Μοιραζόμαστε ποιήματα

Wrong

Well-known member

Η αβάπτιστη αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 439 μηνύματα.
Τελευταῖος Σταθμός (Γ. Σεφέρης)


Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς μας νὰ χα-
ράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ
Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς σελήνης.

Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας εἱρμὸς τῆς σκέψης, ἕνας τρόπος
ν᾿ ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ πράγματα ποὺ ὁμολογεῖς
δύσκολα, σὲ ὧρες ὅπου δὲ βαστᾶς, σὲ φίλο
ποὺ ξέφυγε κρυφὰ καὶ φέρνει
μαντάτα ἀπὸ τὸ σπίτι κι ἀπὸ τοὺς συντρόφους,
καὶ βιάζεσαι ν᾿ ἀνοίξεις τὴ καρδιά σου
μὴ σὲ προλάβει ἡ ξενιτιὰ καὶ τὸν ἀλλάξει.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν Ἀραπιά, τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη
τὴ Συρία
τὸ κρατίδιο
τῆς Κομμαγηνῆς πού ῾σβησε σὰν τὸ μικρὸ λυχνάρι
πολλὲς φορὲς γυρίζει στὸ μυαλό μας,
καὶ πολιτεῖες μεγάλες ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια
κι ἔπειτα ἀπόμειναν τόπος βοσκῆς γιὰ τὶς γκαμοῦζες
χωράφια γιὰ ζαχαροκάλαμα καὶ καλαμπόκια.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο τῆς ἔρημος ἀπ᾿ τὶς Θάλασσες τοῦ
Πρωτέα,
ψυχὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους, ἄλλοι ρητο-
ρεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.

Πάλι τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, θὰ μοῦ πεῖς, φίλε.
Ὅμως τὴ σκέψη τοῦ πρόσφυγα τὴ σκέψη τοῦ αἰχμάλωτου
τὴ σκέψη
τοῦ ἀνθρώπου σὰν κατάντησε κι αὐτὸς πραμάτεια
δοκίμασε νὰ τὴν ἀλλάξεις, δὲν μπορεῖς.
Ἴσως καὶ νἄ ῾θελε νὰ μείνει βασιλιὰς ἀνθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις ποὺ κανεὶς δὲν ἀγοράζει,
νὰ σεργιανᾶ μέσα σὲ κάμπους ἀγαπάνθων
ν᾿ ἀκούει τὰ τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ μπαμποῦ,
καθὼς χορεύουν οἱ αὐλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν πελεκοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖνε σὰν
τὸ πεῦκο, καὶ τὸν βλέπεις
εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει καθὼς τὸ δεί-
χνουν οἱ στατιστικές,
ἐτοῦτα ρίζωσαν μὲς στὸ μυαλὸ καὶ δὲν ἀλλάζουν
ἐτοῦτα φύτεψαν εἰκόνες ἴδιες με τὰ δέντρα ἐκεῖνα
ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεῦγες καὶ λεῦγες-
ἕνα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τὸ μυαλό μας.
Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
εἶναι γιατὶ τ᾿ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
δὲν κουβεντιάζεται γιατὶ εἶναι ζωντανὴ
γιατὶ εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
μνησιπήμων πόνος.

Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες: ὁ Μιχάλης
ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν πόνο μας- «Στὰ σκοτεινὰ
πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε...»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσουν.

Cava dei Tirreni, 5 Ὀκτωβρίου ῾44

Κίχλη Β': Ο Ηδονικός Ελπήνωρ (Γ. Σεφέρης)

Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα
κoιτῶ ἀπὸ τὸ παράθυρό μου θἄ᾿ταν
ἑφτὰ περίπου μιὰ γυναίκα ἦταν μαζί του.
Εἶχε τὸ φέρσιμο τοῦ Ἐλπήνορα, λίγο πρὶν πέσει
νὰ τσακιστεῖ, κι ὅμως δὲν ἦταν μεθυσμένος.
Μιλοῦσε πολὺ γρήγορα, κι ἐκείνη
κοίταζε ἀφηρημένη πρὸς τοὺς φωνογράφους-
τὸν ἔκοβε καμιὰ φορὰ νὰ πεῖ μία φράση
κι ἔπειτα κοίταζε μ᾿ ἀνυπομονησία
ἐκεῖ ποὺ τηγανίζουν ψάρια- σὰν τὴ γάτα.
Αὐτὸς ψιθύριζε μ᾿ ἕνα ἀποτσίγαρο σβηστὸ στὰ χείλια:
- Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι
τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι
ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς — τ᾿ ἀγάλματα-
κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη,
ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ.
- Εἶναι τὸ φῶς... ἴσκιοι τῆς νύχτας...
- Ἴσως ἡ νύχτα ποὺ ἄνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινὸς κόρφος, καὶ σὲ γέμισε ἄστρα
κόβοντας τὸν καιρό.
Κι ὅμως τ᾿ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλη μὰ στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος-
λυγίζουν γίνουνται ἀλαφριὰ μ᾿ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος.
Δὲν τὸ ξεχνᾶς.
- Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
-Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
κι ὅμως τὴν ξέρεις.
Ὅπως ὅταν
στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις
γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι,
καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι,
τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου-
φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει
σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν
τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν
εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν μία φορὰ-
τὴν ἡδονή τους.
Ὅπως ὅταν
γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις
παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ
καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες
σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν
καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας
μιᾶς νέας μορφῆς.
Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια
δὲν εἶναι ἐκεῖνα- ἐσὺ ῾σαι τὸ ρημάδι-
σὲ κυνηγοῦν μὲ μία παράξενη παρθενιὰ
στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις
τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου-
μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν
ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου,
κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί...
-Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
Καληνύχτα.
-... γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ ... καλή-
νύχτα.
Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε
τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο
κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι
ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου:
 

Lady M

Well-known member

Η Lady M αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 198 μηνύματα.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, τόμ.1, Ίκαρος



(Πόσο επίκαιρο και φιλοσοφημένο...)
 

GiorgosAsi

Active member

Ο GiorgosAsi αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Έχει γράψει 646 μηνύματα.
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλων,
συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες∙ δε θα τολμούσα να πω φιλήματα∙
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών∙
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη∙
σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει
την Καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.
Που είν’ η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης∙
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.
Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους –ποιος θα το ‘λεγε;– η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου∙ την άγγιξα μου μίλησε:
«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.
«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».
Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα∙
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία – ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν
πλάσμα ατόφιο∙
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.
Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης∙
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι, αηδόνι,
τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών∙
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος άλλος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
 

Μάρκος Βασίλης

Well-known member

Ο Βασίλης αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Είναι 24 ετών, επαγγέλεται Μαθηματικός και μας γράφει απο Καισαριανή (Αττική). Έχει γράψει 1,628 μηνύματα.
Το μπαλόνι (πεζό ποίημα, αγνώστου)


Κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλόνι. Ήταν ένα μπαλόνι σαν όλα τ' άλλα. Το μόνο που το έκανε να είναι λίγο διαφορετικό ήταν ότι βρισκόταν στο χέρι του. Αλλά, και το χέρι μήπως δεν ήταν σαν όλα τ' άλλα; Μήπως κι αυτός δεν ήταν σαν όλους τους άλλους; Ήταν ένας ακόμα. Αυτό μόνο· ένας ακόμα.

Κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλόνι. Αλλά, δεν ήξερε γιατί και, πολύ περισσότερο, δεν ήξερε πώς. Πώς βρέθηκε στα χέρια του αυτό το μπαλόνι, πώς τυλίχτηκε το σχοινί του γύρω από το χέρι του, πώς, ακόμα - ακόμα, έβρισκε τη δύναμη να κρατήσει στο χέρι του αυτό το μπαλόνι. Ένιωθε ότι κατέβαλλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να το κρατήσει στο χέρι του. Δεν ήταν δυνατό να κρατάει αυτό το μπαλόνι για πολύ ακόμα στο χέρι του. Έπρεπε απλά να το αποφασίσει.

Κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλόνι. Κοίταξε γύρω. Οι άλλοι, έδειχναν άνετοι με το μπαλόνι τους. Απλά κρεμούσαν το χέρι τους κάτω και το μπαλόνι τούς ακολουθούσε, απλά και ήσυχα. Κοίταξε, έπειτα, και το δικό του μπαλόνι. Αυθαδίαζε και ταρακουνιόταν, σα να είχε σπασμούς, σα να μην ήθελε να ακολουθήσει τον αφέντη του. Αλλά δε γίνεται ένα μπαλόνι να αυθαδιάζει. Ένα μπαλόνι έχει έναν και μόνο κύριο· το χέρι που το κρατά. Και, το χέρι αυτό, με τη σειρά του, έχει έναν και μόνο κύριο· τον ίδιο. Έτσι σκέφτηκε. Αλλά το μπαλόνι δεν τον άκουσε. Το μπαλόνι αγνόησε αυτή τη σκέψη.

Κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλόνι. Για πόσο όμως; Τίποτα δεν μπορούσε να του το απαντήσει αυτό. Ίσως δεν είχε και νόημα, πια να αναζητά απάντηση. Άλλωστε, κάπως είχε ελαφρύνει τώρα. Ήταν πια, υποφερτό. Αλλά ακόμα απειθούσε. Έκανε να κουνήσει λίγο το χέρι του να ξεμουδιάσει και, τότε, το μπαλόνι βάρυνε. Βάρυνε ίσα με χίλιες φορές και, για μια στιγμή, ένιωσε ότι του τσάκιζε το χέρι. Πήγε να φωνάξει από τον πόνο. Αλλά δεν έφτασε. Τόσος κόσμος γύρω του ήταν άνετος· αυτός δεν είχε λόγο να φωνάζει. Ένα μπαλόνι ήταν. Έπρεπε απλά να το αποφασίσει.

Κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλόνι. Όλη αυτήν την ώρα, ασχολιόταν μόνο με το μπαλόνι. Αλλά δεν ήξερε τίποτε άλλο. Πού βρισκόταν και πού πήγαινε, ποιοι ήταν αυτοί γύρω του; Αλλά, δεν τον απασχολούσε και τόσο πολύ. Δεν ήταν αυτοί το εμπόδιό του. Αυτό το καταραμένο μπαλόνι ήταν εκεί, από πάνω του, και επόπτευε κάθε του κίνηση. Αυτό ήταν που τον εμπόδιζε. Αυτό ήταν που τον βάραινε.

Κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλόνι. Μέχρι που, ξαφνικά, αυτό μπλέχτηκε στα κλαδιά ενός δένδρου. Ένιωσε ένα δυνατό τράβηγμα στο χέρι του προς τα πάνω και έστρεψε αμέσως το βλέμμα του κατά 'κει. Είδε το μπαλόνι να τον ικετεύει να το κατεβάσει. Αλλά δεν ήθελε. Δεν του άξιζε, άλλωστε. Τι έκανε αυτό το μπαλόνι για εκείνον, πέρα από το να τον βαραίνει. Το κοίταξε με προσοχή και του έγνεψε, αποχαιρετώντας το. Έκανε ένα βήμα. Έκανε κι άλλο ένα βήμα. Αλλά το χέρι του ήταν το ίδιο βαρύ. Κοίταξε πάλι πίσω του. Ήταν εκεί. Κάπως είχε ξεμπλεχτεί.

Κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλόνι. Μέχρι που, απλά, το άφησε να φύγει.
 

Ραφαέλα33847

Well-known member

Η Ραφαέλα33847 αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Επαγγέλεται Καθηγητής/τρια . Έχει γράψει 1,909 μηνύματα.
ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ

ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΟΝΕΤΟ


Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.

Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,
παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια
.

(Μετάφραση Ηλίας Ματθαίου)
 

Lady M

Well-known member

Η Lady M αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 198 μηνύματα.
Εκείνοι που μας παίδεψαν ~ Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιo πολύ,
όμως η δική σου τρυφερότητα πόσο καιρό ακόμα θα βαστάξει;
Ό,τι μας γλύκανε, το ξέπλυνε ο χρόνος κι η συναλλαγή,
εκείνοι που μας χαμογέλασαν βουλιάξαν σε βαθιά πηγάδια
και μείναν μόνο κείνοι που μας πλήγωσαν,
εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.
Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…
 

Βλα

Well-known member

Ο Βλαδίμηρος αυτή τη στιγμή είναι συνδεδεμένος. Είναι 25 ετών και επαγγέλεται Μεταπτυχιακός Φοιτητής/τρια . Έχει γράψει 954 μηνύματα.
Ένα πολύ όμορφο ποίημα γραμμένο από έναν ανθρώπο που απ' όταν έφυγε δεν βρέθηκε κανείς που να κατάφερε έστω να πλησιάσει τον λιτό και μη γλυκερό λυρισμό του. Γνώμη μου τουλάχιστον :)

Αποστασία

Το καλοκαίρι κύλησε πολύ γλυκά. Ξεχάσαμε
την άσκηση του νου, τους δύσκολους καιρούς της εγκαρτέρησης,
την καθαρή ανάμνηση δίχως επιστροφή ταχυδρομείου,
την προσευχή γιʼ αυτούς που ορίσανε τυραννικά τη σκέψη.
Ωραία πέρασε το καλοκαίρι μας, η αισθηματική μουσική, τα γραμμόφωνα,
τα πάρτυ στην ταράτσα της έπαυλης
και μας κερνούσανε τα δυνατά λικέρ κι ύστερα έρχονταν
οι αναπαυτικές σαιζ-λογκ κι ο εύκολος έρωτας
και το φθινόπωρο θα βάραινε μονάχα σαν μια καινούργια αρχή.
Ζήσαμε ένα εξαίσιο καλοκαίρι.
Κι είναι ο Οκτώβρης ένας μήνας στρυφνός και παράξενος
τώρα που έχουμε ξεμάθει πια την άσκηση
και τη σπατάλη της θυσίας.


Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
 

Lady M

Well-known member

Η Lady M αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 198 μηνύματα.
Συμφωνώ απόλυτα με το σχόλιο για το Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου. Θυμήθηκα αυτό το ποίημά του που με είχε μαγέψει όταν το πρωτοδιάβασα!


«Ars Poetica»

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.


(Ο δύσκολος θάνατος, 1978)
 

Lady M

Well-known member

Η Lady M αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 198 μηνύματα.
“Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο”

Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανίσει μέσα του
που πια
είναι αδύνατο να μην υπάρχει.


Χρίστος Λάσκαρης
 

Averkina

Well-known member

Η Averkina αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Επαγγέλεται Ηθοποιός και μας γράφει απο Μονακό (Ευρώπη). Έχει γράψει 983 μηνύματα.
Εξαιρετικόν! Και ανεπανάληπτον! :hehe:
Γεώργιος Σουρής. Ένα μυρωδάτο ποίημα
Ένα σκατολογικό ποίημα του ανεπανάληπτου Γιώργου Σουρή (1853-1919)

ΜΥΡΩΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τίποτε δεν απόμεινε στον κόσμο πια για μένα,
όλα βρωμούν τριγύρω μου και φαίνονται χεσμένα.
Όλα σκατά γενήκανε και ο δικός μου κώλος
σκατά εγίνηκε κι αυτός, σκατά ο κόσμος όλος.

Μόνο σκατά φυτρώνουνε στον τόπο αυτό τον άγονο
κι όλοι χεσμένοι είμαστε, σκατάδες στο τετράγωνο.
Μας έρχεται κάθε σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
μα μόλις φύγει βλέπομε πως αποσκατωθήκαμε.

Σκατά βρωμάει τούτος δω, σκατά βρωμά κι εκείνος,
σκατά βρωμάει το σκατό, σκατά βρωμά κι ο κρίνος.
Σκατά κι εγώ, μες στα σκατά, και με χαρτί χεσμένο
ό,τι κι αν γράψω σαν σκατό προβάλλει σκατωμένο.

Σκατά τα πάντα θεωρώ και χωρίς πια να απορώ,
σκατά μασώ, σκατά ρουφώ, σκατά πάω να χέσω,
απ’ τα σκατά θα σηκωθώ και στα σκατά θα πέσω.

Όταν πεθάνω χέστε με, τα κόλλυβά μου φάτε
Και πάλι ξαναχέστε με και πάλι ξαναφάτε,
μα απ’ τα γέλια τα πολλά κοντεύω ν’ αρρωστήσω
και δεν μπορώ να κρατηθώ, μου φεύγουν από πίσω.

Σκατά ο μεν, σκατά ο δε, σκατά ο κόσμος όλος
κι απ’ το πολύ το χέσιμο μου πόνεσε ο κώλος!
 

Lady M

Well-known member

Η Lady M αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 198 μηνύματα.
Κυκλικό ~ Τίτος Πατρίκιος

Άραγε πώς γεννιέται
από ένα τίποτα η επιθυμία;

Πώς η επιθυμία γίνεται έρωτας,
ο έρωτας πώς αλλάζει
σε μακρινή ανάμνηση;

Άραγε πώς μπορεί
η ανάμνηση να σβήνει
μες στο τίποτα;
 

Βλα

Well-known member

Ο Βλαδίμηρος αυτή τη στιγμή είναι συνδεδεμένος. Είναι 25 ετών και επαγγέλεται Μεταπτυχιακός Φοιτητής/τρια . Έχει γράψει 954 μηνύματα.
Ένα ερωτικό «στόρυ» που αναπτύσσεται, με χάρη και πόθο πάνω στην κοιλιά «μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης». Του Ανδρέα Εμπειρίκου, αφιερωμένο στον Νίκο Εγγονόπουλο.

H ΠΛΑΣΤΙΓΞ κλίνει εκεί που προτιμάμε
Kατά την ερμηνεία που της δίνουμε
Kάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια.
****
Kαι ιδού που επιτυγχάνουμε και πάλι
Aφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός
Mιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης
Kατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.
****
Aυτή η γυναίκα καθώς λεν οι θρύλοι
Eίχε το θάρρος να περάση μοναχή της
Γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα
Mια θάλασσα πλατειά και φουσκωμένη
Aπό τους στεναγμούς του γλυκασμού πολλών αγγέλων.
 

Βλα

Well-known member

Ο Βλαδίμηρος αυτή τη στιγμή είναι συνδεδεμένος. Είναι 25 ετών και επαγγέλεται Μεταπτυχιακός Φοιτητής/τρια . Έχει γράψει 954 μηνύματα.
Ρεμπέτικο μουρμούρισμα στην Τοσκάνη

Αυτοὶ που εγίναν ένα με την γη
τυλίχτηκαν, σεντόνι, τη σιγή.
Τυλίχτηκαν τα βράδυα τις σελίδες
κατάστικτες με ουράνιες κηλίδες.

Καρδιά μου, βράσε, βράσε σαν τον μούστο,
ξεχείλισε σαν κόκκινο κρασί.
Του πουθενά και του παντός φαρσί,
ξεσκόλισες τον πόνο και το γούστο.

Το τίμημα είναι ο θάνατος, γιατί
δεν είναι εικόνα, πένα και χαρτί
να κλείσει της αγάπης μου τα Απέννινα.
Καρδιά μου, μες στον κόσμο, Άννα Καρένινα.


Δημήτρης Κοσμόπουλος
 

Βλα

Well-known member

Ο Βλαδίμηρος αυτή τη στιγμή είναι συνδεδεμένος. Είναι 25 ετών και επαγγέλεται Μεταπτυχιακός Φοιτητής/τρια . Έχει γράψει 954 μηνύματα.
 

Λένω

Well-known member

Η Λένω αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 4,688 μηνύματα.
Και μετά τον Εμπειρίκο, ας ακούσουμε και τον Σεφέρη στον οποίο έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία!
 

Χρήστες Βρείτε παρόμοια

Top