Edgar Allan Poe

Alejandro Papas

New member

Ο Alive in Illusion αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Επαγγέλεται Ηθοποιός και μας γράφει απο Βόλος (Μαγνησία). Έχει γράψει 2,642 μηνύματα.
Εκατόν εξήντα τρία χρόνια από το θάνατο του άρχοντα του μακάβριου, Edgar Allan Poe

Στην κηδεία του Edgar Allan Poe, πριν από 163 χρόνια, ήταν παρόντες μετά βίας δέκα άτομα που τον αποχαιρέτισαν βιαστικά. Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe), γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1809 και πέθανε στις 7 Οκτωβρίου 1849. Ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και κριτικός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Ο Edgar Allan Poe γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1809 στην πόλη της Βοστόνης, στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, το δεύτερο από τα τρία παιδιά των ηθοποιών γονιών του. Ένα χρόνο μετά τη γέννησή του, ο πατέρας του, David, εγκαταλείπει την οικογένεια. Η μητέρα σου σύντομα πεθαίνει από φυματίωση και ο μικρός Edgar χωρίζεται από τα αδέρφια του, αφού τον αναλαμβάνει η οικογένεια Allan στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.

Η οικογένεια Allan ήταν αρκετά εύπορη και ο Edgar έζησε μια καλή ζωή μαζί τους, σύμφωνα με ορισμένους βιογράφους του. Ως ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης προς τη θετή του οικογένεια προσέθεσε το Allan στο επώνυμό του. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ του Edgar και του θετού του πατέρα John Allan επιδεινώθηκαν με το χρόνο. Το 1815 η οικογένεια Allan μετακόμισε στην Αγγλία, όπου ο Edgar άρχισε σχολείο, αρχικά στο Irvine της Σκωτίας και αργότερα οικότροφος στο Chelsea. Οι Allan ήταν αρκετά ευκατάστατοι, αλλά ο John Allan ήταν ιδιαίτερα σφιχτοχέρης με το επίδομα του Edgar, κατά τη διάρκεια των σπουδών του.

Ο νεαρός Edgar στράφηκε στο τζόγο για να βγάλει επιπλέον χρήματα αλλά αντ’ αυτού δημιούργησε χρέη που έγιναν αιτία για περαιτέρω επιδείνωση της σχέσης του με τον θετό πατέρα του. Το 1826 μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια το οποίο όμως εγκατέλειψε μέσα σε ένα χρόνο. Ταξίδεψε στη Βοστώνη το 1827 όπου επιχείρησε να συντηρηθεί κάνοντας διάφορες εργασίες όπως υπάλληλος γραφείου και συντάκτης εφημερίδας. Κάποια στιγμή ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Henri Le Rennet.

Το Μάιο του 1827 μπήκε στον Αμερικανικό Στρατό, σε μια προσπάθεια να επιβιώσει. Δήλωσε όνομα «Edgar A. Perry» και ηλικία 22 ετών (ενώ ήταν 18). Υπηρέτησε ως οπλίτης με μισθό 5 δολαρίων το μήνα και μετά από δυο χρόνια κίνησε τις διαδικασίες για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο της θητείας του.

O πατέρας της λογοτεχνίας μυστηρίου και άρχοντας του μακάβριου

H λογοτεχνική καριέρα του Poe ξεκίνησε όταν ήταν ακόμα στο στρατό, με την έκδοση μιας συλλογής ποιημάτων με τον τίτλο «Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα», το 1827, χωρίς το όνομά του, αποδίδοντας το έργο σε «έναν Βοστονέζο» («A Bostonian»). Στη συνέχεια στράφηκε στην πρόζα και για αρκετά χρόνια εργάστηκε σε λογοτεχνικά περιοδικά, αποκτώντας όνομα για το προσωπικό ύφος της λογοτεχνικής κριτικής του. Συνεχίζει να εκδίδει έργα του με την οικονομική βοήθεια φίλων.

Από το 1831 επιδιώκει πλέον να ζει αποκλειστικά από τη συγγραφή. Ήταν από τους πρώτους Αμερικανούς συγγραφείς που επιχείρησαν να ζήσουν μοναχά από το έργο τους και η έλλειψη διεθνούς νομοθετικού πλαισίου για τα πνευματικά δικαιώματα δυσκόλευε την κατάσταση, αφού οι εκδότες προτιμούσαν να «κλέβουν» έργα Ευρωπαίων συγγραφέων παρά να πληρώσουν νέους Αμερικανούς. Σε ολόκληρη τη ζωή του θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα.

Το 1835 παντρεύτηκε την 13χρονη ξαδέρφη του Virginia Clemm. Δημοσιεύει έργα του σε περιοδικά και επιθεωρήσεις ενώ γράφει και λογοτεχνικές κριτικές. Το 1845 δημοσιεύει το «Κοράκι» που σημειώνει άμεσα μεγάλη επιτυχία. Η σύζυγός του πεθαίνει μετά από δυο χρόνια, από φυματίωση, γεγονός που ρίχνει στο ποτό ακόμα περισσότερο τον συγγραφέα. Ο Poe σχεδιάζει να εκδώσει δικό του λογοτεχνικό περιοδικό, κάτι που όμως δεν προφταίνει να υλοποιήσει αφού, στις 7 Οκτωβρίου του 1849, σε ηλικία 40, πεθαίνει στη Βαλτιμόρη, υπό συνθήκες που δημιούργησαν πολλά ερωτηματικά.

Η αιτία θανάτου του είναι άγνωστη. Κατά καιρούς έχουν ακουστεί θεωρίες για κατάχρηση αλκοόλ, εγκεφαλική συμφόρηση, χολέρα, ναρκωτικά, καρδιοπάθεια, λύσσα, φυματίωση έως και αυτοκτονία. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε βιαστικά και με ελάχιστα άτομα, αφού δεν υπήρξε κανονική ανακοίνωση του γεγονότος.

Το έργο του Poe επηρέασε τη λογοτεχνία στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, ενώ συνέβαλε και σε ειδικά πεδία όπως αυτό της κρυπτογραφίας και της κοσμολογίας. Ο Μπωντλαίρ ήταν από τους πρώτους μελετητές του έργου του, μεταφράζοντας το σύνολό του στα γαλλικά. Θαυμαστές του έργου του ήταν οι Χ.Φ. Λάβκραφτ, ο Γουώλτ Ουίτμαν, ο Ιούλιος Βέρν, ο Όσκαρ Γουάλντ, ο Ουίλλιαμ Φώκνερ και ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο οποίος ήταν αυστηρός απέναντί του αλλά εκτιμούσε το κριτικό του έργο.

Το Κοράκι

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!"
Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
"Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
"Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε:
"Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!", μα κείνο απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα";
Και το κοράκι απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!"
Και το Κοράκι απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!

Μετάφραση: Κώστας Ουράνης
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 8 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

Πατρεύς

New member

Ο Πέτρος αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Είναι 34 ετών, επαγγέλεται Μεταπτυχιακός Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Ρέθυμνο (Ρέθυμνο). Έχει γράψει 2,713 μηνύματα.
Ὁ μεγαλύτερος ἐκπρόσωπος τοῦ Ῥομαντισμοῦ στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ Ἀτλαντικοῦ. Καὶ ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι ἥρωες πέθανε νέος καὶ τὸν θάνατό του καλύπτει πέπλο μυστηρίου. Δυστυχῶς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ μόνο ἔργο του τὸ ὁποῖο ἔχω διαβάσει εἶναι «Οἱ θαυμαστὲς περιπέτειες τοῦ Ἀρθούρου Γκόρντον Πίμ». Πολὺ ἐνδιαφέρον βιβλίο, ἀλλὰ ὁμολογουμένως δὲ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι εἶχε αἴσιο τέλος. Θὰ ἤθελα πάντως νὰ τὸν μελετήσω καλύτερα καθὼς εἶναι μιὰ ἰδιαίτερη περίπτωση στὸν χῶρο τῆς ἀγγλοσαξωνικῆς λογοτεχνίας.
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 8 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

catlin

New member

Η Βάσια αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Είναι 28 ετών, επαγγέλεται Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Ζωγράφος (Αττική). Έχει γράψει 320 μηνύματα.
Poe Edgar Allan: Ο Μαύρος Γάτος



Αυτή τη τόσο φρικτή κι όμως τόσον απλή ιστορία που αρχίζω να γράφω, ούτε περιμένω ούτε ζητώ να τη πιστέψετε. Θα 'μουν αληθινά τρελός αν περίμενα να πιστέψετε μια υπόθεση, όπου οι ίδιες οι αισθήσεις μου αρνούνται τη μαρτυρία τους. Κι όμως δεν είμαι τρελός κι ασφαλώς δεν ονειρεύομαι. Αύριο όμως πρόκειται να πεθάνω και γι' αυτό θέλω να ξαλαφρώσω σήμερα τη ψυχή μου. Σκοπός μου είναι να διηγηθώ στον κόσμο, απλά, απέριττα και δίχως κανένα σχόλιο, μια σειρά συνηθισμένων γεγονότων που σχετίζονται με το σπίτι μου. Τα γεγονότα αυτά, και οι συνέπειες που προκάλεσαν, με τρομοκράτησαν, με βασάνισαν, με κατέστρεψαν. Ωστόσο δε θα προσπαθήσω να τους δώσω μια κάποια εξήγηση. Για μένα παρουσίαζαν κάτι φριχτό, σε πολλούς, τα γεγονότα που θα διηγηθώ θα φανούν μάλλον αλλόκοτα παρά τρομερά. Ίσως βρεθεί κάποιο μυαλό που να μπορέσει να μεταβάλει τα φαντάσματά μου σε κοινοτοπίες - κάποιο μυαλό πιο ήρεμο, πιο λογικό, και πολύ περισσότερο ευερέθιστο από το δικό μου, το οποίο στα περιστατικά που με δέος θα εξιστορήσω, δε θα δει τίποτα περισσότερο από μια συνηθισμένη κι απόλυτα φυσιολογική διαδοχή αιτιών κι αιτιατών.
Από μικρός ακόμα διακρινόμουν για τον ήπιο και συμπονετικό μου χαρακτήρα. Η τρυφερότητα της καρδιάς μου ήταν μάλιστα τόσο φανερή, ώστε είχα καταντήσει το αντικείμενο της κοροϊδίας των συμμαθητών μου. Πάνω από όλα αγαπούσα τα ζώα, και οι γονείς μου με άφηναν να έχω στο σπίτι διάφορα ζώα που μάζευα. Περνούσα μαζί τους τον περισσότερο καιρό μου και η μεγαλύτερη ευτυχία μου ήταν να τα χαϊδεύω, να τα φροντίζω και να τα ταΐζω. Όσο μεγάλωνα τόσο πιο έντονη γινόταν η ιδιοτυπία αυτή του χαρακτήρα μου, κι όταν πια έγινα άντρας, από τα ζώα αντλούσα τις μεγαλύτερες χαρές μου. Για όσους έχουν αγαπήσει ένα πιστό και έξυπνο σκυλί, θαρρώ πως δε χρειάζεται να εξηγήσω το μέγεθος και το είδος της ευχαριστήσεως που νιώθει κανείς από ένα τέτοιο αίσθημα. Στην αγάπη ενός ζώου, στη γεμάτη αλτρουισμό και αυτοθυσία αγάπη του, υπάρχει κάτι που αγγίζει κατευθείαν την καρδιά όποιου είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει τη σαθρή φιλία και τη χαλαρή πίστη του ανθρώπου.
Παντρεύτηκα νέος και χάρηκα ιδιαίτερα όταν διαπίστωσα πως κι η γυναίκα μου συμμεριζόταν τα αισθήματά μου για τα ζώα. Βλέποντας την αδυναμία που τους είχα, δεν έχανε την ευκαιρία να φροντίσει να αποκτήσουμε όσο γινόταν περισσότερα ζώα. Είχαμε πουλάκια, χρυσόψαρα, έναν ωραίο σκύλο, κουνέλια, μια μικρή μαϊμού και ένα γάτο. Ο γάτος αυτός, ήταν ένα πολύ μεγάλο και ωραίο ζώο, κατάμαυρος κι υπερβολικά έξυπνος. Όταν μιλούσε για τον γάτο, η γυναίκα μου, που κατά βάθος ήταν τρομερά προληπτική, ανέφερε συχνά τη παλιά λαϊκή δοξασία, πως όλες οι μαύρες γάτες ήταν μεταμορφωμένες μάγισσες. Φυσικά δεν το έλεγε σοβαρά κι αν κάνω λόγο για το θέμα αυτό είναι μόνο και μόνο γιατί έτυχε να το θυμηθώ τούτη τη στιγμή.
Ο Πλούτωνας -αυτό το όνομα είχαμε δώσει στο γάτο- ήταν ο αγαπημένος μου κι ο αχώριστος σύντροφός μου. Μονάχα εγώ τον τάιζα και σε όποιο μέρος του σπιτιού κι αν πήγαινα με ακολουθούσε. Με δυσκολία μάλιστα τον εμπόδιζα νάρχεται πίσω μου και στο δρόμο. Η φιλία μας αυτή κράτησε πολλά χρόνια, και σε αυτό το διάστημα η ιδιοσυγκρασία κι ο χαρακτήρας μου - εξαιτίας του σατανά αυτού που λέγεται ποτό -είχα πάθει (κοκκινίζω από ντροπή που το ομολογώ) μια ριζική μεταβολή προς το χειρότερο. Μέρα με τη μέρα γινόμουν όλο και πιο ιδιότροπος, πιο ευερέθιστος, περισσότερο αδιάφορος για τα αισθήματα των άλλων. Υπέφερα κι ο ίδιος καθώς αντιλαμβανόμουν πόσο άσχημα μιλούσα στη γυναίκα μου. Στο τέλος έφτασα στην κατάντια να σηκώνω χέρι πάνω της και να τη χτυπώ. Φυσικά τον αντίκτυπο αυτής της μεταβολής του χαρακτήρα μου τον ένιωσαν και τα ζώα που υπήρχαν στο σπίτι μας. Ωστόσο τον Πλούτωνα τον είχα ακόμη σε υπόληψη και απέφευγα να τον κακομεταχειρίζομαι, αλλά για τα κουνέλια, τη μαϊμού, ακόμη και τον σκύλο δεν είχα κανέναν ενδοιασμό όταν τυχαία ή και από αγάπη, βρίσκονταν στο δρόμο μου. Η αρρώστια μου όμως χειροτέρευε - κακή αρρώστια το πιοτό! Στο τέλος ακόμα κι ο Πλούτωνας που είχεν αρχίσει πια να γερνά κι όπως είναι φυσικό να γίνεται κάπως δύσκολος, άρχισε να δοκιμάζει τα αποτελέσματα της αλλαγής του χαρακτήρα μου.
Μια νύχτα, έχοντας γυρίσει στουπί στο μεθύσι μετά από μια πολύωρη βόλτα στις ταβέρνες, μου καρφώθηκε η ιδέα πως ο γάτος με απόφευγε. Τον άρπαξα με το ζόρι και εκείνος, καθώς τρόμαξε με τη βίαιη ενέργειά μου, με δάγκωσε ελαφρά το χέρι. Τα νεύρα μου, τεντωμένα κι από το μεθύσι, ξέσπασαν. Δεν ήξερα τι έκανα, δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Λες και τη στιγμή εκείνη η ψυχή μου είχε πετάξει μακριά εγκαταλείποντας το σώμα μου' και μια διαβολική μοχθηρία - ίσως και κάτι περισσότερο - θρεμμένη με αλκοόλ, διαπέρασε το κάθε μόριο του κορμιού μου. Έβγαλα από το γιλέκο μου ένα σουγιά, τον άνοιξα, άδραξα το δυστυχισμένο ζώο από το λαιμό και το ξερίζωσα το ένα μάτι.
Ντρέπομαι, ανατριχιάζω γράφοντας αυτή τη φρικαλέα πράξη μου.
Όταν το άλλο πρωί ήρθα πάλι στα λογικά μου - όταν πια το νυχτερινό μου μεθύσι είχε πια ξεθυμάνει με τον ύπνο -ένιωσα ένα αίσθημα ανάμιχτο από φρίκη και τύψεις για το έγκλημα που είχα διαπράξει. Αλλά, όπως και αν το κάνουμε, ήταν ένα αδύναμο και αμφίβολο αίσθημα κι η ψυχή μου έμεινε ανέγγιχτη. Ξανάπεσα στο πιοτό και δεν άργησα να πνίξω στο κρασί κάθε θύμηση από κείνη μου την πράξη. Στο μεταξύ ο γάτος συνερχόταν σιγά-σιγά. Είναι αλήθεια πως η τρύπα του χαμένου ματιού του παρουσίαζε ένα φριχτό θέαμα, αλλά δεν φαινόταν να πονά και να υποφέρει. Τριγύριζε όπως πάντα στο σπίτι, αλλά, όπως είναι φυσικό, έτρεχε κατατρομαγμένος να κρυφτεί μόλις με έβλεπε να πλησιάζω. Καθώς μέσα μου απόμενε ακόμα κάτι από τον παλιό μου εαυτό, στην αρχή λυπόμουν για αυτή την απέχθεια που τόσο φανερά μου έδειχνε ένα πλάσμα που κάποτε με είχε αγαπήσει. Το συναίσθημα όμως της λύπης παραχώρησε γρήγορα τη θέση του στο θυμό. Και τότε, σαν τελειωτική και αμετάκλητη κατάπτωση, φώλιασε μέσα μου το πνεύμα της διαστροφής . Η φιλοσοφία δεν το λογαριάζει και πολύ αυτό το πνεύμα. Κι όμως όσο βέβαιος είμαι πως ζω, άλλο τόσο βέβαιος είμαι πως η διαστροφή είναι ένα από τα αρχέγονα ορμέμφυτα της ανθρώπινης καρδιάς - μια από τις ιδιαίτερες πρωταρχικές δυνάμεις, ή συναισθήσεις, που δίνουν μια κατεύθυνση στον χαρακτήρα του ανθρώπου. Ποιος δεν έπιασε, όχι μια αλλά εκατό φορές, τον εαυτό του, να κάνει μια ποταπή ή ανόητη πράξη απλώς και μόνο επειδή ήξερε πως δεν έπρεπε να την κάνει ; Μήπως άλλωστε δεν έχουμε μια παντοδύναμη ροπή, όσο και αν είμαστε άνθρωποι με κρίση, να παραβαίνουμε το νόμο μόνο και μόνο γιατί είναι ο νόμος;
Το πνεύμα αυτό της διαστροφής, όπως σας είπα, έφερε την τελειωτική μου κατάπτωση. Ήταν αυτός ο αβυσσαλέος πόθος της ψυχής να εναντιωθεί στο εαυτό της, να παραβιάσει την ίδια της τη φύση, να κάνει το κακό προς χάρη του κακού, που με έσπρωξε να συνεχίσω και να αποτελειώσω το βασάνισμα του άκακου αυτού ζώου. Κάποιο πρωινό, του πέρασα ψύχραιμα τη θηλιά στο λαιμό και το κρέμασα από το κλαδί ενός δέντρου. Το κρέμασα ενώ από τα μάτια μου τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι κι ένιωθα τις σκληρότερες τύψεις να με βασανίζουν, το κρέμασα γιατί ήξερα πως με είχε αγαπήσει και γιατί καταλάβαινα πως δεν μου είχε δώσει την αφορμή να του κάνω κακό το κρέμασα γιατί ήξερα πως αυτό που έκανα ήταν μια αμαρτία - μια θανάσιμη αμαρτία που με αυτή και μόνο θα διακινδύνευα να θέσω την ψυχή μου (αν κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει) πέρα κι από το άπειρο έλεος του παντοδύναμου και παντελεήμονος Θεού. Τη νύχτα της ίδιας ημέρας, που είχα κάνει αυτή την τόσο μεγάλη αμαρτία, με ξύπνησαν φωνές:
-"Πυρκαγιά, πυρκαγιά!"
Οι κουρτίνες του κρεβατιού μου φλέγονταν. Ολόκληρο το σπίτι λαμπάδιασε. Με μεγάλη δυσκολία η γυναίκα μου, μια υπηρέτρια κι εγώ, μπορέσαμε να γλιτώσουμε. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Όλα τα επίγεια αγαθά μου είχαν χαθεί και το μοναδικό μου καταφύγιο από δω και μπρος απόμενε η απελπισία. Δεν μπορώ -δεν θέλω- να επιχειρήσω να βρω μια σχέση ανάμεσα στην καταστροφή που με έπληξε και στην κτηνωδία που είχα διαπράξει. Παραθέτω μόνο έναν-έναν τους κρίκους μιας αλυσίδας γεγονότων, και δεν θέλω να παραλείψω κανέναν. Την επόμενη μέρα της πυρκαγιάς πήγα να δω τα ερείπια. Οι τοίχοι, εκτός από μια εξαίρεση, ήταν σωριασμένοι στο χώμα. Η μοναδική εξαίρεση ήταν ένας εσωτερικός τοίχος, όχι πολύ χοντρός, περίπου στη μέση του σπιτιού, εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι του κρεβατιού μου. Ο σοβάς, στο μεγαλύτερο μέρος του, είχε αντέξει στη φωτιά, κι αυτό το απέδωσα στο γεγονός ότι ο τοίχος ήταν φρεσκοσοβατισμένος. Γύρω από τον τοίχο ήταν συγκεντρωμένο ένα πυκνό πλήθος περιέργων, και πολλοί φαίνονταν να εξετάζουν ένα συγκεκριμένο τμήμα του με μεγάλη και ζωηρή προσοχή. Οι λέξεις «παράξενο!», «καταπληκτικό!» και άλλες παρόμοιες εκφράσεις τράβηξαν την περιέργειά μου. Πλησίασα και είδα σαν να ήταν βαθουλωτά ανάγλυφη πάνω στην άσπρη επιφάνεια, τη μορφή ενός γιγάντιου γάτου. Το αποτύπωμα είχε αληθινά μια εκπληκτική ακρίβεια. Ένα σκοινί ήταν περασμένο από το λαιμό του ζώου.
Όταν πρωταντίκρισα το φάντασμα αυτό -γιατί δεν μπορούσα να το θεωρήσω τίποτα άλλο παρά μόνο φάντασμα- έμεινα έκπληκτος και τρομοκρατημένος. Σιγά-σιγά όμως το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει. Θυμήθηκα πως είχα κρεμάσει το γάτο σ' ένα κήπο δίπλα στο σπίτι μου. Όταν δόθηκε ο συναγερμός για την πυρκαγιά, ο κήπος γέμισε αμέσως κόσμο, και κάποιος θα πρέπει να έκοψε το σκοινί από το δέντρο και να πέταξε το γάτο στην κάμαρά μου, ίσως για να με ξυπνήσει. Οι άλλοι τοίχοι, καθώς έπεφταν είχαν πιέσει στο θύμα της μοχθηρίας μου πάνω στο φρέσκο σοβά, κι ο ασβέστης με την επίδραση της φωτιάς και της αμμωνίας του ψοφιμιού, είχαν σχηματίσει την εικόνα που είχα τώρα μπροστά μου.
Μολονότι η λογική μου, αν όχι η συνείδησή μου, εξήγησε με τόση ετοιμότητα το εκπληκτικό γεγονός που μόλις σας διηγήθηκα, ωστόσο μια βαθιά εντύπωση έμεινε χαραγμένη στη φαντασία μου. Για μήνες ολόκληρους δεν μπορούσα να απαλλαγώ από το φάντασμα του γάτου. Και σε αυτό το διάστημα γεννήθηκε αργά στη ψυχή μου κάτι που έμοιαζε - αλλά και που δεν ήταν - με τύψεις, Κατάντησα να λυπάμαι τώρα για το χαμό του άλλοτε αγαπημένου μου ζώου, και να ψάχνω παντού, στα καταγώγια που σύχναζα τώρα, μήπως βρω κανέναν άλλο γάτο, που να του μοιάζει κάπως ώστε να τον αντικαταστήσω.
Κάποιο βράδυ, έτσι που καθόμουν μισοναρκωμένος σ' ένα ελεεινό καταγώγιο, τράβηξε την προσοχή μου κάποιο μαύρο πράγμα που βρισκόταν πάνω σε ένα από τα πελώρια βαρέλια με τζιν που αποτελούσαν και την κυριότερη επίπλωση εκεί μέσα. Είχα από ώρα καρφωμένα τα μάτια μου πάνω σε εκείνο το βαρέλι, κι αυτό που με παραξένεψε τώρα ήταν που δεν είχα προσέξει πιο πριν εκείνο το μαύρο πράγμα. Πήγα κοντά και το άγγιξα με το χέρι μου. Ήταν ένας μαύρος γάτος, πολύ μεγάλος, στο μπόι περίπου του Πλούτωνα, και που του έμοιαζε σε όλα εκτός από κάτι. Ο Πλούτωνας δεν είχε ούτε μιαν άσπρη τρίχα σε ολόκληρο το κορμί του, ενώ αυτός εδώ ο γάτος είχε μια μεγάλη τούφα από άσπρες τρίχες, με ακαθόριστο σχήμα, που του σκέπαζε ολόκληρο σχεδόν το στήθος. Μόλις τον άγγιξα σηκώθηκε αμέσως, γουργούρισε δυνατά, τρίφτηκε πάνω στο χέρι μου και φαινόταν ευχαριστημένος που τον πρόσεξα. Ήταν ακριβώς το ζώο που γύρευα. Πρότεινα στον ταβερνιάρη να τον αγοράσω, αυτός όμως μου απάντησε πως δεν είχε καμιά απολύτως απαίτηση, γιατί όχι μόνο δεν ήταν δικός του ο γάτος αυτός αλλά και ούτε τον είχε ξαναδεί. Συνέχισα να τον χαϊδεύω κι όταν ετοιμάστηκα να γυρίσω στο σπίτι μου, έδειξε τη διάθεση να με συνοδέψει. Τον άφησα να έρθει μαζί μου και καθώς βαδίζαμε έσκυβα που και που και τον χάιδευα. Όταν φτάσαμε πια στο σπίτι, εγκαταστάθηκε κοντά μας κι αμέσως έγινε ο αγαπημένος της γυναίκας μου.
Όσο για μένα, δεν άργησα να νιώσω αντιπάθεια για το ζώο αυτό -ακριβώς το αντίθετο δηλαδή απ' ό,τι περίμενα να συμβεί. Κι ακόμη -χωρίς να ξέρω πως και γιατί- η αγάπη που μου έδειχνε μου προξενούσε απέχθεια και στενοχώρια. Σιγά-σιγά τα συναισθήματα αυτά της απέχθειας και της στεναχώριας μεταμορφώθηκαν σε μίσος. Απόφευγα το γάτο. Κάτι σαν αίσθημα ντροπής κι αναμνήσεως της προηγούμενης μοχθηρής συμπεριφοράς μου, με εμπόδιζαν να του κάνω κακό. Για μερικές βδομάδες δεν τον χτύπησα, ούτε τον κακομεταχειρίστηκα βαθμιαία όμως, κατάντησε να τον βλέπω μ' ανείπωτη σιχαμάρα και να φεύγω βιαστικά μόλις έβλεπα το απαίσιο αυτό ζώο, όπως φεύγει κανείς μπροστά σε μια σιχαμερή μυρουδιά. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αυτό που δυνάμωσε το μίσος μου ήταν ότι ανακάλυψα -όχι την ίδια βραδιά, που τον είχα φέρει σπίτι, αλλά την άλλη μέρα το πρωί- πως, όπως κι ο Πλούτωνας, είχε κι αυτός το ένα μάτι του βγαλμένο. Το περιστατικό αυτό τον έκανε ωστόσο πιο αγαπητό στη γυναίκα μου, που διατηρούσε ακόμη το αίσθημα εκείνο της συμπόνιας που άλλοτε χαρακτήριζε και εμένα και που μου χάριζε τις πιο απλές κι αγνές χαρές.
Όσο όμως εγώ σιχαινόμουν περισσότερο το γάτο, τόσο φαινόταν να μεγαλώνει η δική του αδυναμία για μένα. Ακολουθούσε τα βήματά μου με μια επιμονή που μου είναι αδύνατο να την περιγράψω στον αναγνώστη. Όπου και αν καθόμουν, κουλουριαζόταν κάτω από την καρέκλα μου ή πηδούσε πάνω στα γόνατά μου και δεν σταματούσε να χαϊδολογιέται. Όταν σηκωνόμουν να φύγω, μπερδευόταν στα πόδια μου με κίνδυνο να με κάνει να πέσω ή έμπηγε τα μακριά και μυτερά του νύχια στο παντελόνι μου και σκαρφάλωνε στο στήθος μου. Σε κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθα τη διάθεση να τον σκοτώσω με ένα μου χτύπημα, εμποδιζόμουν όμως να το κάνω, όχι τόσο από την ανάμνηση του προηγούμενου εγκλήματός μου, αλλά κυρίως εξαιτίας του τρόμου που μου ενέπνεε το ζωντανό αυτό.
Ο τρόμος που με κυρίευε δεν ήταν τρόμος πως θα πάθαινα κάτι σωματικά -κι όμως δεν βρίσκω άλλο τρόπο να τον προσδιορίσω. Ντρέπομαι σχεδόν να ομολογήσω -ναι, ακόμη και σε αυτό το ατιμωτικό κελί που βρίσκομαι ντρέπομαι να το μολογήσω- πως ο τρόμος κι η φρίκη που μου ενέπνεε το ζώο αυτό είχαν ενταθεί από μια από τις απιθανότερες χίμαιρες που μπορεί να διανοηθεί κανείς. Η γυναίκα μου επέστησε αρκετές φορές την προσοχή μου στη μορφή του σημαδιού με τις άσπρες τρίχες, που έχω προαναφέρει και που αποτελούσε τη μοναδική διαφορά ανάμεσα σ' αυτό το παράξενο ζώο και σε κείνο που είχα σκοτώσει. Ο αναγνώστης θα θυμάται πως το σημάδι αυτό, αν και μεγάλο, ήταν στην αρχή ακαθόριστο. Σιγά-σιγά όμως, ανεπαίσθητα, τόσον αδιόρατα που για πολύν καιρό η λογική μου αγωνιζόταν να μη το παραδεχτεί, θεωρώντας το απλή του φαντασιοπληξία, είχε πάρει ένα σχήμα σαφέστατα σχεδιασμένο. Παρίστανε τώρα κάτι που ανατριχιάζω να προφέρω την ονομασία του... Ήταν η εικόνα από κάτι φριχτό και απαίσιο: η εικόνα της αγχόνης! Εκείνο το σκυθρωπό και τρομερό σύνεργο της Φρίκης και του Εγκλήματος, της Αγωνίας και του Θανάτου! Και τώρα η κατάντια μου ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη αθλιότητα. Ένα ζώο χωρίς λογική, να κατεργάζεται για μένα -για μένα, έναν άνθρωπο πλασμένο κατ' εικόνα κι ομοίωση του Θεού- μα τόσον αβάσταχτη κατάρα! Αλίμονο! Ούτε μέρα, ούτε νύχτα γνώρισα πια την ευλογία της ησυχίας! Τη μέρα δεν με άφηνε ούτε μια στιγμή μόνο μου το σιχαμερό αυτό πλάσμα, και τη νύχτα ξυπνούσα κάθε τόσο από όνειρα ανείπωτα τρομαχτικά για να βρω τη ζεστή ανάσα του πάνω στο πρόσωπό μου και το τεράστιο βάρος του -ένας αληθινός βραχνάς που δεν είχα τη δύναμη να τον διώξω- να πλακώνει συνεχώς τη καρδιά μου!
Κάτω από την πίεση μιας τέτοιας αγωνίας το ασθενικό υπόλειμμα του παλιού αγαθού εαυτού μου δεν άργησε να χαθεί. Πονηρές σκέψεις -οι πιο καταχθόνιες και πονηρές σκέψεις- ήταν πια οι μοναδικοί και μόνιμοι σύντροφοί μου. Η ζοφερή μου διάθεση εξελίχθηκε σε ένα μίσος για όλα τα πράγματα και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και συχνά, τα απότομα και ασυγκράτητα ξεσπάσματα μιας μανίας, που της είχα παραδοθεί τώρα στα τυφλά, το συνηθισμένο και απέραντα υπομονετικό μου θύμα ήταν η γυναίκα μου που ποτέ της δεν ξεστόμιζε το παραμικρό παράπονο.
Κάποια μέρα ήρθε κι αυτή μαζί μου, για κάποια δουλειά, στο κελάρι του παλιού σπιτιού, που η φτώχια μας ανάγκαζε τώρα να κατοικούμε. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες ο γάτος μ' ακολούθησε και με τη συνήθειά του να μπερδεύεται στα πόδια μου, με σώριασε καταγής με το κεφάλι. Έγινα έξω φρενών. Σήκωσα ένα τσεκούρι και ξεχνώντας στο θυμό μου τον παιδιάστικο φόβο που ως τώρα συγκρατούσε το χέρι μου, κατέβασα με δύναμη το τσεκούρι στο ζώο και σίγουρα θα το σκότωνα, αν η γυναίκα μου δεν προλάβαινε να συγκρατήσει το χέρι μου. Η επέμβασή της μ' έκανε να φρενιάσω, να λυσσάξω. Τράβηξα το μπράτσο μου που το κρατούσε σφιχτά, και με το τσεκούρι τη χτύπησα κατακέφαλα. Έπεσε νεκρή χωρίς ούτε ένα βογκητό.
Το πρώτο πράγμα που έκανα μετά από το απαίσιο αυτό φονικό ήταν να σκεφτώ ψύχραιμα που θα έκρυβα το πτώμα. Καταλάβαινα πως δεν μπορούσα να το κουβαλήσω έξω από το σπίτι, ούτε μέρα αλλά ούτε και νύχτα, χωρίς να διατρέξω τον κίνδυνο να με δουν οι γείτονες. Έκανα με το μυαλό μου διάφορα σχέδια. Προς στιγμή σκέφτηκα να κόψω το πτώμα σε μικρά - μικρά κομματάκια και να το κάψω. Ύστερα, έκανα τη σκέψη να ανοίξω ένα λάκκο στο κελάρι και να θάψω εκεί το πτώμα. Έπειτα είπα να το ρίξω στο πηγάδι της αυλής ή να το συσκευάσω σε ένα μεγάλο κιβώτιο, σαν εμπόρευμα, με όλους τους συνηθισμένους τύπους και να φωνάξω κανένα χαμάλη να το πάρει από το σπίτι. Τελικά μου ήρθε μια ιδέα που την έκρινα σαν την καλύτερη από όλες. Αποφάσισα να χτίσω το πτώμα μέσα σε ένα τοίχο του κελαριού, όπως αναφέρει κι η Ιστορία πως έχτιζαν τα θύματά τους οι καλόγεροι του Μεσαίωνα.
Το κελάρι ήταν κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Οι τοίχοι ήταν ψευτοχτισμένοι και τώρα τελευταία τους είχαν σοβαντίσει, αλλά η υγρασία δεν άφησε το σοβά να ξεραθεί. Κι εξάλλου, ο ένας από τους τοίχους είχε μια εσοχή, σαν να προοριζόταν για θέση τζακιού, αλλά φαινόταν πως τελικά το είχαν μετανιώσει, και είχαν γεμίσει με τούβλα το κενό. Ήμουν σίγουρος πως εύκολα θα μπορούσα να βγάλω από τη θέση τους τα τούβλα, να βάλω το πτώμα στην εσοχή, κι έπειτα να ξαναχτίσω το μέρος εκείνο, όπως ήταν πριν, έτσι που κανένα μάτι δε θα μπορούσε να ανακαλύψει τίποτα το ύποπτο. Και δεν έπεσα έξω στους υπολογισμούς μου. Με λοστό ξεχαρβάλωσα εύκολα τα τούβλα κι αφού τοποθέτησα προσεχτικά όρθιο το πτώμα, ακουμπώντας το στον εσωτερικό τοίχο, το στήριξα στη θέση αυτή και χωρίς πολύ κόπο ξανάβαλα τα τούβλα όπως ήταν πριν. Με κάθε προφύλαξη προμηθεύτηκα ασβέστη, άμμο κι άχυρα, ετοίμασα ένα σοβά, που δε ξεχώριζε καθόλου από τον παλιό κι έχτισα τον καινούριο τοίχο. Όταν τελείωσα έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Ο τοίχος δεν φαινόταν καθόλου πως είχε πειραχτεί. Μάζεψα από κάτω τα μπάζα με τη μεγαλύτερη προσοχή. Έριξα γύρω μου μια θριαμβευτική ματιά και μονολόγησα:
-"Εδώ, τουλάχιστον ο κόπος μου δεν πήγε χαμένος".
Η επόμενη ενέργειά μου ήταν να ψάξω να βρω το ζώο που είχε σταθεί η αιτία της καταστροφής αυτής. Γιατί τώρα είχα πια την απόφαση να το εξοντώσω. Αν το έβρισκα μπροστά μου εκείνη τη στιγμή, θα το είχα ξεμπερδέψει. Μα φαίνεται πως το πονηρό ζώο είχε τρομοκρατηθεί από την εκδήλωση του θυμού μου κι απέφευγε να παρουσιαστεί μπροστά μου. Είναι αδύνατο να περιγράψει ή να φανταστεί κανείς τη βαθιά, την ηδονική ανακούφιση που μου προξένησε η απουσία του σιχαμερού ζώου. Δε φάνηκε ούτε ολόκληρη τη νύχτα, κι έτσι, τουλάχιστο για μια νύχτα, από τότε που είχε πατήσει το πόδι του στο σπίτι μου, μπόρεσα να κοιμηθώ ήσυχα και ατάραχα. Ναι, κοιμήθηκα, παρόλο το βάρος του φόνου που είχα στη ψυχή μου.
Πέρασε η δεύτερη, πέρασε κι η Τρίτη μέρα κι ο τύραννός μου εξακολουθούσε να μη φαίνεται. Ανάσανα σαν ελεύθερος άνθρωπος. Το τέρας, τρομαγμένο, είχε φύγει μια για πάντα από το σπίτι μου! Δε θα το ξανάβλεπα στα μάτια μου! Ήμουν ευτυχισμένος! Το αίσθημα της ενοχής για τη βδελυρή πράξη μου δεν με βάραινε σχεδόν καθόλου. Στην ανάκριση που έγινε αποκρίθηκα με ετοιμότητα και χωρίς να τα χάσω. Έγινε και μια έρευνα -μα φυσικά, τίποτα δεν ανακάλυψαν. Θεωρούσα πια πως η μελλοντική μου ευτυχία ήταν εξασφαλισμένη.
Τέσσερις μέρες μετά το φόνο, οι αστυνομικοί ξανάρθαν απροειδοποίητα για να κάνουν μια πιο αυστηρή έρευνα. Σίγουρος πως ο κρυψώνας μου ήταν αδύνατο να ανακαλυφθεί δεν ανησύχησα καθόλου. Οι αστυνομικοί ζήτησαν να τους συνοδεύσω στην έρευνά τους. Δεν άφησαν καμιά γωνιά, καμιά κώχη χωρίς να την ψάξουν. Στο τέλος κατέβηκαν και πάλι στο κελάρι -για τρίτη ή τέταρτη φορά. Ούτε μια τρίχα μου δε σάλεψε. Η καρδιά μου χτυπούσε ήρεμα, σαν την καρδιά του ανθρώπου που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Πηγαινοερχόμουν μέσα στο κελάρι. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και βημάτιζα εδώ κι εκεί. Οι αστυνομικοί, απόλυτα ικανοποιημένοι από την έρευνά τους, ετοιμάζονταν να φύγουν. Η χαρά μου ήταν τόσο πολύ μεγάλη ώστε δεν μπορούσα να τη συγκρατήσω. Λαχταρούσα να πω κάτι, έστω και μια λέξη, έτσι, σαν εκδήλωση του θριάμβου μου, αλλά και για να τους διπλασιάσω τη βεβαιότητα πως είμαι αθώος.
-"Κύριοι", τους είπα τη στιγμή που ανέβαιναν τη σκάλα, "είμ' ενθουσιασμένος που οι υποψίες σας χάθηκαν. Σας εύχομαι να είστε πάντα καλά και κάπως περισσότερο ευγενείς. Εδώ που τα λέμε, κύριοι, το σπίτι αυτό είναι πολύ καλοχτισμένο" (μέσα στη φλογερή μου επιθυμία να πω κάτι με άνεση, δεν ήξερα καλά-καλά τι έλεγα), "μπορώ μάλιστα να πω ότι είναι εξαιρετικά καλοχτισμένο. Αυτοί οι τοίχοι -μα γιατί φεύγετε κύριοι;- αυτοί οι τοίχοι είναι γερά φτιαγμένοι..."
Και λέγοντας αυτά τα λόγια, χτύπησα δυνατά -μόνο και μόνο από μια μανία για επίδειξη που με είχε πιάσει- μ' ένα μπαστούνι που κρατούσα στο μέρος ακριβώς εκείνου του τοίχου με τα τούβλα, που πίσω του στεκόταν το πτώμα της αγαπημένης μου γυναικούλας. Μα ο Θεός να με φυλάξει και να με σώσει από τα νύχια του Αντίχριστου! Δεν είχαν πάψει καλά-καλά να αντηχούν τα χτυπήματα του μπαστουνιού μου και μου αποκρίθηκε μια φωνή μέσα από τον τάφο! Μια φωνή πνιγμένη και κομμένη σαν αναφιλητό παιδιού στην αρχή, που έπειτα φούντωσε βιαστικά σε μια μακρόσυρτη δυνατή κι αδιάκοπη κραυγή φρίκης και θριάμβου μαζί, τέτοια που μόνο από την κόλαση θα μπορούσε να είχε βγει -μια κραυγή που έμοιαζε να βγαίνει ταυτόχρονα από το λαρύγγι των κολασμένων που αγωνιούν και από τους δαίμονες που χαίρονται την κόλαση κι αναγαλιάζουν.
Είναι αστείο να μιλήσω για τις σκέψεις που έκανα εκείνη τη στιγμή. Παρέλυσα. Τρικλίζοντας, πήγα κι ακούμπησα στον αντικρινό τοίχο. Οι αστυνομικοί για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι από τρόμο και δέος στη σκάλα. Αμέσως μετά, δέκα γερά μπράτσα καταπιάστηκαν με τον τοίχο. Έπεσε μονοκόμματος. Το πτώμα, σε αρκετά προχωρημένη αποσύνθεση πια, γεμάτο πηγμένα αίματα, στεκόταν όρθιο μπροστά μας. Πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ανοιχτό στόμα κι ένα μοναδικό μάτι που πετούσε φωτιές, καθόταν το απαίσιο ζώο, που η πανουργία του μ' είχε κάνει φονιά. Κι η κατήγορη φωνή του μ' έστελνε στο δήμιο.
Είχα χτίσει το τέρας μες στον τοίχο...

πηγη:http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=471
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 8 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

LiViNGtheLiFE

New member

Η LiViNGtheLiFE αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Επαγγέλεται Barista . Έχει γράψει 1,895 μηνύματα.
Εξαιρετικός συγγραφέας. Απ' τα καλύτερα του πιστεύω είναι Η πτώση του Οίκου των Άσερ, Ο μαύρος γάτος, Ο χρυσός σκαραβαίος, Το πηγάδι και εκκρεμές.
Το Κοράκι ωραίο ποίημα, υπάρχει και καλύτερη μετάφραση από αυτήν που έχουν παραθέσει πιο πάνω, θα ψάξω αργότερα να την βρω και στο ιντερνετ γιατί την έχω μόνο σε βιβλίο.
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 8 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

Δαλιδά

New member

Η Cortana αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Επαγγέλεται Σεφ και μας γράφει απο Αθήνα (Αττική). Έχει γράψει 4,213 μηνύματα.
Ένα από τα αγαπημένα μου είναι η Άνναμπελ Λι

It was many and many a year ago,
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived whom you may know
By the name of ANNABEL LEE;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me.

I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love-
I and my Annabel Lee;
With a love that the winged seraphs of heaven
Coveted her and me.

And this was the reason that, long ago,
In this kingdom by the sea,
A wind blew out of a cloud, chilling
My beautiful Annabel Lee;
So that her highborn kinsman came
And bore her away from me,
To shut her up in a sepulchre
In this kingdom by the sea.

The angels, not half so happy in heaven,
Went envying her and me-
Yes!- that was the reason (as all men know,
In this kingdom by the sea)
That the wind came out of the cloud by night,
Chilling and killing my Annabel Lee.

But our love it was stronger by far than the love
Of those who were older than we-
Of many far wiser than we-
And neither the angels in heaven above,
Nor the demons down under the sea,
Can ever dissever my soul from the soul
Of the beautiful Annabel Lee.

For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful Annabel Lee;
And the stars never rise but I feel the bright eyes
Of the beautiful Annabel Lee;
And so, all the night-tide, I lie down by the side
Of my darling- my darling- my life and my bride,
In the sepulchre there by the sea,
In her tomb by the sounding sea.
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 8 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

dimitra12345

New member

Η Δήμητρα αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Επαγγέλεται Μαθητής/τρια και μας γράφει απο Μαρούσι (Αττική). Έχει γράψει 94 μηνύματα.
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 7 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

diotima

New member

Ο diotima αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Έχει γράψει 1,863 μηνύματα.
Βερενικη
(1835)​


Η μιζέρια είναι πολυειδής. Η αθλιότητα της γης πολύμορφη. Εκτεινόμενη πάνω απ'τον φαρδύ ορίζοντα σαν το ουράνιο τόξο, οι αποχρώσεις της είναι ποικίλες όσο και οι αποχρώσεις της αψίδας εκείνης—το ίδιο διακριτές, μα και το ίδιο στενά αναμειγμένες. Εκτεινόμενη πάνω απ'τον φαρδύ ορίζοντα σαν το ουράνιο τόξο! Πώς γίνεται και από την ομορφιά έχω συνάγει ένα είδος ασχήμιας;—από το σύμφωνο της γαλήνης μια παρομοίωση της θλίψης; Αλλά, όπως στην ηθική, το κακό είναι συνέπεια του καλού, έτσι, στην πραγματικότητα, απ'την χαρά γεννιέται θλίψη. Είτε η μνήμη περασμένης ευδαιμονίας είναι η οδύνη του σήμερα, είτε οι αγωνίες του τώρα έχουν τη ρίζα τους στις εκστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν υπάρξει.
Το βαπτιστικό μου όνομα είναι Αιγέας· αυτό της οικογενείας μου δε θα το αναφέρω. Εν τούτοις, δεν υπάρχουν πύργοι σ'αυτή τη γη πιο σεβαστοί απ'τους ζοφερούς, γκρίζους, κληρονομικούς μου διαδρόμους. Η γενεαλογική μας γραμμή έχει αποκληθεί φυλή οραματιστών· και σε πολλές χτυπητές λεπτομέρειες—στον χαρακτήρα της οικογενειακής έπαυλης—στις νωπογραφίες του κυρίως σαλωνιού—στις ταπισερί των κοιτώνων—στο σμίλεμα κάποιων αντιστηριγμάτων στο οπλοστάσιο—μα πιο ειδικά στην πινακοθήκη παλαιών πινάκων—στο στυλ της αίθουσας της βιβλιοθήκης—και, τέλος, στην πολύ ιδιόρρυθμη φύση των περιεχομένων της βιβλιοθήκης, υπάρχουν παραπάνω από επαρκή στοιχεία για να αιτιολογήσουν την πεποίθηση.
Οι αναμνήσεις των πρώιμων χρόνων μου είναι συνδεδεμένες με εκείνη την αίθουσα και με τους τόμους της—για τους οποίους δεν θα πω περισσότερα. Εδώ πέθανε η μητέρα μου. Εδώ μέσα γεννήθηκα εγώ. Αλλά είναι απλή οκνηρία να πω ότι δεν είχα ζήσει πιο πριν—ότι η ψυχή μου δεν έχει προηγούμενη ύπαρξη. Το αρνείστε;—ας μην το συζητήσουμε. Πεπεισμένος ο ίδιος, δεν γυρεύω να πείσω. Υπάρχει, όμως, μια ανάμνηση εναέριων μορφών—πνευματικών και γεμάτων νόημα ματιών—ήχων μουσικών μα λυπημένων—μια ανάμνηση η οποία δεν θα αποκλειστεί· μια μνήμη σα σκιά, ασαφής, ευμετάβλητη, αόριστη, ασταθής· και σα σκιά επίσης όσον αφορά την αδυναμία μου ν' απαλλαχτώ απ'αυτή για όσο το ηλιόφως του λογικού μου θα συνεχίζει να υπάρχει.
Μέσα σ'εκείνη την αίθουσα γεννήθηκα. Ξυπνώντας έτσι απ'την μεγάλη νύχτα αυτού που έμοιαζε με, αλλά δεν ήταν, ανυπαρξία, μεμιάς μές στις περιοχές της ίδιας της χώρας των παραμυθιών—σ'ένα παλάτι της φαντασίας—στις τραχιές επικράτειες της μοναστικής σκέψης και της πολυμάθειας—δεν είναι μοναδικό το ότι κοιτούσα γύρω μου με ξαφνιασμένα και διακαή μάτια—ότι χασομέρησα την παιδική μου ηλικία στα βιβλία και σπατάλησα την νιότη μου σε ονειροπόληση· όμως είναι μοναδικό που καθώς τα χρόνια κυλούσαν και το μεσημέρι της ενηλικίωσής μου με βρήκε ακόμα στην έπαυλη των πατέρων μου—είναι αξιοθαύμαστο τι στασιμότητα έπεσε πάνω στα ελατήρια της ζωής μου—αξιοθαύμαστο πόσο πλήρης ήτο η αντιστροφή που έλαβε χώρα στον χαρακτήρα των πιο συνηθισμένων μου σκέψεων. Οι αλήθειες του κόσμου με επηρέαζαν σαν οράματα, και μόνο ως οράματα, ενώ οι ξέφρενες ιδέες της γης των ονείρων έγιναν με τη σειρά τους,—όχι το υλικό της καθημερινής μου ύπαρξης—αλλά στην πράξη η ίδια η ύπαρξη απόλυτα και αποκλειστικά από μόνες τους.


Η Βερενίκη και εγώ ήμασταν ξάδελφοι και μεγαλώσαμε μαζί στους πατρικούς μου διαδρόμους. Όμως διαφορετικά μεγαλώσαμε—εγώ ασθενής στην υγεία και βουτηγμένος στην μελαγχολία—αυτή ευέλικτη, εύχαρις και πλημμυρίζοντας από ενέργεια· αυτής ο περίπατος πάνω στον λόφο—εμένα οι σπουδές του μοναστηριού—εγώ ζώντας εντός της δικιάς μου καρδιάς και εθισμένος ψυχή τε και σώματι στον πιο έντονο και επώδυνο διαλογισμό—αυτή περιπλανώμενη ανέμελα μέσα στη ζωή χωρίς να σκέφτεται τις σκιές στο μονοπάτι της ή τη σιωπηλή φυγή των κορακό-φτερων ωρών. Βερενίκη!—καλώ το όνομά της—Βερενίκη!—και απ'τα γκρίζα ερείπια της μνήμης χιλιάδες ταραχώδεις αναμνήσεις ανακινούνται στο άκουσμα! Α! έντονη είναι τώρα η εικόνα της μπροστά μου, όπως τις πρώτες μέρες της ξεγνοιασιάς και της χαράς της! Ω! πανέμορφη μα και πλασματική ομορφιά! Ω! σύλφη μές στους θάμνους του Arnheim!—Ω! Ναϊάδα ανάμεσα στα συντριβάνια του!—και έπειτα—έπειτα όλα είναι μυστήριο και τρόμος και μια ιστορία η οποία δεν πρέπει να ειπωθεί. Αρρώστια—μια μοιραία αρρώστια—έπεσε σαν τον λίβα επάνω στον σκελετό της και, ακόμα και καθώς την κοίταζα, το πνεύμα της αλλαγής περνούσε σαν κύμα από πάνω της, διαχεόμενο στο μυαλό της, στις συνήθειες της και στον χαρακτήρα της και, μ'εναν τρόπο πολύ ανεπαίσθητο και τρομερό, επηρεάζοντας ακόμα και την ταυτότητα του ατόμου της! Φευ! ο καταστροφέας ήρθε κι έφυγε!—και το θύμα—που είναι αυτή; δεν την αναγνώριζα—ή δεν την αναγνώριζα πια ως Βερενίκη.
Ανάμεσα στις πολυάριθμες παθήσεις που επεισάχθηκαν από εκείνη την μοιραία και πρωταρχική που προκάλεσε μια στροφή τόσο φρικτή στη θνητή και φυσική ύπαρξη της ξαδέρφης μου, μπορεί να αναφερθεί ως η οδυνηρότερη και πιο επίμονη ως προς τη φύση της, ένα είδος επιληψίας που όχι σπάνια κατέληγε σε καταληψία—καταληψία η οποία ομοίαζε πολύ σε θετική διάλυση και απ'την οποία ο τρόπος ανάνηψης ήταν στις περισσότερες των περιπτώσεων, αναπάντεχα απότομος. Εν τω μεταξύ, η δικιά μου αρρώστια—γιατί μου έχουν πει ότι δεν πρέπει να την αποκαλώ αλλιώς—η δικιά μου αρρώστια, τότε, αναπτύχθηκε ραγδαία πάνω μου και προσέλαβε τελικά ένα μονομανή χαρακτήρα πρωτότυπης και ασυνήθιστης μορφής—ώρα με την ώρα και στιγμή τη στιγμή κερδίζοντας σφρίγος—και διεξοδικά αποκτώντας πάνω μου την πιο ακατανόητη υπεροχή. Αυτή η μονομανία, αν πρέπει έτσι να την ονομάσω, συνίστατο σε μία νοσηρή ευερεθιστότητα εκείνων των ιδιοτήτων του μυαλού που στην μεταφυσική επιστήμη ονομάζονται το προσηλωτικό. Είναι παραπάνω από πιθανό ότι δεν γίνομαι κατανοητός· αλλά φοβάμαι, πράγματι, πως δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να μεταδόσω στο μυαλό του γενικού αναγνώστη, μια επαρκή ιδέα για την νευρική ένταση του ενδιαφέροντος με την οποία, στην περίπτωσή μου, οι δυνάμεις του διαλογισμού (για να μην μιλήσω τεχνικά) ασχολούνταν με τον αναλογισμό ακόμα και των πιο συνηθισμένων αντικειμένων στο σύμπαν.
Να ρεμβάζω για πολλές ακούραστες ώρες με την προσοχή μου καρφωμένη σε κάποια επιπόλαια συσκευή στο περιθώριο, ή στην τοπογραφία ενός βιβλίου· να απορροφούμαι για το μεγαλύτερο μέρος μιας καλοκαιρινής μέρας, σε μία εκκεντρική σκιά καθώς πέφτει λοξά πάνω στην ταπισερί, ή πάνω στην πόρτα· να χάνω τον εαυτό μου μια ολόκληρη νύχτα κοιτώντας τη σταθερή φλόγα μίας λάμπας, ή τις στάχτες μιας φωτιάς· να ονειρεύομαι μέρες ολόκληρες πάνω στο άρωμα ενός λουλουδιού· να επαναλαμβάνω μονότονα κάποια κοινή λέξη μέχρι ο ήχος, χάρη στην συχνή επανάληψη, να σταματήσει να μεταδίδει οποιαδήποτε ιδέα στο μυαλό· να χάνω κάθε αίσθηση κίνησης ή φυσικής ύπαρξης, με την μέθοδο της απόλυτης σωματικής ηρεμίας στην οποία επί μακρόν και πεισματικά επέμενα·—τέτοιες ήταν μερικές απ'τις πιο συνηθισμένες και λιγότερο καταστροφικές ιδιοτροπίες που προκλήθηκαν από μια κατάσταση των νοητικών δυνατοτήτων, όχι εντελώς χωρίς προηγούμενο, αλλά οπωσδήποτε αψηφώντας κάθε προσπάθεια για ανάλυση ή επεξήγηση.
Όμως ας μην παρανοηθώ. Η αδικαιολόγητη, ειλικρινής και νοσηρή προσοχή που διεγείροταν έτσι από αντικείμενα επιπόλαια στη φύση τους, δεν πρέπει να συγχυστεί στον χαρακτήρα με εκείνη την μηρυκαστική τάση που είναι κοινή σε όλο το ανθρώπινο είδος και στην οποία ενδίδουν κυρίως άτομα με φλογερή φαντασία. Δεν ήταν ούτε καν, όπως μπορεί να υποτεθεί αρχικά, μια ακραία κατάσταση ή υπερβολή μιας τέτοιας τάσης, αλλά πρωταρχικά και στην ουσία ξεχωριστή και διαφορετική. Στη μια περίπτωση, ο ονειροπόλος ή θιασώτης, ενδιαφερόμενος για ένα αντικείμενο συνήθως όχι επιπόλαιο, ανεπαίσθητα χάνει επαφή με το αντικείμενο αυτό μέσα σε μια ζούγκλα συμπερασμάτων και προτάσεων πηγάζουσων από εκεί, μέχρι που στην κατάληξη μιας ρέμβης, συχνά γεμάτης χλιδή, βρίσκει το πρωταρχικό αίτιο των στοχασμών του τελείως εξαφανισμένο και ξεχασμένο. Στην περίπτωσή μου, το πρωταρχικό αντικείμενο ήταν μονίμως επιπόλαιο, κι όμως προσλάμβανε μέσω της εξασθενημένης μου όρασης, μια διαθλασμένη και απατηλή σημασία. Λίγες επαγωγές γίνονταν, αν γίνονταν καν· και αυτές οι λίγες επέστρεφαν πεισματικά στο αρχικό αντικείμενο σαν επίκεντρο. Οι διαλογισμοί δεν ήταν ποτέ ευχάριστοι· και, στο τέλος της ονειροπόλησης, το πρωταρχικό αίτιο, τόσο μακριά απ'το να μην είναι ορατό, είχε φτάσει σ'εκείνο το υπερφυσικά υπερβολικό ενδιαφέρον το οποίο ήταν το κυρίαρχο γνώρισμα της ασθένειας. Με μία λέξη, οι δυνάμεις του μυαλού οι πιο κύρια ασκούμενες ήταν, για μένα, όπως είπα πιο πριν, το προσηλωτικό, ενώ για τον ονειροπόλο είναι το φαντασιακό.
Τα βιβλία μου, την εποχή εκείνη, αν στην πραγματικότητα δεν βοήθησαν στην έξαψη της διαταραχής, μοιράζονταν, όπως θα γίνει αντιληπτό, σε μεγάλο βαθμό, με την ευφάνταστη και ασήμαντη φύση τους, τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ίδιας της διαταραχής. Θυμάμαι καλά, μεταξύ άλλων, την διατριβή του ευγενούς Ιταλού Coelius Secundus Curio "de Amplitudine Beati Regni dei"· το υπέροχο έργο του Άγιου Αυγουστίνου, την "Πόλη του Θεού"· και το "de Carne Christi" του Τερτουλλιανού, στο οποίο η αντιφατική πρόταση "Mortuus est Dei filius; credible est quia ineptum est: et sepultus resurrexit; certum est quia impossibile est" κατέλαβε την αμέριστη προσοχή μου, για πολλές εβδομάδες κοπιαστικής και άκαρπης έρευνας.
Έτσι θα φανεί ότι, κινούμενο εκτός ισορροπίας μόνο από ασήμαντα πράγματα, το λογικό μου έφερε μεγάλη ομοιότητα με εκείνα τα κατσάβραχα του ωκεανού για τα οποία μιλάει ο Πτολεμαίος Ηφαιστίων, τα οποία σταθερά αντιστεκόμενα στις επιθέσεις της ανθρώπινης βίας και στην αγριότερη μανία των υδάτων και των ανέμων, έτρεμαν μόνο στο άγγιγμα του λουλουδιού που ονομάζεται Ασφόδελος. Και παρόλο που, σε έναν απρόσεχτο στοχαστή, μπορεί να φαίνεται θέμα πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η μετατροπή που συντελέστηκε, απ'την ατυχή της ασθένεια, στην ηθική κατάσταση της Βερενίκης, θα μου έδινε πολλά αντικείμενα για την εξάσκηση εκείνου του έντονου και αφύσικου διαλογισμού του οποίου την φύση δυσκολεύτηκα τώρα δα να εξηγήσω, εν τούτοις δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Στα διαυγή διαλείμματα της αναπηρίας μου, η συμφορά της, όντως, μου προκαλούσε πόνο και, παίρνοντας κατάκαρδα το ολοκληρωτικό ναυάγιο της ωραίας και ήπιας ζωής της, δεν παρέλειπα να αναλογίζομαι συχνά και με πικρία τα θαυματουργά μέσα με τα οποία μια τόσο περίεργη στροφή είχε τόσο έξαφνα κάνει την εμφάνισή της. Αλλά αυτοί οι συλλογισμοί δεν μοιράζονταν την ιδιοσυγκρασία της ασθένειάς μου και ήταν τέτοιοι όπως αυτοί που θα προέκυπταν, κάτω από παρόμοιες συνθήκες, στην απλή μάζα του ανθρώπινου είδους. Πιστή στον χαρακτήρα της, η αρρώστια μου διασκέδαζε με τις λιγότερο σημαντικές μα πιο αναπάντεχες αλλαγές που είχαν προκληθεί στο φυσικό πλαίσιο της Βερενίκης—στην μοναδική και πιο αποκρουστική παραμόρφωση της προσωπικής της ταυτότητας.
Κατά την διάρκεια των λαμπρότερων μερών της απαράμιλλης ομορφιάς της, σίγουρα δεν την είχα ποτέ ερωτευτεί. Μέσα στην περίεργη ανωμαλία της ύπαρξής μου, τα συναισθήματα για μένα, δεν είχαν υπάρξει ποτέ της καρδιάς και τα πάθη μου ήταν πάντα του μυαλού. Μέσα στο γκρίζο του πρώιμου πρωινού—ανάμεσα στις σαν δίχτυα σκιές του δάσους το απόγευμα—και στην σιωπή της βιβλιοθήκης μου την νύχτα, είχε περάσει φευγαλέα μπροστά στα μάτια μου και την είχα δει—όχι σαν την ζωντανή και αναπνέουσα Βερενίκη, αλλά σαν την Βερενίκη ενός ονείρου—όχι σαν ένα πλάσμα της γης, γήινο, αλλά σα μια αφαίρεση ενός τέτοιου πλάσματος—όχι σαν ένα πράγμα για θαυμασμό αλλά για ανάλυση—όχι σαν ένα αντικείμενο αγάπης αλλά σαν το θέμα της πιο δυσνόητης μα αμεθόδευτης εικασίας. Και τώρα—τώρα ανατρίχιαζα στην παρουσία της και χλώμιαζα στο πλησίασμά της· όμως θρηνώντας πικρά την έκπτωτη και συντετριμμένη της κατάστασή, υπενθύμιζα στον εαυτό μου ότι με είχε αγαπήσει επί μακρόν και, σε μια κακή στιγμή, της μίλησα για γάμο.
Και διεξοδικά, η περίοδος της γαμήλιας τελετής μας πλησίαζε, όταν, ένα απόγευμα κατά τον χειμώνα του έτους,—μία απ'αυτές τις άκαιρα ζεστές, γαλήνιες και ομιχλώδεις μέρες που είναι η μαία της όμορφης Αλκυόνης,—κάθησα (και κάθησα, όπως νόμιζα, μόνος μου) στο εσωτερικό δωμάτιο της βιβλιοθήκης. Όμως, υψώνοντας τα μάτια μου, είδα ότι η Βερενίκη έστεκε όρθια μπροστά μου.
Ήταν η δικιά μου ερεθισμένη φαντασία—ή η ομιχλώδης επίδραση της ατμόσφαιρας—ή το αβέβαιο λυκόφως της αίθουσας—ή οι γκρίζες κουρτίνες που έπεφταν γύρω απ'την φιγούρα της—που προκάλεσε σ'αυτήν ένα τόσο αμφίρροπο και ασαφές περίγραμμα; Δεν μπορούσα να πω. Δεν έλεγε τίποτα, εγώ—ούτε για όλο τον κόσμο δεν θα μπορούσα να προφέρω μια συλλαβή. Ένα παγερό σύγκρυο διαπέρασε το σώμα μου· μια αίσθηση ανυπόφορης αγωνίας με καταπίεζε· μια ακατανίκητη περιέργεια διαχεόταν στην ψυχή μου· και βυθιζόμενος πίσω στην καρέκλα, παρέμεινα για λίγη ώρα άπνοος και ακίνητος, με τα μάτια μου καρφωμένα πάνω στο άτομό της. Αλίμονο! η ισχνότητα ήταν υπερβολική και ούτε ένα κατάλοιπο απ'τον προηγούμενό της εαυτό δεν ελλόχευε σε οποιαδήποτε γραμμή της μορφής της. Οι φλογερές μου ματιές έπεφταν επί μακρόν πάνω στο πρόσωπο.
Το μέτωπο ήταν ψηλό, και πολύ χλωμό, και μοναδικά ατάραχο· και τα κάποτε κατάμαυρα μαλιά έπεφταν μερικώς πάνω του και επισκίαζαν τους άδειους κροτάφους με αμέτρητες μπούκλες ενός τώρα ζωηρού κίτρινου, και αυτές χτυπούσαν ασύμφωνα, λόγω του φανταστικού τους χαρακτήρα, με την κυρίαρχη μελαγχολία της φυσιογνωμίας. Τα μάτια ήταν άψυχα, και χωρίς λάμψη, και φαινομενικά έλειπε η κόρη τους, και εγώ μαζεύτηκα άθελα μου απ'το γυάλινο βλέμμα τους σε σκέψεις για τα λεπτά και συρρικνωμένα χείλια. Χώρισαν· και σ'ένα χαμόγελο με περίεργο νόημα, τα δόντια της αλλαγμένης Βερενίκης αποκαλύφθηκαν σιγά σιγά στην όραση μου. Μάρτυς μου ο Θεός, εύχομαι να μην τα είχα δει ποτέ μου, ή βλέποντας τα, να είχα πεθάνει!


Το κλείσιμο της πόρτας με τάραξε και, σηκώνοντας το βλέμμα, ανακάλυψα ότι η ξαδέρφη μου είχε αποχωρήσει απ'την αίθουσα. Αλλά απ'την ακατάστατη αίθουσα του μυαλού μου δεν είχε, αλίμονο! αποχωρήσει, και δεν επρόκειτο να απωθηθεί, το λευκό και αποτρόπαιο φάσμα των δοντιών. Ούτε ένα στίγμα πάνω στην επιφάνειά τους—καμιά απόχρωση στο σμάλτο τους—καμιά εγκοπή στις άκριες τους—παρά αυτό που το διάστημα του χαμόγελού της είχε φτάσει για να εντυπωθεί στην μνήμη μου. Τα έβλεπα τώρα ακόμα πιο κατηγορηματικά απ'ότι τα είδα τότε. Τα δόντια!—τα δόντια!—ήταν εδώ, κι εκεί, και παντού, και εμφανώς και ολοφάνερα εμπρός μου· μακριά, στενά, και υπερβολικά άσπρα, με τα χλωμά χείλια να συστρέφονται γύρω τους, σαν την ίδια τη στιγμή της πρώτης τους τρομερής ανάπτυξης. Μετά ήρθε το πλήρες μένος της μονομανίας μου, και πάλεψα μάταια ενάντια στην περίεργη και ακαταμάχητη επιρροή της. Στα πολλαπλά αντικείμενου του εξωτερικού κόσμου δεν είχα σκέψεις παρά μόνο για τα δόντια. Για αυτά λαχταρούσα με μια ξέφρενη επιθυμία. Όλα τ'άλλα ζητήματα και όλα τ'άλλα ενδιαφέροντα απορροφήθηκαν στην δικιά τους αναπόληση. Αυτά—αυτά μόνο ήταν παρόντα στο μάτι του νου, και αυτά, μέσα στην ατομικότητά τους, γίνανε η ουσία της πνευματικής μου ζωής. Τα κρατούσα μπροστά σε κάθε φως. Τα έστρεφα σε κάθε στάση. Ερευνούσα τα χαρακτηριστικά τους. Κολλούσα πάνω στις ιδιαιτερότητές τους. Αναλογιζόμουν την διαμόρφωσή τους. Ρέμβαζα πάνω στην μεταβολή της φύσης τους. Ανατρίχιαζα καθώς ανέθετα σ'αυτά στην φαντασία μου μια ευαίσθητη και αισθαντική δύναμη, και ακόμα και όταν δεν υποβοηθούνταν απ'τα χείλη, μια ικανότητα ηθικής έκφρασης. Για την δεσποινίδα Salle έχει καλώς ειπωθεί, "que tous ces pas etaient des sentiments," για την Βερενίκη πιο σοβαρά πίστευα que toutes ces dents etaient des idees. Des idees!—α εδώ ήταν η βλακώδης σκέψη που με κατέστρεψε! Des idees!—α επόμενο ήταν να τα εποφθαλμιώ τόσο παράφορα! Ένιωθα ότι η κατοχή τους και μόνο θα μπορούσε να αποκαταστήσει την γαλήνη μου, επιστρέφοντάς με στην λογική.
Και το απόγευμα έσφιξε τον κλοιό του γύρω μου μ'αυτό τον τρόπο—και τότε το σκοτάδι ήρθε, και πίσσωσε, και έφυγε—και η μέρα ανέτειλε πάλι—και οι ομίχλες μιας δεύτερης νύχτας μαζεύονταν τώρα γύρω μου—και ακόμα καθόμουν ακίνητος σ'εκείνο το μοναχικό δωμάτιο· και ακόμα ήμουν χαμένος μέσα στο διαλογισμό, και ακόμα το φάντασμα των δοντιών διατηρούσε την τρομερή του υπεροχή πάνω μου καθώς, με την πιο ζωντανή φρικτή διακριτότητα, αιωρείτο τριγύρω ανάμεσα στα μεταβαλλόμενα φώτα και σκιές της αίθουσας. Μετά από πολλή ώρα διέκοψε τα όνειρά μου μια κραυγή σαν από τρόμο κι απογοήτευση· και έπειτα, μετά από μια παύση, ακολούθησε ο ήχος προβληματισμένων φωνών, ανακατωμένων με πολλά σιγανά βογκητά θλίψης, ή πόνου. Σηκώθηκα απ'το κάθισμά μου και, σπρώχνοντας ανοικτή μια απ'τις πόρτες της βιβλιοθήκης, είδα να στέκεται έξω στον προθάλαμο μια υπηρέτρια, μέσα στα κλάματα, η οποία μου είπε ότι η Βερενίκη δεν υπήρχε πια. Είχε αδραχτεί από επιληψία νωρίς το πρωί και τώρα, στο πλησίασμα της νύχτας, ο τάφος ήταν έτοιμος για την ένοικό του, και όλες οι προετοιμασίες για την ταφή είχαν ολοκληρωθεί.


Βρήκα τον εαυτό μου να κάθεται στην βιβλιοθήκη, και πάλι να κάθεται εκεί μόνος. Φαινόταν ότι είχα εκ νέου ξυπνήσει από ένα μπερδεμένο και συναρπαστικό όνειρο. Ήξερα ότι ήταν τώρα μεσάνυχτα και είχα συνείδηση του ότι απ'τη δύση του ηλίου η Βερενίκη είχε ενταφιαστεί. Αλλά γι'αυτή την πληκτική περίοδο που μεσολάβησε δεν είχα θετική—τουλάχιστον όχι οριστική κατανόηση. Κι όμως η ανάμνησής της ήταν υπερπλήρης φόβου—φόβου πιο φοβερού απ'το να είναι ασαφής και τρόμου πιο τρομερού απ'την αμφισημία. Ήταν μια έντρομη σελίδα στην καταχώρηση της ύπαρξης μου, γραμμένη ολόκληρη με αμυδρές και φρικτές και ακατάληπτες αναμνήσεις. Μόχθησα να τις αποκρυπτογραφήσω, αλλά εις μάτην· διαρκώς και επαναλαμβανόμενα, σαν το πνεύμα ενός χαμένου ήχου, η οξεία και διαπεραστική στριγκλιά μιας γυναικείας φωνής έμοιαζε να κουδουνίζει στ'αυτιά μου. Είχα κάνει μια πράξη—αλλά τι ήταν αυτή; Ρώτησα τον εαυτό μου την ερώτηση φωναχτά και η ψιθυρίζουσα ηχώ της αίθουσας μου απάντησε "τι ήταν αυτή;"
Πάνω στο τραπέζι δίπλα μου έκαιγε μια λάμπα και δίπλα της βρισκόταν ένα μικρό κουτί. Δεν είχε κάποιον αξιοπρόσεκτο χαρακτήρα και το είχα δει συχνά προηγουμένως γιατί ήταν ιδιοκτησία του οικογενειακού γιατρού· αλλά πώς ήρθε εδώ, πάνω στο τραπέζι μου και γιατί ανατρίχιαζα θωρώντας το; Αυτά τα πράγματα δεν μπορούσα να τα αιτιολογήσω με κανένα τρόπο, και τα μάτια μου στο τέλος έπεσαν πάνω στις ανοιχτές σελίδες ενός βιβλίου και σε μια πρόταση υπογραμμισμένη εκεί μέσα. Οι λέξεις ήταν οι ιδιαίτερες αλλά απλές του ποιητή Ebn Zaiat, "Dicebant mihi sodales si sepulchrum amicae visitarem, curas meas aliquantulum fore levatas." Γιατί τότε, καθώς τις εξέταζα, τα μαλλιά της κεφαλής μου σηκώθηκαν όρθια και το αίμα του σώματός μου πάγωσε μες στις φλέβες μου;
Εκεί ήρθε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα της βιβλιοθήκης και, χλωμός σαν τον ένοικο ενός τάφου, ένας υπηρέτης μπήκε στις μύτες των ποδιών. Η εμφάνιση του ήταν άγριεμένη απ'τον τρόμο και μου μιλούσε με μια φωνή τρεμάμενη, βραχνή και πολύ χαμηλή. Τι μου είπε;—κάποιες κομματιαστές προτάσεις τις άκουσα. Μίλησε για μια άγρια κραυγή που διατάραξε την ησυχία της νύχτας—για την συγκέντρωση όλου του προσωπικού του σπιτιού—για μια έρευνα προς την κατεύθυνση του ήχου·—και τότε ο τόνος του εγινε συγκλονιστικά μοναδικός καθώς μου ψιθύρισε για έναν βεβηλωμένο τάφο—για ένα παραμορφωμένο σώμα σαβανωμένο, όμως ακόμα αναπνέον, ακόμα παλλόμενο, ακόμα ζωντανό!
Έδειξε προς τα ενδύματα·—ήταν λασπωμένα και γεμάτα με πηχτό αίμα. Δεν μίλησα και με πήρε μαλακά απ'το χέρι· ήταν χαραγμένο με το εντύπωμα ανθρώπινων νυχιών. Κατήυθυνε την προσοχή μου σε κάποιο αντικείμενο ακουμπισμένο στον τοίχο· το κοίταξα για κάποια λεπτά· ήταν ένα φτυάρι. Με ένα ξεφωνητό αναπήδησα προς το τραπέζι και άδραξα το κουτί που κείτοταν πάνω σ'αυτό. Αλλά δεν μπορούσα να το ανοίξω και με το τρέμουλό μου, αυτό γλίστρησε απ'τα χέρια μου και έπεσε βαριά και έγινε κομμάτια· κι απ'αυτό με ένα κροταλιστό θόρυβο, κύλισαν έξω μερικά οδοντριατρικά χειρουργικά εργαλεία, ανακατωμένα με τριαντα-δύο μικρές, λευκές, ομοιάζουσες σε ελεφαντόδοντο ουσίες, οι οποίες σκόρπισαν εδώ κι εκεί σε όλο το πάτωμα.

υγ.απο τα πρωτα κειμενα με εμφανη υπαινιγμο για οντα βαμπιρικα
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 7 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

diotima

New member

Ο diotima αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Έχει γράψει 1,863 μηνύματα.
The Angel of the Odd
IT was a chilly November afternoon. I had just consummated an unusually hearty dinner, of which the dyspeptic truffe formed not the least important item, and was sitting alone in the dining-room, with my feet upon the fender, and at my elbow a small table which I had rolled up to the fire, and upon which were some apologies for dessert, with some miscellaneous bottles of wine, spirit and liqueur. In the morning I had been reading Glover's "Leonidas," Wilkie's "Epigoniad," Lamartine's "Pilgrimage," Barlow's "Columbiad," Tuckermann's "Sicily," and Griswold's "Curiosities" ; I am willing to confess, therefore, that I now felt a little stupid. I made effort to arouse myself by aid of frequent Lafitte, and, all failing, I betook myself to a stray newspaper in despair. Having carefully perused the column of "houses to let," and the column of "dogs lost," and then the two columns of "wives and apprentices runaway," I attacked with great resolution the editorial matter, and, reading it from beginning to end without understanding a syllable, conceived the possibility of its being Chinese, and so re-read it from the end to the beginning, but with no more satisfactory result. I was about throwing away, in disgust,

This folio of four pages, happy work
Which not even critics criticise,

when I felt my attention somewhat aroused by the paragraph which follows :

"The avenues to death are numerous and strange. A London paper mentions the decease of a person from a singular cause. He was playing at 'puff the dart,' which is played with a long needle inserted in some worsted, and blown at a target through a tin tube. He placed the needle at the wrong end of the tube, and drawing his breath strongly to puff the dart forward with force, drew the needle into his throat. It entered the lungs, and in a few days killed him."

Upon seeing this I fell into a great rage, without exactly knowing why. "This thing," I exclaimed, "is a contemptible falsehood -- a poor hoax -- the lees of the invention of some pitiable penny-a-liner -- of some wretched concoctor of accidents in Cocaigne. These fellows, knowing the extravagant gullibility of the age, set their wits to work in the imagination of improbable possibilities -- of odd accidents, as they term them; but to a reflecting intellect (like mine," I added, in parenthesis, putting my forefinger unconsciously to the side of my nose,) "to a contemplative understanding such as I myself possess, it seems evident at once that the marvelous increase of late in these 'odd accidents' is by far the oddest accident of all. For my own part, I intend to believe nothing henceforward that has anything of the 'singular' about it."

"Mein Gott, den, vat a vool you bees for dat !" replied one of the most remarkable voices I ever heard. At first I took it for a rumbling in my ears -- such as a man sometimes experiences when getting very drunk -- but, upon second thought, I considered the sound as more nearly resembling that which proceeds from an empty barrel beaten with a big stick; and, in fact, this I should have concluded it to be, but for the articulation of the syllables and words. I am by no means naturally nervous, and the very few glasses of Lafitte which I had sipped served to embolden me no little, so that I felt nothing of trepidation, but merely uplifted my eyes with a leisurely movement, and looked carefully around the room for the intruder. I could not, however, perceive any one at all.

"Humph !" resumed the voice, as I continued my survey, "you mus pe so dronk as de pig, den, for not zee me as I zit here at your zide."

Hereupon I bethought me of looking immediately before my nose, and there, sure enough, confronting me at the table sat a personage nondescript, although not altogether indescribable. His body was a wine-pipe, or a rum-puncheon, or something of that character, and had a truly Falstaffian air. In its nether extremity were inserted two kegs, which seemed to answer all the purposes of legs. For arms there dangled from the upper portion of the carcass two tolerably long bottles, with the necks outward for hands. All the head that I saw the monster possessed of was one of those Hessian canteens which resemble a large snuff-box with a hole in the middle of the lid. This canteen (with a funnel on its top, like a cavalier cap slouched over the eyes) was set on edge upon the puncheon, with the hole toward myself; and through this hole, which seemed puckered up like the mouth of a very precise old maid, the creature was emitting certain rumbling and grumbling noises which he evidently intended for intelligible talk.

"I zay," said he, "you mos pe dronk as de pig, vor zit dare and not zee me zit ere; and I zay, doo, you mos pe pigger vool as de goose, vor to dispelief vat iz print in de print. 'Tiz de troof -- dat it iz -- eberry vord ob it."

"Who are you, pray ?" said I, with much dignity, although somewhat puzzled; "how did you get here ? and what is it you are talking about ?"

"Az vor ow I com'd ere," replied the figure, "dat iz none of your pizzness; and as vor vat I be talking apout, I be talk apout vat I tink proper; and as vor who I be, vy dat is de very ting I com'd here for to let you zee for yourzelf."

"You are a drunken vagabond," said I, "and I shall ring the bell and order my footman to kick you into the street."

"He ! he ! he !" said the fellow, "hu ! hu ! hu ! dat you can't do."

"Can't do !" said I, "what do you mean ? -- I can't do what ?"

"Ring de pell ;" he replied, attempting a grin with his little villainous mouth.

Upon this I made an effort to get up, in order to put my threat into execution; but the ruffian just reached across the table very deliberately, and hitting me a tap on the forehead with the neck of one of the long bottles, knocked me back into the arm-chair from which I had half arisen. I was utterly astounded; and, for a moment, was quite at a loss what to do. In the meantime, he continued his talk.

"You zee," said he, "it iz te bess vor zit still; and now you shall know who I pe. Look at me ! zee ! I am te Angel ov te Odd."

"And odd enough, too," I ventured to reply; "but I was always under the impression that an angel had wings."

"Te wing !" he cried, highly incensed, "vat I pe do mit te wing ? Mein Gott ! do you take me vor a shicken ?"

"No -- oh no !" I replied, much alarmed, "you are no chicken -- certainly not."

"Well, den, zit still and pehabe yourself, or I'll rap you again mid me vist. It iz te shicken ab te wing, und te owl ab te wing, und te imp ab te wing, und te head-teuffel ab te wing. Te angel ab not te wing, and I am te Angel ov te Odd."

"And your business with me at present is -- is" --

"My pizzness !" ejaculated the thing, "vy vat a low bred buppy you mos pe vor to ask a gentleman und an angel apout his pizziness !"

This language was rather more than I could bear, even from an angel; so, plucking up courage, I seized a salt-cellar which lay within reach, and hurled it at the head of the intruder. Either he dodged, however, or my aim was inaccurate; for all I accomplished was the demolition of the crystal which protected the dial of the clock upon the mantel-piece. As for the Angel, he evinced his sense of my assault by giving me two or three hard consecutive raps upon the forehead as before. These reduced me at once to submission, and I am almost ashamed to confess that either through pain or vexation, there came a few tears into my eyes.

"Mein Gott !" said the Angel of the Odd, apparently much softened at my distress; "mein Gott, te man is eder ferry dronk or ferry zorry. You mos not trink it so strong -- you mos put te water in te wine. Here, trink dis, like a goot veller, und don't gry now -- don't !"

Hereupon the Angel of the Odd replenished my goblet (which was about a third full of Port) with a colorless fluid that he poured from one of his hand bottles. I observed that these bottles had labels about their necks, and that these labels were inscribed "Kirschenwasser."

The considerate kindness of the Angel mollified me in no little measure; and, aided by the water with which he diluted my Port more than once, I at length regained sufficient temper to listen to his very extraordinary discourse. I cannot pretend to recount all that he told me, but I gleaned from what he said that he was the genius who presided over the contretemps of mankind, and whose business it was to bring about the odd accidents which are continually astonishing the skeptic. Once or twice, upon my venturing to express my total incredulity in respect to his pretensions, he grew very angry indeed, so that at length I considered it the wiser policy to say nothing at all, and let him have his own way. He talked on, therefore, at great length, while I merely leaned back in my chair with my eyes shut, and amused myself with munching raisins and filliping the stems about the room. But, by-and-by, the Angel suddenly construed this behavior of mine into contempt. He arose in a terrible passion, slouched his funnel down over his eyes, swore a vast oath, uttered a threat of some character which I did not precisely comprehend, and finally made me a low bow and departed, wishing me, in the language of the archbishop in Gil-Blas, "beaucoup de bonheur et un peu plus de bon sens."

His departure afforded me relief. The very few glasses of Lafitte that I had sipped had the effect of rendering me drowsy, and I felt inclined to take a nap of some fifteen or twenty minutes, as is my custom after dinner. At six I had an appointment of consequence, which it was quite indispensable that I should keep. The policy of insurance for my dwelling house had expired the day before; and, some dispute having arisen, it was agreed that, at six, I should meet the board of directors of the company and settle the terms of a renewal. Glancing upward at the clock on the mantel-piece, (for I felt too drowsy to take out my watch), I had the pleasure to find that I had still twenty-five minutes to spare. It was half past five; I could easily walk to the insurance office in five minutes; and my usual siestas had never been known to exceed five and twenty. I felt sufficiently safe, therefore, and composed myself to my slumbers forthwith.

Having completed them to my satisfaction, I again looked toward the time-piece and was half inclined to believe in the possibility of odd accidents when I found that, instead of my ordinary fifteen or twenty minutes, I had been dozing only three; for it still wanted seven and twenty of the appointed hour. I betook myself again to my nap, and at length a second time awoke, when, to my utter amazement, it still wanted twenty-seven minutes of six. I jumped up to examine the clock, and found that it had ceased running. My watch informed me that it was half past seven; and, of course, having slept two hours, I was too late for my appointment. "It will make no difference," I said : "I can call at the office in the morning and apologize; in the meantime what can be the matter with the clock ?" Upon examining it I discovered that one of the raisin stems which I had been filliping about the room during the discourse of the Angel of the Odd, had flown through the fractured crystal, and lodging, singularly enough, in the key-hole, with an end projecting outward, had thus arrested the revolution of the minute hand.

"Ah !" said I, "I see how it is. This thing speaks for itself. A natural accident, such as will happen now and then !"

I gave the matter no further consideration, and at my usual hour retired to bed. Here, having placed a candle upon a reading stand at the bed head, and having made an attempt to peruse some pages of the "Omnipresence of the Deity," I unfortunately fell asleep in less than twenty seconds, leaving the light burning as it was.

My dreams were terrifically disturbed by visions of the Angel of the Odd. Methought he stood at the foot of the couch, drew aside the curtains, and, in the hollow, detestable tones of a rum puncheon, menaced me with the bitterest vengeance for the contempt with which I had treated him. He concluded a long harangue by taking off his funnel-cap, inserting the tube into my gullet, and thus deluging me with an ocean of Kirschenwasser, which he poured, in a continuous flood, from one of the long necked bottles that stood him instead of an arm. My agony was at length insufferable, and I awoke just in time to perceive that a rat had ran off with the lighted candle from the stand, but not in season to prevent his making his escape with it through the hole. Very soon, a strong suffocating odor assailed my nostrils; the house, I clearly perceived, was on fire. In a few minutes the blaze broke forth with violence, and in an incredibly brief period the entire building was wrapped in flames. All egress from my chamber, except through a window, was cut off. The crowd, however, quickly procured and raised a long ladder. By means of this I was descending rapidly, and in apparent safety, when a huge hog, about whose rotund stomach, and indeed about whose whole air and physiognomy, there was something which reminded me of the Angel of the Odd, -- when this hog, I say, which hitherto had been quietly slumbering in the mud, took it suddenly into his head that his left shoulder needed scratching, and could find no more convenient rubbing-post than that afforded by the foot of the ladder. In an instant I was precipitated and had the misfortune to fracture my arm.

This accident, with the loss of my insurance, and with the more serious loss of my hair, the whole of which had been singed off by the fire, predisposed me to serious impressions, so that, finally, I made up my mind to take a wife. There was a rich widow disconsolate for the loss of her seventh husband, and to her wounded spirit I offered the balm of my vows. She yielded a reluctant consent to my prayers. I knelt at her feet in gratitude and adoration. She blushed and bowed her luxuriant tresses into close contact with those supplied me, temporarily, by Grandjean. I know not how the entanglement took place, but so it was. I arose with a shining pate, wigless ; she in disdain and wrath, half buried in alien hair. Thus ended my hopes of the widow by an accident which could not have been anticipated, to be sure, but which the natural sequence of events had brought about.

Without despairing, however, I undertook the siege of a less implacable heart. The fates were again propitious for a brief period; but again a trivial incident interfered. Meeting my betrothed in an avenue thronged with the élite of the city, I was hastening to greet her with one of my best considered bows, when a small particle of some foreign matter, lodging in the corner of my eye, rendered me, for the moment, completely blind. Before I could recover my sight, the lady of my love had disappeared -- irreparably affronted at what she chose to consider my premeditated rudeness in passing her by ungreeted. While I stood bewildered at the suddenness of this accident, (which might have happened, nevertheless, to any one under the sun), and while I still continued incapable of sight, I was accosted by the Angel of the Odd, who proffered me his aid with a civility which I had no reason to expect. He examined my disordered eye with much gentleness and skill, informed me that I had a drop in it, and (whatever a "drop" was) took it out, and afforded me relief.

I now considered it high time to die, (since fortune had so determined to persecute me,) and accordingly made my way to the nearest river. Here, divesting myself of my clothes, (for there is no reason why we cannot die as we were born), I threw myself headlong into the current; the sole witness of my fate being a solitary crow that had been seduced into the eating of brandy-saturated corn, and so had staggered away from his fellows. No sooner had I entered the water than this bird took it into its head to fly away with the most indispensable portion of my apparel. Postponing, therefore, for the present, my suicidal design, I just slipped my nether extremities into the sleeves of my coat, and betook myself to a pursuit of the felon with all the nimbleness which the case required and its circumstances would admit. But my evil destiny attended me still. As I ran at full speed, with my nose up in the atmosphere, and intent only upon the purloiner of my property, I suddenly perceived that my feet rested no longer upon terra-firma; the fact is, I had thrown myself over a precipice, and should inevitably have been dashed to pieces but for my good fortune in grasping the end of a long guide-rope, which depended from a passing balloon.

As soon as I sufficiently recovered my senses to comprehend the terrific predicament in which I stood or rather hung, I exerted all the power of my lungs to make that predicament known to the æronaut overhead. But for a long time I exerted myself in vain. Either the fool could not, or the villain would not perceive me. Meantime the machine rapidly soared, while my strength even more rapidly failed. I was soon upon the point of resigning myself to my fate, and dropping quietly into the sea, when my spirits were suddenly revived by hearing a hollow voice from above, which seemed to be lazily humming an opera air. Looking up, I perceived the Angel of the Odd. He was leaning with his arms folded, over the rim of the car ; and with a pipe in his mouth, at which he puffed leisurely, seemed to be upon excellent terms with himself and the universe. I was too much exhausted to speak, so I merely regarded him with an imploring air.

For several minutes, although he looked me full in the face, he said nothing. At length removing carefully his meerschaum from the right to the left corner of his mouth, he condescended to speak.

"Who pe you," he asked, "und what der teuffel you pe do dare ?"

To this piece of impudence, cruelty and affectation, I could reply only by ejaculating the monosyllable "Help !"

"Elp !" echoed the ruffian -- "not I. Dare iz te pottle -- elp yourself, und pe tam'd !"

With these words he let fall a heavy bottle of Kirschenwasser which, dropping precisely upon the crown of my head, caused me to imagine that my brains were entirely knocked out. Impressed with this idea, I was about to relinquish my hold and give up the ghost with a good grace, when I was arrested by the cry of the Angel, who bade me hold on.

"Old on !" he said; "don't pe in te urry -- don't. Will you pe take de odder pottle, or ave you pe got zober yet and come to your zenzes ?"

I made haste, hereupon, to nod my head twice -- once in the negative, meaning thereby that I would prefer not taking the other bottle at present -- and once in the affirmative, intending thus to imply that I was sober and had positively come to my senses. By these means I somewhat softened the Angel.

"Und you pelief, ten," he inquired, "at te last ? You pelief, ten, in te possibilty of te odd ?"

I again nodded my head in assent.

"Und you ave pelief in me, te Angel of te Odd ?"

I nodded again.

"Und you acknowledge tat you pe te blind dronk and te vool ?"

I nodded once more.

"Put your right hand into your left hand preeches pocket, ten, in token ov your vull zubmizzion unto te Angel ov te Odd."

This thing, for very obvious reasons, I found it quite impossible to do. In the first place, my left arm had been broken in my fall from the ladder, and, therefore, had I let go my hold with the right hand, I must have let go altogether. In the second place, I could have no breeches until I came across the crow. I was therefore obliged, much to my regret, to shake my head in the negative -- intending thus to give the Angel to understand that I found it inconvenient, just at that moment, to comply with his very reasonable demand ! No sooner, however, had I ceased shaking my head than --

"Go to der teuffel, ten !" roared the Angel of the Odd.

In pronouncing these words, he drew a sharp knife across the guide-rope by which I was suspended, and as we then happened to be precisely over my own house, (which, during my peregrinations, had been handsomely rebuilt,) it so occurred that I tumbled headlong down the ample chimney and alit upon the dining-room hearth.

Upon coming to my senses, (for the fall had very thoroughly stunned me,) I found it about four o'clock in the morning. I lay outstretched where I had fallen from the balloon. My head grovelled in the ashes of an extinguished fire, while my feet reposed upon the wreck of a small table, overthrown, and amid the fragments of a miscellaneous dessert, intermingled with a newspaper, some broken glass and shattered bottles, and an empty jug of the Schiedam Kirschenwasser. Thus revenged himself the Angel of the Odd.
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 7 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

Goseithor

New member

Ο Νότα στο Διάστημα αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Είναι 29 ετών, επαγγέλεται Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Ιωάννινα (Ιωάννινα). Έχει γράψει 214 μηνύματα.
Φαίνεται πως και ο θάνατος ήταν θαυμαστής του...

"Αυτοί οι μεγάλοι, φωτεροί, αυτοί οι θεϊκοι κύκλοι,έγιναν για μένα τα δίδυμα άστρα της Λήδας, κι εγώ, ο πιο αφοσιωμένος σ΄ αυτά αστρονόμος"
 

Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 7 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.

Χρήστες Βρείτε παρόμοια

  • Τα παρακάτω 0 μέλη και 1 επισκέπτες διαβάζουν μαζί με εσάς αυτό το θέμα:
    Tα παρακάτω 0 μέλη διάβασαν αυτό το θέμα τις τελευταίες 60 μέρες:
  • Φορτώνει...
Top