4. Υπάρχει ζωή έξω από το Ευρώ;
Του Όττο
Για να προσεγγίσει κάποιος την απάντηση στην παραπάνω ερώτηση, η οποία είναι και η δυσκολότερη ίσως απ’ όσες τίθενται σε σχέση με το ζήτημα της ελληνικής οικονομικής κρίσης, θα πρέπει προηγουμένως να εξοικειωθεί με κάποιες βασικές αρχές της έννοιας του νομίσματος. Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από το ρήμα «νομίζω» και κατά συνέπεια, το νόμισμα δεν αποτελεί ένα αντικείμενο με μονοσήμαντη και σταθερή σημασία, καθώς υπόκειται –ίσως λίγο περισσότερο απ’ απ’ ό,τι ένα απλό υλικό αντικείμενο- στο «μάτι του παρατηρητή».
Σε μια αυτόνομα αναπτυσσόμενη οικονομία, το λεγόμενο Εθνικό Νόμισμα, αποτελεί ένα εν δυνάμει ισχυρό δημοσιονομικό εργαλείο, το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται προκειμένου να ενισχύει την Εθνική Οικονομία.
Φυσικά, όπως κάθε εργαλείο, έτσι κι αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με καταστροφικό τρόπο, καταλήγοντας στην απώλεια της αυτονομίας της οικονομίας κατ’ αρχήν και του κράτους στη συνέχεια.
Με βάση τα παραπάνω, δεν θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση η αρνητική στάση την οποία κρατά σε μεγάλα ποσοστά η κοινή γνώμη, αφού
η δραχμή χρησιμοποιήθηκε με τον πλέον αρνητικό τρόπο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, πράγμα που έχει αφήσει ανάλογα κακές εντυπώσεις στο συλλογικό υποσυνείδητο. Ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι στα σχέδια της ενωμένης Ευρώπης ήταν το πέρασμα σε ένα κοινό νόμισμα. Επομένως η χρήση του εθνικού μας νομίσματος έγινε με τούτο το σκεπτικό, προκειμένου να προάγει μια οικονομία εξαρτημένη και υπερκαταναλωτική, χωρίς δική της παραγωγική βάση. Μια εκ νέου υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, εάν και στη σημερινή συγκυρία αυτό χρησιμοποιείτο κατά τον ίδιο τρόπο όπως στο παρελθόν, θα μπορούσε πράγματι να έχει τραγικά αποτελέσματα.
Στο σημείο όμως αυτό, θα πρέπει να κάνουμε μια απαραίτητη διευκρίνιση:
Όταν αναφερόμαστε σε «ισχυρό» δημοσιονομικό εργαλείο, δεν θα πρέπει να το συγχέουμε με αυτό που λέμε «ισχυρό» ή «σκληρό» νόμισμα. Κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει για μια μεγάλη οικονομία, όπως των ΗΠΑ, της Βρετανίας ή της Γερμανίας. Μια μικρότερη οικονομία θα χρειαζόταν ένα πιο ελαστικό κι ευέλικτο νόμισμα προκειμένου να ωφεληθεί απ’ αυτό. Όπως γράφει ο Δημήτρης Καζάκης: «ακόμη κι ο Άνταμ Σμιθ, είχε προειδοποιήσει ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ότι η ανάγκη για εθνικό χαρτονόμισμα, που εκδίδεται από μια εθνική κεντρική τράπεζα, δεν αφορά τόσο στα μεγάλα κράτη όσο τα μικρά,
ώστε να διαθέτουν τους ελάχιστους δυνατούς όρους ελέγχου της οικονομίας τους και το εμπόριό τους να μη γίνεται έρμαιο των ισχυρών νομισμάτων. Μήπως ήξερε κάτι που θέλουν να αγνοούν πολλοί σήμερα;»
Πράγματι, όποτε μια μικρή οικονομία συνδέθηκε με ένα ισχυρό ξένο νόμισμα, κατέληξε με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευση της οικονομίας της. Όπως γράφει Mark Weisbrot (NYT, 9/5/2011) για την περίπτωση της Αργεντινής: «Για τρεισήμισι και πλέον χρόνια η χώρα βούλιαζε σε βαθιά ύφεση, μια από τις χειρότερες του 20ου αιώνα παγκοσμίως. Το αργεντίνικο πέσο είχε σταθερή ισοτιμία με το δολάριο, όπως αντίστοιχα και η Ελλάδα με το ευρώ». Όμως και η Ελλάδα, στην πτώχευση του Τρικούπη το 1893, είχε προηγουμένως υπερδανειστεί σε χρυσό φράγκο και είχε ενταχθεί στη λεγόμενη Λατινική Ένωση, ενώ το 1932 η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω χρυσής δραχμής και υπερδανεισμού σε χρυσές λίρες, μιας και τότε ανήκε στην νομισματική ένωση της χρυσής λίρας στερλίνας. Το ίδιο συνέβη μόλις μια δεκαετία από την ένταξή μας στο Ευρώ
. Ιστορικά τεκμηριωμένο πάντως παραμένει το γεγονός, ότι παρά τα χρέη, η Ελλάδα ουδέποτε πτώχευσε έχοντας εθνικό νόμισμα. Ακόμη και μ’ εκείνη την εθελόδουλη δραχμή του Σιμήτη ή του Μητσοτάκη, το χρέος ήταν πλήρως διαχειρίσιμο.
Αντιγράφοντας και πάλι από τον Δημήτρη Καζάκη: «Όποτε οι διεθνείς κερδοσκοπικές ορέξεις των πιο αντιδραστικών κύκλων του κεφαλαίου γνώριζαν νέες εξάρσεις, όποτε ο άγριος ανταγωνισμός, οικονομικός και πολιτικός, για κυριαρχία στις παγκόσμιες αγορές άναβε, τότε εμφανίζονταν θεωρίες που πρότασσαν ως θεμελιώδη ανάγκη την ύπαρξη ενός ισχυρού παγκόσμιου χρήματος.
Η τραγική αυτή αυταπάτη χάθηκε οριστικά στα συντρίμμια που προκάλεσε το μεγάλο κραχ του 1929».
Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι
ο βαθμός στον οποίο το νόμισμα αποτελεί ισχυρό ή όχι δημοσιονομικό εργαλείο για μια χώρα, σχετίζεται με τον βαθμό του ελέγχου που έχει η χώρα επί του νομίσματος. Έτσι, το πέρασμα σε ένα ωφέλιμο εθνικό νόμισμα, θα συνεπαγόταν και την
εθνικοποίηση πρωτίστως της Τράπεζας της Ελλάδας –η οποία όχι μόνο είναι ιδιωτική εταιρεία, με το δημόσιο να κατέχει μόλις το 8% των μετοχών της, αλλά τελεί και υπεράνω του εθνικού δικαίου-
και των υπόλοιπων μεγάλων τραπεζών, έτσι ώστε να μπορεί το κράτος να ελέγχει τη ροή χρήματος και να αντιμετωπίσει τα διάφορα σύνθετα προβλήματα που θα προκύψουν, όπως ο ιδιωτικός δανεισμός κλπ. Φυσικά, όταν μια χώρα δεν έχει καθόλου τον έλεγχο του νομίσματος που κυκλοφορεί στην εγχώρια αγορά, προφανώς δεν διαθέτει και κανένα εργαλείο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας της κι έτσι καταλήγει να ελέγχεται από εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι όμως δεν έχουν κάποια υποχρέωση απέναντι στο λαό της χώρας, παρά μόνο προς τους μετόχους τους. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ΓΑΠ σε Γερμανικό τηλεοπτικό κανάλι, ρωτήθηκε από τον δημοσιογράφο: «Είστε υποχρεωμένος να παίρνετε διαρκώς νέα δάνεια για να πληρώνετε τα παλιά. Δεν θα ήταν ευκολότερο να περάσετε και πάλι στη δραχμή και να ισορροπήσετε;».
Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας περιορίστηκε ν’ απαντήσει ότι κάτι τέτοιο θα έκανε κακό στην Γερμανική Οικονομία γιατί θα μείωνε την ανταγωνιστικότητά της, αφού ξακαθάρισε ότι έξοδος της Ελλάδας από το Ευρώ θα σήμαινε και την κατάρρευσή του!! Απέναντι σε ποιους νιώθει λοιπόν υποχρεωμένος ο ΓΑΠ;
Ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευκλείδης Τσακαλώτος, επιβεβαιώνει αυτήν την άποψη του ΓΑΠ (ομιλία του στο Διεθνές Συνέδριο για το Χρέος, που οργάνωσε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, Νομική Σχολή Αθηνών, 6-8.2011): «Η διάλυση του ευρώ δεν αφήνει αδιάφορες τις χώρες του Βορρά, και γιατί κινδυνεύουν οι τράπεζές τους, και γιατί
ένα νέο νόμισμα των βορείων χωρών θα είχε τέτοια ανατίμηση που θα έσβηνε τα κέρδη ανταγωνιστικότητας που απολάμβαναν όλη την προηγούμενη περίοδο». Εκείνος εντούτοις πιστεύει ότι ακριβώς αυτό θ’ αποτελούσε ένα ισχυρό διαπραγματευτικό μας χαρτί, την εποχή που ο ΓΑΠ έπαιζε τον ρόλο του τοποτηρητή των γερμανικών συμφερόντων, αλλά και σήμερα ακόμη, σε περίπτωση που υπήρχε η πολιτική βούληση να περάσουμε σε μια «επιθετική αναδιαπραγμάτευση»: «
Μια επιθετική αναδιαπραγμάτευση έχει πολλά ατού αυτήν τη στιγμή. Μπορεί να εκμεταλλευτεί το χάος στην Ε.Ε. όπου ενδυναμώνεται η άποψη ότι η τωρινή προσέγγιση δεν είναι βιώσιμη και θέτει σε αμφισβήτηση την ύπαρξη του ευρώ [...] μπορεί να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι τόσες πολλές χώρες αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα.
Αν αποτύχει μια αναδιαπραγμάτευση μπορείς να προχωρήσεις σε στάση, αλλά αφού έχεις αναδείξει ποιος εμπόδισε τις αναγκαίες αλλαγές».
Πράγματι, μια λύση επιθετικής αναδιαπραγμάτευσης, θέτοντας επί τάπητος το συνολικό πρόβλημα χρέους των χωρών της Νομισματικής Ένωσης, βάζοντας δηλαδή στο παιχνίδι και τους υπόλοιπους που θα είχαν κάθε συμφέρον να αρνηθούν να πληρώσουν τα χρέη τους, υποστηρίζει και ο αρθρογράφος της Wall Street Journal, Άλεν Μάτιτς, σε άρθρο με τίτλο «
Κι αν οι Έλληνες αποφασίσουν ότι δεν θέλουν να σωθούν;» όπου περιγράφει τί θα γινόταν αν οι Ελληνες αποφασίσουν ότι η έξοδος από το ευρώ είναι όχι μόνο δυνατή αλλά και επιθυμητή. Τότε ο πυρήνας της Ευρώπης οδηγούμενος από τη Γερμανία είναι σχεδόν βέβαιο, σύμφωνα με το άρθρο, ότι θα έκανε μεγάλες υποχωρήσεις συμπεριλαμβανόμενης και μαζικής διαγραφής ελληνικών χρεών. «Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι αν θα μπορέσει η Ευρωζώνη να κάνει κάτι τέτοιο χωρίς να βρεθεί στη θέση της Ιρλανδίας, να λυγίσει δηλαδή υπό το συνθλιπτικό βάρος των χρεών τρίτων. Θα πρέπει υπολογίσει ότι όχι μόνο η Ελλάδα αλλά και η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ισπανία θα ζητήσουν ανάλογες ελαφρύνσεις αν αυτό συμβεί με την Ελλάδα, και κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για την Ευρωζώνη. Όμως, όπως έχουν αποδείξει άλλες οικονομικές κρίσεις όταν κορυφώνεται το πρόβλημα η τυπικότητα και οι κανονές παρακάμπτονται. Γι' αυτό,
όσο περισσότεροι Ελληνες πείθονται ότι μπορούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, τόσο καλύτερη διαπραγμάτευση θα πετύχουν με την Ευρώπη που θα πρέπει να τους αποτρέψει από το να το κάνουν. Κι αυτό γιατί μπορεί οι Γερμανοί, οι Ολλανδοί και οι Φιλανδοί πολιτικοί να ανησυχούν για το πώς θα παρουσιάσουν στους ψηφοφόρους τους την ανάγκη να παρέχουν ατελείωτα ποσά στην Ελλάδα, αλλά κάθε άλλη επιλογή θα είναι ακόμη χειρότερη».
Στη σημερινή εποχή βλέπουμε πως το Ευρώ, το σκληρό και άκαμπτο νόμισμα στο οποίο επιμένει η ευρωπαϊκή τραπεζική ελίτ, λειτουργεί όχι απλά ως εργαλείο, αλλά ως όπλο μαζικής καταστροφής και στρατός κατοχής, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και για όλη την Ευρώπη, οφελώντας κυρίως τη Γερμανία ή την Ολλανδία, ενώ οι υπόλοιποι καταποντίζονται οικονομικά κι εξανδραποδίζονται εργασιακά και του γερμανικού λαού συμπεριλαμβανομένου. Όπως είπε ο Βρετανός ευρωβουλετής Nigel Farange (09/02/10), «...
σήμερα έχουμε τη σιδερένια γροδιά της Κομισιόν και την είδαμε με την Ελλάδα να γίνεται προτεκτοράτο. Καημένη Ελλάδα, παγιδεύτηκες στον εφιάλτη του Ευρώ. Ενάντια στις ευρωπαϊκές αξίες, αφαιρέσατε εθνική κυριαρχία κι αυτό το χρησιμοποιήσατε. Επιμένετε ακόμη στη σταθερότητα, κι αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα υποφέρουν, προκειμένου να συντηρηθεί αυτό το καταστροφικό σχέδιο με το Ευρώ. Θα καταρρεύσει, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό, αφού δεν προσαρμόζεται στις ανάγκες των χωρών και δεν έχει την αρμόζουσα στίριξη των λαών». Στις 13/01/09 ο Farange είπε: «
Με το Ευρώ εγκλωβίσατε τον κόσμο σε μια οικονομική φυλακή, σ’ ένα κάτεργο, από το οποίο για να βγουν θα χρειαστεί θάρρος, ηγεσία και πιθανώς η αναπόφευκτη οικονομική κατάρρευση».
Συγκρίνοντας τις περιπτώσεις της Ισλανδίας και της Ιρλανδίας, χώρες με παρόμοιο πρόβλημα αλλά διαφορετικές επιλογές, σε πρόσφατο άρθρο του το περιοδικό Εκόνομιστ γράφει: «Ενα μάθημα των αντίθετων επιλογών Ισλανδίας και Ιρλανδίας είναι ότι
τα οφέλη τού να ανήκει μια μικρή χώρα σε μια μεγάλη νομισματική ένωση δεν είναι καθόλου αυτά που κάποτε εκθειάζονταν ότι είναι» αναφέρει το περιοδικό και συνεχίζει: «Οταν πανικόβλητοι επενδυτές εγκατέλειπαν τα μικρά νομίσματα το φθινόπωρο του 2008, το ευρώ φαινόταν καταφύγιο.
Δύο χρόνια μετά, το ευρώ μοιάζει περισσότερο με παγίδα για χώρες που αγωνίζονται να ξανακερδίσουν εξαγωγική ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα και η Ιρλανδία έχασαν την εμπιστοσύνη των αγορών, παρόλο που και οι δύο εκδίδουν ομόλογα σε ευρώ». Οσο για τους Ισλανδούς, που αρχικά θεώρησαν το ευρώ σωτηρία, τώρα δεν θέλουν ούτε να το ακούσουν! Όπως βλέπουμε, ο Farange δεν είναι απλά μια μοναχική γραφική φωνή στο Ευρωκοινοβούλιο, η έως τώρα αποτυχία του Ευρώ είναι κάτι που το συνομολογούν όλο και περισσότεροι αναλυτές, διαφόρων ιδεολογικών τάσεων.
Εάν άραγε ο Χίτλερ είχε χρησιμοποιήσει τα χρήματα που ξόδεψε για τον Β’ ΠΠ, δίνοντας δάνεια στις άλλες χώρες της Ευρώπης, λέτε να είχε κερδίσει τον πόλεμο; Μάλλον όμως θα έπρεπε να συμπράξει με τη Μεγάλη Βρετανία, αφού αυτή είχε μεγαλύτερη τεχνογνωσία σε τούτη τη μορφή πολέμου.
Στο «δια ταύτα», τι θα πρέπει να γίνει; Ο Mark Weisbrot γράφει (NYT, 9/5/2011): «Η ταχεία ανάρρωση της Αργεντινής οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ότι απελευθερώθηκε από τις αυστηρές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές που της επέβαλλαν. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στην Ελλάδα, εάν αποφασίσει να επιστρέψει στη δραχμή. Η υποτίμηση θα τονώσει το εμπορικό ισοζύγιο, καθιστώντας τη χώρα ανταγωνιστική με φθηνές εξαγωγές και ακριβές εισαγωγές. Πολλά δημοσιεύματα έχουν επίσης προβλέψει κατακόρυφη αύξηση του ελληνικού χρέους στην περίπτωση εξόδου από την ευρωζώνη.
Η Ελλάδα όμως, ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται να αποπληρώσει το χρέος της, όπως έκανε και η Αργεντινή μετά την υποτίμηση».
«Είναι σχεδόν δεδομένο πως - υπό την απειλή της εξόδου από την ΟΝΕ - οι Ευρωπαίοι θα προτείνουν στην Ελλάδα μια ευνοϊκότερη συμφωνία. Ισως να έχουν ήδη συντάξει μια εναλλακτική πρόταση.
Η ουσία όμως είναι πως η Ελλάδα δεν θα πρέπει να «βολευτεί» με καμία συμφωνία που δεν θα της επιτρέψει να βγει από την ύφεση και να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Η προσπάθεια διευκόλυνσης της εξόδου της Ελλάδας από την κρίση απέτυχε. Εάν η προσφορά της Ευρώπης φτάνει μέχρι εδώ, μάλλον ήρθε η ώρα του «αντίο» στο ευρώ. Και όχι μόνο για την Ελλάδα».
Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω, ότι η επιβολή του Ευρώ στην Ευρώπη δημιούργησε μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα σε ολόκληρη την ήπειρο, αφού δεν διαθέτει την απαραίτητη νομιμοποίηση από τους ευρωπαϊκούς λαούς. Στην πραγματικότητα μόνο δύο χώρες ψήφισαν για το Ευρώ, η Δανία και η Σουηδία και αμφότερες ψήφισαν αρνητικά. Επίσης, Όπως λέει ο Nigel Farange: «Πρέπει να υποφέρουν εκατομμύρια για να συνεχιστεί το Ευρω-όνειρό σας.
Το Ευρώ αντιπροσωπεύει μια πολιτική τάξη που επιβάλει το θέλημά της στους ευρωπαϊκούς λαούς. Τώρα έχουμε μια νέα ευρωπαϊκή εξουσία, η οποία διαθέτει τεράστια δύναμη. Δεν έχει μόνο υπουργό εξωτερικών, ή τη δυνατότητα να συνάπτει Διεθνείς Συνθήκες, αλλά επιπλέον έχει τη δυνατότητα να κάνει χρήση έκτακτων εξουσιών και κυριολεκτικά να καταλαμβάνει χώρες. Αξίζει να θυμηθούμε ότι η Συνθήκη της Λισαβώνας, που δίνει στην Κομισιόν αυτές τις εξουσίες, επίσης δεν έχει δημοκρατική νομιμοποίηση στην Ε.Ε.
Πρέπει να θέσουμε το μέλλον της Ευρώπης ενώπιον των λαών κάθε κράτους-μέλους, με ελεύθερα και δίκαια δημοψηφίσματα».
Εν κατακλείδι, ο δρόμος για τη διάσωση της χώρας και του λαού από την ξένη κυριαρχία, δεν είναι σε καμμία περίπτωση στρωμένος με ροδοπέταλα και
πλέον όλες οι επιλογές θα έχουν σημαντικό κόστος. Ο Ε. Τσακαλώτος, σε ομιλία του στους Αγανακτισμένους της Δράμας (25/06/11) τόνισε πως η μοναχική πορεία μέσα σ’ έναν ανταγωνιστικό κόσμο, με εθνικό νόμισμα και αυτόνομη οικονομία μέσα σ’ ένα περιβάλλον που βρίσκεται σε ύφεση, θα είναι πολύ δύσκολη και περίπλοκη. Ο ίδιος όμως παραδέχεται ότι
μέσα σε διάστημα ενός έτους από σήμερα είναι πολύ πιθανόν να αναγκαστούμε εκ των πραγμάτων να βρεθούμε με δικό μας νόμισμα, λόγω κατάρρευσης του Ευρώ και της Ευρωζώνης. Όπως και να έχει, θα πρέπει να πιστέψουμε πολύ στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ιδιαίτερα ευνοημένης χώρας μας και στις ικανότητες του κουζουλού λαού μας, που όταν πάει στα ξένα προσαρμόζεται θαυμάσια και διαπρέπει, ενώ στη χώρα του πνίγεται στην παρακμή και στη μετριότητα, σε μια Ελλάδα που θα πρέπει πια να πάψει να τρώει τα παιδιά της.
Κανένα κόστος δεν είναι επαχθέστερο από τη θυσία μιας ολόκληρης γενιάς στο βωμό της Χρεωκρατικής Απολυταρχίας, στην οποία σκοπεύουν να βυθίσουν το σύνολο των ευρωπαϊκών λαών, δικαιώνοντας με ανατριχιαστκό τρόπο τα γεωπολιτικά οράματα του Αδόλφου Χίτλερ και της οπορτουνιστικής τάξης που τον ανέθρεψε και ανέδειξε. Κανένας δρόμος δεν είναι δυσκολότερος από εκείνον που οδηγεί σε αδιέξοδο, δουλεία και κατάργηση όλων των κατακτήσεων και των ανθρώπινων ελευθεριών, υπέρ των οποίων ποταμοί αίματος έχουν βάψει τα νερά του ρεύματος της Ιστορίας. Χρειάζεται προσεκτικός σχεδιασμός, αταλάντευτη βούληση και αποτελεσματική υλοποίηση, μα
πάνω απ’ όλα χρειάζονται άνθρωποι που θα αναλάβουν την ιστορική ευθύνη και το βαρύ χρέος να φέρουν εις πέρας ένα τέτοιο τιτάνιο έργο. Ποιοι θα είναι αυτοί, δεν το γνωρίζουμε, σίγουρα όμως θα πρέπει να είναι άνθρωποι άφθαρτοι από το σάπιο κι εθελόδουλο πολιτικό σύστημα και τα τζάκια του, που κυβερνούν τη χώρα επί τόσες δεκαετίες και που μας οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια σε μια προβλέψιμη καταστροφή, άνθρωποι τίμιοι και προσηλωμένοι στον σκοπό, άνθρωποι σε τελική ανάλυση ηρωικοί, από εκείνους που μόνο οι σκληρότερες εποχές έχουν τη δύναμη να καταξιώνουν. Δικό μας έργο είναι να βοηθήσουμε στην ανάδειξη τέτοιων ανθρώπων, μέσα από το μαζικό κίνημα και να παλέψουμε με κάθε ικμάδα των δυνάμεών μας για την διεκδίκηση των βασικών δικαιωμάτων, πολιτικών και βιωτικών, τα οποία πλέον καταργούνται ή καταστρατηγούνται με τρόπο ασφυκτικό και αφόρητο.
Θάνατος στη Χρεωκρατία!!
Ζήτω η Ελευθερία!!
Ζήτω η Λαϊκή Κυριαρχία!!