Μήπως είναι δυνατόν (λογικά αλλά και πραγματικά δυνατόν) να είναι κανείς ελεύθερος και μέσα στην υποτέλειά του, ή δούλος και μέσα στην αυτοτέλειά του;
Κι αν είναι, τι νόημα θα δώσουμε στις έννοιες υποτέλεια και ελευθερία από το ένα μέρος (του δούλου), αυτοτέλεια και δουλεία από το άλλο (του "κύρη του σπιτιού" κατά "ημί"

), για να τις παντρέψουμε;
Οφείουμε να δεχτούμε ότι απόλυτη αυτοτέλεια όπως και απόλυτη υποτέλεια στη ζωή του ανθρώπου δεν υπάρχει κι επομένως ούτε πλήρως να ελευθερωθεί ούτε πλήρως να δουλωθεί γίνεται ο άνθρωπος.
Όλοι ανεξαιρέτως (τουλάχιστον "δυνάμει") είμαστε λίγο ως πολύ ελεύθεροι μέσα στη δουλεία μας και δούλοι μέσα στην ελευθερία μας.
Ο χώρος της "νομικής" ελευθερίας ορίζει τι
δικαιούται να απαιτήσει και να πράξει ο κάθε πολίτης άμα το "θελήσει", εως ποιό σημείο
μπορεί να κινηθεί ελεύθερα και σε ποιοό φραγμό υποχρεώνεται να σταματήσει.
Η δυσκολία όμως αυτής της οπτικής της ελευθερίας (από τα τζιμάνια της νομικής) βρίσκεται σ'εκείνες τις δύο ιδιότροπες λέξεις, στο "δικαιούται" και στο "μπορεί"...
Μου παραχωρείς εσύ ο καλόγνωμος νομοθέτης το άλφα δικαίωμα, έχω όμως και τη δύναμη, μπορώ να το ασκήσω;
Ή (αντίστροφα) εγώ μπορώ, έχω τις ικανότητες, το θάρρος, την αποφασιστικότητα για τη βήτα συμφέρουσα πράξη (ωφέλιμη και στον εαυτό μου και στο κοινωνικό σύνολο), αλλά δικαιούμαι να την εκτελέσω;
Η διάσταση είναι ανάμεσα στη νομική και κοινωνική ελευθερία, κοντολογής.
Είμαστε νομικά speaking, αλλά είμαστε και κοινωνικά ελεύθεροι στις αποφάσεις και στις πράξεις μας, έστω και στον περιορισμένο βαθμό που μας παρέχεται από το Δίκαιο ο αυτοκαθορισμός;
Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ένα μόνο στοιχείο: το χρήμα, γενικότερα την οικονομική δύναμη, και το ρόλο που αυτή παίζει στη διεκδίκηση, πολύ περισσότερο στην έμπρακτη εξασφάλιση των νόμιμων δικαιωμάτων μας για να μπλεχτεί σε πολλές και σοβαρές αμφιβολίες.
Είναι ο άπορος πολίτης της πιο ευνομούμενης στον κόσμο δημοκρατίας εξίσου ελεύθερος με τον "εύπορο"; Ό,τι μπορεί, και με το νόμο, ο εύπορος το μπορεί ο φτωχός;