Αρχικώς, εβιάσθην εις το να απαντήσω
βλέποντας τίποτις άλλον παρα μόνον
τον τίτλο και είχα σκοπό να γράψω ότι
θα της κλάσουμε τον δεξιόν πάπαρον
όσο κοιτά εξ' αριστερών.
Ένας εκγερμανισμός από μια εύρυθμη
παραγωγική σκληροτράχηλη χώρα σαν τη τζέρμανι
θα μας γλύτωνε από την ειρωνεία του ότι τώρα που είναι φτηνό το μνι
δεν θα μας κάνει κουκου λόγω κρίσης.
Κάτω από την σκέπη της, δε θα έχουμε κρίση,
μόνο που φοβάμαι μη ξυπνήσει το ζώο μέσα στην κάλτσα της.
Ρομαντικέ Νωέα, ωραίο θέμα προς σκέψη,
καταπίνοντας στραγάλια και πίνοντας κάποιο φρουτώδες κράσσο,
αλλά μη δίνουμε και πολύ αξία στο φέτα τσιζ,
έχουν κι εκείνοι ωραιότατα λουκάνικα,
κάθε πόλη μια μπύρα κι όσο για την κουλτούρα,
η γερμανική φιλοσοφία θεωρείται μπετοκολώνα
του σύγχρονου πνεύματος,
δε μας έχουν ανάγκη.
(ξέρω, πληγώνει να συναντάμε τα τελευταία μας επιτεύγματα,
πίσω στους πανάρχαιους που μέχρι κι οι προτομές τους
έχουν φαγωθεί από τον χρόνο)
Επιμικτικά δε, νομίζω ότι δε ταιριάζουν και οι χημείες μας
εντιμότατη η άποψη του κλεπτονειρευτή,
να κοιτάξουμε στα στραβά μας κι αν ψάχνουμε
να κρυφτούμε κάτω από ποδιές,
αυτό μάλλον φανερώνει το πόσο ημιπαράφρονες και γεροσάψαλα
είμαστε και πως προσπαθούμε να γλυτώσουμε από την δαμόκλεια
με τον -για ακόμα μια φορά- πιο αναίμακτο τρόπο
λες και στη θέα λίγου αίματος καλύπτουμε ματάκια
*σνιφ σνιφ, τα τσαμένα.
Δεν ψυρίζουμε λέω εγώ καμιά λύση με καμπούρα
που να θυμίζει κάτι από την πλάτη μας?
είμαστε λαός της πουστριλίγκας
και οι γερμανοί θα μας είχαν για
να τους κόβαμε τα ξύλα για το τζάκι τους.
Βεβαίως ακόμα κι ένας πορνόφιλος της κακιάς
ώρας μπορεί να χειροκροτήσει μια μέρκελ και τα παλαμάκια του
να είναι το ίδιο ηχηρά με των υπολοίπων με μια προσδοκία
συμβιβασμένη με τις ελπίδες κι έτσι θα αποφεύγαμε
την κόλαση των προσωπικών μας φόβων.
Για να ειρωνευόμαστε την ακινησία της φθοράς μας,
ώστε να μεταβάλλουμε το εγώ μας σε κάτι άλλο
όπως ένα πρόσωπο που φορά τη μάσκα για να παίξει
στο έργο ενός άλλου τη δική του ζωή!
Αυτό δε περιέχει την κόλαση?
Δε θα ήταν σα να ακονίζαμε τα ρείθρα της καρδιάς μας,
με γερμανικά μαχαίρια, δεν είναι χασούρα πολύτιμου πάθους
κι ελευθερίας, ένα παράτολμο μείγμα να είσαι τα παπούτσια
στα πόδια ενός ανυπόφορου λυτρωτή
(ανυπόφορος όχι γιατί είναι τέτοιος αλλά γιατί θα είναι αγάς)
και ταυτόχρονα να κολλάει η λάσπη στη μούρη σου
βουλιάζοντας ολοένα και βαθύτερα
ως τη κραυγή του λύκου,
ως την ακινησία της θλίψης
(θέ μου, τι λυπητερό

)
ως την εξουθένωση της καρδιάς μας,
μέχρι η χαρά του ουρλιαχτού να μετατραπεί
σε απολογία χωρίς παιχνίδι,
μέχρι κάποιοι να πάρουν το ρόλο του μαστιγωτή,
και ξέρεις πέρα από ένα σημείο
επανεκκίνηση ζωής (ηδονής) δε γίνεται.
το όνειρο δε θα μουγκρίζει πια,
βουβό.
όχι, καλύτερα εδώ να τρώω τα άντερα μου,
άσε που των άλλων τα άντερα μου είναι δύσπεπτα.
(δε το βλέπω εθνοπατριωτικά και υπερηφανευτικά,
αλλά σαν ένα παγόβουνο κρυστάλλων, εγκλεισμός
στις ψυχιατρικές του ερέβους)
Μα να είσαι στον ήλιο και να σε τελειώνουν
επειδή εκείνοι είναι στη μουντάδα
και να πληρώνεις αντίτιμο επειδή βρέθηκες
φυτεμένος κάτω από τον ήλιο?
δε θέλω φλύαρες πυξίδες γερμανικής
προφοράς.
ΕΧΕΙΣ ΠΑΡΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟ ΓΕΡΜΑΝΑΡΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟ?
νομίζεις οτι ξεπλένεται από μέσα του με τη διαβολοπροφορά
που τα εκστομίζει.
αμα σου πει σ'αγαπω είναι σα να σου λέει
"η ψυχή σου μου ανήκει".
Πάρε και κατάλαβε.

στάζω μέλι κι απόψε
λύσις: να αυτοκατακτηθούμε.
Ξανά.
Σιωπηλά, δε νομίζεις?
(να αποσοβήσουμε τα οφειλόμενα όνειρα,
τούτο είναι καθαρμός. Όλα τα άλλα είναι αναρμοστιές,
σα να πας να αλλάξεις τον κόσμο κι εσύ να μένεις γίδιος

)