαν,
    και γαλαξίες μακρινοί τα όνειρά του.
    Δεν λέω πέθανε, λέω αποκοιμήθη,
    μέσα στο έναστρο στερνό του παραμύθι,
    κι όλα τα πράγματα θα μείνουν όπως ήσαν.
ΧΙV.
  • Αυτό το δέντρο κι ο κρυφός κορυδαλλός του
    κάτι πρεσβεύουν, προ καιρού συμφωνημένο·
    μα εδώ που κάθομαι αιώνες, δεν προσμένω
    κανένα μύνημα φυγής ή κάποιου νόστου. Ξέρω, δεν είναι λειτουργοί μεγάλου αγνώστου,
    να προφητεύουν το κυρίως δεδομένο·
    θάλλουν ανάμεσα στο ίδιο και στο ξένο,
    εκεί που ο κόσμος επαφίεται στο φως του.
    Μα εδώ στο δέντρο που μου δίνει τη σκιά του,
    ο χρόνος όλος σαν παράδεισος απλώνει,
    σε μια παράξενη αναίρεση θανάτου·
    πέλαγος, ψίθυροι, πλαγιές, αγέρας, κλώνοι,
    επαληθεύουν, κι επιτέλους ανταμώνει
    ο προ αιώνων μελωδός τη δέσποινά του.
ΜΕΡΕΣ ΑΡΓΙΑΣ (1995)
Διονύσης Καψάλης (Αθήνα, 1952)


Το κομμάτι ΙΧ έχει μελοποιηθεί από τα ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ.
edited Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη borat : 05-04-07 στις 18:56.
5 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

DrStrangelove

Επιφανές Μέλος

Ο DrStrangelove αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Επαγγέλεται Μοντέλο . Έχει γράψει 4,005 μηνύματα.

O DrStrangelove έγραψε: στις 15:05, 08-04-07:

#22
Μεταμέλεια (Γιώργου Βιζυηνού)

Ανάθεμα την πρώτ' αρχή,
που μ' είπαν να πιστέψω,
πως δεν μου σώζετ' η ψυχή,
σαν δεν καλογερέψω!

Απ' την ζωής την Πασχαλιά
μ' έκαμαν να ξεπέσω·
ν' αφήσω μακριά μαλλιά
και ράσο να φορέσω.

Να ζω με το ξερό ψωμί,
με το νερό μονάχα·
για να παιδέψω το κορμί,
και για ν' αγιάσω τάχα!…

Καλόγεροι, σας προσκυνώ,
και σας φιλώ τα χέρια.
Και σας πετώ τον ουρανό
και τα χρυσά τ' αστέρια.

Πετώ τον σκούφο στο κελί,
το ράσο στο ντουλάπι·
τον νου μου – μόνο στο φιλί
και μόνο στην αγάπη.

Θωρώ πουλάκια στην αυλή,
που παίζουν ταίρι ταίρι,
και λέγω: νάμουνα πουλί!
Να ήμουν περιστέρι!

Θωρώ κοπέλες που περνούν
να παν στο περιβόλι
κι αυτού που κοντοπροσκυνούν–
με παίρνουν οι διαβόλοι
1 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Sunrise

Δραστήριο Μέλος

H Sunrise αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 278 μηνύματα.

H Sunrise έγραψε: στις 15:17, 08-04-07:

#23
ωραίο το τελευταίο !
0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

DrStrangelove

Επιφανές Μέλος

Ο DrStrangelove αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Επαγγέλεται Μοντέλο . Έχει γράψει 4,005 μηνύματα.

O DrStrangelove έγραψε: στις 15:45, 08-04-07:

#24
Nαι υπάρχουν τόσα ωραία σατυρικά ποιήματα που δεν ξέρει ο κόσμος. Σας δίνω κι ένα τελευταίο για σήμερα.

Γιώργου Μολφέτα

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ

Η γυναίκα μου σαν κούκλα με το νέο της φουστάνι
στον περίπατο σαν βγαίνει είδες νάζι που το κάνει ?
Προσκυνώ ! της λέει ο ένας, δούλος σας της λέει ο άλλος.
Και εγώ ωσάν μεγάλος της Ευρώπης διπλωμάτης
αντιχαιρετώ τους φίλους συμπεριπατών σιμά της.
''Γυναικούλα μου, ποιός είναι ο ξανθός με τα μουστάκια ?''
''Παίζαμε μαζί'' μου λέει, ''όταν είμαστε παιδάκια''.
''Αμ αυτός ο μαυρογένης ? ''
''Αυτός είναι ο κουμπάρος της Ελένης''.
''Και αυτός που περπατάει σαν μουλάρι που κλωτσάει ?''
''Μου τον είχανε συστήσει τις προάλλες σ'ένα τσάι''.
''Αμ αυτός που'χει βαμμένα τα μουστάκια και τα γένια ?''
''Ουφ ! λογαριασμούς γυρεύεις ? Δεν είναι δική σου έννοια.
Βγάνε σ'όλους το καπέλο και ποιοί είναι και τι θέλουν
να με ερωτάς δεν θέλω !''
Μωρέ κόσμο που γνωρίζει η γυναίκα μου αυτή !
Πώς δεν τσ' έρχεται η ιδέα να με βγάλει βουλευτη ?
2 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

truffinho (Αγγελος (όνομα και πράμα))

Δραστήριο Μέλος

Ο Αγγελος (όνομα και πράμα) αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Είναι 31 ετών και μας γράφει απο Γλυκά Νερά (Αττική). Έχει γράψει 350 μηνύματα.

O truffinho έγραψε: στις 16:07, 08-04-07:

#25
Πραγματικά εξαιρετικός ο Σουρής, αλλά εγώ είμαι μέγας φαν του Καββαδία. Το Μαραμπού είναι το αγαπημένο μου:

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί,
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπο ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε μέ πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος έμοιαζε αλπικό-
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της ʼβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς την γαλάζια έκταση κοιτούσε.

Κ 'εγώ που μόνο εταίρων εγνώριζα κορμιά,
κ' είχα μια άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και,σαν προφήτη,εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ' το λαιμό
κ' εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι,
κ' ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακα μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ'την καρδιά της ʼμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κ' ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!..Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ,τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα,τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ'άρπαξ'απότομα,γελώντας,το καπέλλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κ' εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή,μικρή,σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά,παράξενα,δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κ' έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκκαλά της.
βρωμούσε αψέντι.Εξύπνησα,ως λένε οι ποιητές,
.

Όταν την είδα και στο φως τ' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά...Μα έβγαλε μια φωνή,
κ' είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου...Μ' απόμεινα κ' εγώ
ένα σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνόντας το καπέλλο μου βγήκα σαν τον τρελλό,
σαν τον τρελλό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συγχωρέσει...

Το χέρι τρέμει...Ο πυρετός...Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κ' έτσι καθώς επίμονα κ' εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...
1 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

DrStrangelove

Επιφανές Μέλος

Ο DrStrangelove αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Επαγγέλεται Μοντέλο . Έχει γράψει 4,005 μηνύματα.

O DrStrangelove έγραψε: στις 16:17, 08-04-07:

#26
Πραγματικά καταπληκτικός κι ο Καββαδίας. Και τί υπέροχα τραγούδια έγιναν τα ποιήματά του.
"Θυμάσαι που ταξίδια ονειρευόμουνα κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα κι όλο η μητέρα μουʼλεγε: το Μάρτη;"
Πολύ θλιμμένα αλλά πολύ αληθινά από την ζωή των ναυτικών.
0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Γιώργος

Τιμώμενο Μέλος

Ο Γιώργος αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Μας γράφει απο Ελβετία (Ευρώπη). Έχει γράψει 8,982 μηνύματα.

O Γιώργος Je veux aller au bout de mes fantasmes έγραψε: στις 16:48, 08-04-07:

#27
Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ το ακόλουθο. Χωρίς να έχω ιδιαίτερη σχέση με την ποίηση, το συγκεκριμένο μου λέει πολλά και έχει στίχους με νόημα.


Ιθάκη - Κ. Π. Καφάβης

Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη,
νὰ εὔχεσαι νά ΄ναι μακρὺς ὁ δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν θυμωμένο Ποσειδῶνα μὴ φοβᾶσαι,
τέτοια στὸν δρόμο σου ποτέ σου δὲν θὰ βρεῖς,
ἂν μέν᾿ ἡ σκέψις σου ὑψηλή, ἂν ἐκλεκτὴ
συγκίνησις τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα σου ἀγγίζει.

Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν ἄγριο Ποσειδῶνα δὲν θὰ συναντήσεις,
ἂν δὲν τοὺς κουβανεῖς μὲς στὴν ψυχή σου,
ἂν ἡ ψυχή σου δὲν τοὺς στήνει ἐμπρός σου.

Νὰ εὔχεσαι νά ΄ναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πολλὰ τὰ καλοκαιρινὰ πρωινὰ νὰ εἶναι
ποῦ μὲ τί εὐχαρίστηση, μὲ τί χαρὰ
θὰ μπαίνεις σὲ λιμένας πρωτοειδωμένους.

Νὰ σταματήσεις σ᾿ ἐμπορεῖα Φοινικικά,
καὶ τὲς καλὲς πραγμάτειες ν᾿ ἀποκτήσεις,
σεντέφια καὶ κοράλλια, κεχριμπάρια κ᾿ ἔβενους,
καὶ ἡδονικὰ μυρωδικὰ κάθε λογῆς,
ὅσο μπορεῖς πιὸ ἄφθονα ἡδονικὰ μυρωδικά.

Σὲ πόλεις Αἰγυπτιακὲς πολλὲς νὰ πᾷς,
νὰ μάθεις καὶ νὰ μάθεις ἀπ᾿ τοὺς σπουδασμένους.
Πάντα στὸ νοῦ σου νά ΄χεις τὴν Ἰθάκη.
Τὸ φθάσιμον ἐκεῖ εἶν᾿ ὁ προορισμός σου.

Ἀλλὰ μὴ βιάζεις τὸ ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλὰ νὰ διαρκέσει.
Καὶ γέρος πιὰ ν᾿ ἀράξεις στὸ νησί,
πλούσιος μὲ ὅσα κέρδισες στὸν δρόμο,
μὴ προσδοκώντας πλούτη νὰ σὲ δώσει ἡ Ἰθάκη.

Ἡ Ἰθάκη σ᾿ ἔδωσε τ᾿ ὡραῖο ταξίδι.
Χωρὶς αὐτὴν δὲν θά ΄βγαινες στὸν δρόμο.
Ἄλλα δὲν ἔχει νὰ σὲ δώσει πιά.

Κι ἂν πτωχικὴ τὴν βρεῖς, ἡ Ἰθάκη δὲν σὲ γέλασε.
Ἔτσι σοφὸς ποὺ ἔγινες, μὲ τόση πεῖρα,
ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες οἱ Ἰθάκες τὶ σημαίνουν.
10 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Oralee (Κωνσταντίνα)

Τιμώμενο Μέλος

H Κωνσταντίνα αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Είναι 39 ετών και μας γράφει απο Γλυφάδα (Αττική). Έχει γράψει 5,254 μηνύματα.

H Oralee living, laughing and loving, έγραψε: στις 17:16, 08-04-07:

#28
Γιώργο.. συμφωνώ απόλυτα. Το αγαπημένο μου και μένα..
0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Corpse Bride

Επιφανές Μέλος

H Corpse Bride αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 3,010 μηνύματα.

H Corpse Bride έγραψε: στις 19:59, 08-04-07:

#29
Το λατρευω:

…τραλαλάμ… τραλαλάμ τι ώρα να ʼναι
όλη τη νύχτα χτύπαγα το κουδούνι σου
μα δεν ήσουνα πάνω.
Μη σε νοιάζει… όταν ο κόσμος περνούσε
έκανα πως ψάχνω την τσάντα μου. Ξέρω ʼγώ…
έτσι έκανα πάντα
Δεν ήτανε τίποτα σοβαρό δεν ήθελα να σε τρομάξω πάλι
ήθελα μονάχα να σου πω να πάμε να παίξουμε.
Από την άλλη μεριά δεν περνάν αυτοκίνητα
αλήθεια σου λέω
μονάχα καρότσια την πρωτομαγιά κι ακόμα
είναι Νοέμβρης
πάρε αν θες και τʼ άλλα παιδιά μην τους αφήσουμε γέρους
πίσω απʼ το ταχυδρομείο – σκύψε να σου πω –
είναι μια ξύλινη γέφυρα που ενώνει τʼ αστέρια
άμα με πάρεις καβάλα στους ώμους σου
θα κατεβάσω μερικά.
Αν έχεις δουλειά αυτό τον καιρό δεν πειράζει.
Πάμε μια άλλη φορά.
Μόνο μη βγεις, να κοιμηθείς νωρίς
να ξεκινήσουμε πρωί
πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πιο πριν, τότε που βγαίνουνε οι αθλητικές
εφημερίδες
Αν θες είναι καλύτερα – καλύτερο –
να κοιμηθούμε αγκαλιά
δε θα βήχω τη νύχτα
δε θα τραβάω τα σεντόνια
θα λουστώ
θα ʼμια φρόνιμη
ακούνητη
θα ʼμαι σαν πεθαμένη
μη με ξεχάσεις όμως το πρωί
γιατί έχω ακούσει πολλούς ανθρώπους έτσι
που το ʼκαναν για να μην ενοχλούν τους δίπλα
ή κι έτσι γιʼ αστείο
και δεν ξαναξυπνήσανε
κι ούτε που παίξανε
πoτέ.
1 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Corpse Bride

Επιφανές Μέλος

H Corpse Bride αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 3,010 μηνύματα.

H Corpse Bride έγραψε: στις 20:06, 08-04-07:

#30
Το αγαπημενο μου απο Καβαφη:

Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.


Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
6 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

borat (Γιάννης.-)

Επιφανές Μέλος

Ο Γιάννης.- αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Είναι 34 ετών , επαγγέλεται Μαέστρος και μας γράφει απο Ερμιόνη (Αργολίδα). Έχει γράψει 4,524 μηνύματα.

O borat ΖΟΡΤ έγραψε: στις 14:42, 09-04-07:

#31
GALA

Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.

Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει.
Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.

Από τα σπίτια που είναι σα βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ' ασημοδάχτυλά του.

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον άδη.

Οι μπάγκοι μας προσμένουν. Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ' ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή
στο μαύρο μας το δάκρυ

θα καθρεφτίσει τ' απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ' ακούμε

Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.



0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Wolfina (Χριστίνα)

Νεοφερμένος

H Χριστίνα αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Είναι 36 ετών . Έχει γράψει 23 μηνύματα.

H Wolfina έγραψε: στις 14:49, 09-04-07:

#32
Θέλω να χρησιμοποιήσω ένα απόσπασμα που με εκφράζει:

"...
Εκείνο που του ζητούσα με την εξαφάνισή μου ήταν εγκατάσταση. Κυριαρχείς πάνω στον άλλον, καταργώντας τον με μια φυγή. Τώρα τί γίνεται; Θα ξαναμετατρέψω τη συγκίνηση σε αίτημα; Αυτο θα κάνω, αφού με προκαλεί..."

Μαλβίνα Κάραλη, Πιο πολύ πιο πολλοί, 2000, εκδόσεις Αστάρτη
1 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

DrStrangelove

Επιφανές Μέλος

Ο DrStrangelove αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Επαγγέλεται Μοντέλο . Έχει γράψει 4,005 μηνύματα.

O DrStrangelove έγραψε: στις 12:06, 11-04-07:

#33
Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη,
να τους βλέπουμε που και που γιατί εκεί που
ζούμε ήσυχοι, βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -
ξεχασμένοι έστω - εκεί έρχεται το μαντάτο τους.
Οι καλοί ποιητές μας φεύγουνε μια μέρα,
όχι γιατί πεθαίνουνε από έμφραγμα ή καρκίνο,
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά
Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτώντας κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα και αόριστα,
οι περαστικοί και οι γείτονες
σταυροκοπιούνται
'Ετσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς,
γράφοντας λίγο, όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες την κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν
και να κρεμάνε κλαριά
σ'όλο το σώμα και τότε λάμπει
το σπίτι, λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή
κι αποτεφρώνονται.

Γιάννη Βαρβέρη
0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

truffinho (Αγγελος (όνομα και πράμα))

Δραστήριο Μέλος

Ο Αγγελος (όνομα και πράμα) αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Είναι 31 ετών και μας γράφει απο Γλυκά Νερά (Αττική). Έχει γράψει 350 μηνύματα.

O truffinho έγραψε: στις 22:00, 11-04-07:

#34
και απαντάω με το αγαπημένο μου του Ελύτη -μ' ακούς;

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ'ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ'ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ'ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ'ακούς
Είμ'εγώ,μ'ακούς
Σ'αγαπώ,μ'ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ'ακούς
Πού μ'αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ'ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ'τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά'ρθει μέρα,μ'ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ'ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν'ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ'ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ'ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ'ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ'ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ'ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ'ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ'ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ'ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν'ανθίσει αλλιώς,μ'ακούς
Σ'άλλη γή,σ'άλλο αστέρι,μ'ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ'ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ'άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ'ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ'ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ'ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ'ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει- ακούς;
ποιος γυρευει τον αλλο,ποιος φωναζει-
ακους;
Είμ'εγώ πού φωνάζω κι είμ'εγώ πού κλαίω,μ'ακούς
Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,μ'ακούς.
7 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

fairytale

Εκκολαπτόμενο Μέλος

H fairytale αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Είναι 37 ετών και επαγγέλεται Φιλόλογος . Έχει γράψει 130 μηνύματα.

H fairytale έγραψε: στις 08:55, 12-04-07:

#35
...Γεννήθηκα για να προφτάσω
να χαιρετίσω στην άκρη του δρόμου
τον ήλιο των ματιών σου.

Εάν δεν είχες έλθει, αγάπη,
τι θ' απαντούσα στο θεό
όταν μια νύχτα
κάτω από τους πυρσούς των άστρων
θα με ρωτούσε
πώς όργωσα το κόκκινο χώμα
πώς ξόδεψα
τους σπόρους των ανθών
που μου εμπιστεύτηκε;

Αφησέ με να κλάψω
στα γόνατά σου
μες στην ευεργεσία του χαδιού σου...

Από την Εαρινή Συμφωνία του Γ. Ρίτσου
3 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Oralee (Κωνσταντίνα)

Τιμώμενο Μέλος

H Κωνσταντίνα αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Είναι 39 ετών και μας γράφει απο Γλυφάδα (Αττική). Έχει γράψει 5,254 μηνύματα.

H Oralee living, laughing and loving, έγραψε: στις 11:20, 13-04-07:

#36
Άλλο κομμάτι από το ίδιο ποίημα..
ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σʼαγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στʼαχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σʼέχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τʼαστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά

Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σʼαγαπώ καί σʼαγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:


Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τʼουρανού με τʼάστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί νʼαγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απʼαλλού φερμένο
Δέν τʼαντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μʼακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στʼάπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.
Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>
7 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Chimera

Δραστήριο Μέλος

H Chimera αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 256 μηνύματα.

H Chimera In the deathcar έγραψε: στις 13:17, 16-04-07:

#37
Ένα από τα πολλά αγαπημένα μου του Καβάφη :

Τα τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κʼ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μʼ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Βέβαια καλό είναι να εξετάζουμε συνολικά το έργο ενός ποιητή ώστε να έχουμε μια καλή εποπτεία του έργου του .
5 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Wishful

Δραστήριο Μέλος

Ο Wishful αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Μας γράφει απο Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη). Έχει γράψει 342 μηνύματα.

O Wishful έγραψε: στις 18:45, 16-04-07:

#38
Αρχική Δημοσίευση από Evaki
Ένα από τα πολλά αγαπημένα μου του Καβάφη :

Τα τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κʼ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μʼ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Βέβαια καλό είναι να εξετάζουμε συνολικά το έργο ενός ποιητή ώστε να έχουμε μια καλή εποπτεία του έργου του .
Evaki , για να έχουμε μια συνολική εικόνα,μου χαρίζεις το Ποσειδωνιάται ?
Κι εγώ θα σου χαρίσω Σικελιανό .... Ευχαριστώ.
0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Chimera

Δραστήριο Μέλος

H Chimera αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 256 μηνύματα.

H Chimera In the deathcar έγραψε: στις 19:42, 16-04-07:

#39
Αρχική Δημοσίευση από Wishful
Evaki , για να έχουμε μια συνολική εικόνα,μου χαρίζεις το Ποσειδωνιάται ?
Κι εγώ θα σου χαρίσω Σικελιανό .... Ευχαριστώ.
Ποσειδωνιάται

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι
και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
και δακρύσαντες απέρχονται.
AΘΗΝAΙΟΣ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κʼ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείωνʼ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι — ω συμφορά! — απʼ τον Ελληνισμό.

0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση

Wishful

Δραστήριο Μέλος

Ο Wishful αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος Μας γράφει απο Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη). Έχει γράψει 342 μηνύματα.

O Wishful έγραψε: στις 22:04, 17-04-07:

#40
Αρχική Δημοσίευση από Evaki
Ποσειδωνιάται

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι
και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
και δακρύσαντες απέρχονται.
AΘΗΝAΙΟΣ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κʼ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείωνʼ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι — ω συμφορά! — απʼ τον Ελληνισμό.

Δε το ξεχνάω,στο έταξα,αλλά αργώ λίγο.Προς το παρόν,+++ &
0 Δεν μπορείτε να αξιολογήσετε αρνητικά το μήνυμα αυτόΔεν μπορείτε να αξιολογήσετε θετικά το μήνυμα αυτό
Παράθεση
Απάντηση στο θέμα

Χρήστες

Μοιραστείτε το

...με ένα φίλο

...με πολλούς φίλους