Ο Κωστής Παπαγιώργης στο βιβλίο – πραγματεία του Τα γελαστά ζώα σημειώνει: «το γέλιο είναι τζάμπα, δεν στοιχίζει τίποτα…Η σοβαρότητα, από το «σοβώ», κρύβει την ορμή του πολεμιστή». Το γέλιο, διαβάζουμε σε λεξικά, «είναι σπασμωδικές συσπάσεις των γελαστήριων μυών του προσώπου, αλλά και των αναπνευστικών, διακοπτόμενες από σύντομες περιόδους μυϊκής χαλάρωσης, ως εκδήλωση εκ γενετής ενστικτώδους συμπεριφοράς του ανθρώπου σε χαρούμενες καταστάσεις ή σε αισθητήρια ερεθίσματα». Δεξιά και αριστερά του γενικού, αρκούντως περιγραφικού, αυτού προσδιορισμού βρίσκονται ακρότητες: το παθολογικό -ασυγκράτητο και διαρκές στο τραγικό της ζωής- και το ανέκφραστο μπροστά στο κωμικό.
Ο Κωστής Παπαγιώργης πραγματεύεται το γέλιο και ερμηνεύει την έκφραση όσο και την απουσία του. Εξετάζει το πηγαίο του ως αναπόδραστου νομοτελειακού συστατικού του ανθρώπου. Το γέλιο είναι μεταδοτικό και εκπέμπεται από το βλέμμα, όπως και η ψυχή. Δεν ενυπάρχει σε κάθε ζωική μορφή, είναι αμιγώς ανθρώπινη συνθήκη. Τα ζώα δεν γελάνε. Κάνουν χίλια δυο άλλα, μα δεν μειδιούν.
Όλα τα δοκίμια του βιβλίου εξετάζουν περιπτώσεις - εκφάνσεις του γέλιου. Χιούμορ, ειρωνεία, κωμικό, σάτιρα, γελοίο, μειδίαμα, τραγικό, συμπάθεια, χαρά έχουν παρανομαστή πάντα το γέλιο. Ωστόσο καθένα από αυτά είναι διαφορετικό: άλλο προσμειδίαμα, άλλο χαρά∙ άλλο σάτιρα, άλλο κακεντρέχεια. Επειδή, λοιπόν, το γέλιο ως ανθρώπινο στοιχείο είναι απρόβλεπτο και ασύμπτωτο με τους κανόνες της ηθικής ζωής –εννοούμενης ως άθροισμα και τήρηση εντολών πίστης και υποταγής σε όρους αιωνιότητας– εν πολλοίς στην ηθική απορρίπτεται και καταδικάζεται. Ο συγγραφέας απέναντι στην παθογένεια ενός αγέλαστου κόσμου αντιτάσσει το αρχαίο θέατρο. Το γέλιο καθαίρει τους θεατές, τους δείχνει, με γκροτέσκο ίσως τρόπο, τον εαυτό τους, τους συνδέει με την πόλιν, τους ήρωες και τα πάθη τους. Γελώντας οι θεατές διδάσκονται, και συνάμα πηδαλιουχούνται πού να στρέψουν το ενδιαφέρον τους. Στην τραγωδία δε γελούν∙ από μέσα τους βγαίνει γόος. Γελάει κανείς μόνον όταν ο ηθοποιός είναι γελοίος ή η παράσταση για γέλια. Κατά τα άλλα, τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα: πρόκειται για τραγωδία. Η κωμωδία, αντίθετα, βγάζει γέλιο, ζει στο παρόν.
Ο Παπαγιώργης επισημαίνει ότι στον Μπερξόν το γέλιο έχει ανθρωποκεντρική αρχή και συνδέεται με τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Η επανάληψη αλλά και η απόκλιση, η μίμηση αλλά και το απρόβλεπτο ή το ασυνήθιστο γεννούν το γέλιο. Η αντιστροφή καταστάσεων ή ρόλων καταλήγει στη γελοιοποίηση ανθρώπινων τύπων και συμπεριφορών. Στη γλώσσα η μετακίνηση από την κυριολεξία στη συνυποδήλωση, οι λεκτικές ανατροπές και η νοηματική αμφισημία, δημιουργούν το κωμικό, προκαλώντας ενίοτε τη θυμηδία. Στον Σοπενάουερ, κατόπιν, συνυφαίνεται το γέλιο με τη σκέψη. Η ασυμφωνία σκέψης και αντικειμένου, πραγμάτων και ονομάτων, γεννά το γέλιο. Συνεπώς το γέλιο ανήκει στους ανόητους και στα παιδιά! Κιʼ αυτό γιατί η σοβαρότητα ταιριάζει σε ισορροπημένα άτομα, εκεί όπου σκέψη και πράγμα είναι αρμοσμένα και εκλογικευμένα. Κάθε παρέκκλιση από τον κανόνα της σοβαρότητας είναι γνώρισμα του γελοίου.
Στην τραγική ειρωνεία ο άνθρωπος γίνεται θύμα των λόγων του, αφού η μοίρα ξέρει περισσότερα και τον εμπαίζει. Η σωκρατική, από την άλλη πλευρά, ειρωνεία είναι η νηφαλιότητα απέναντι στον αλαζόνα και φλύαρο συνομιλητή. Σύντομες ερωτήσεις, λεπτά σχόλια, αλλάζουν τα δεδομένα και η νηφαλιότητα μετατρέπεται σε επίθεση. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Kυνικούς, με τη φαινομενική τους μισανθρωπία. Ο Κίρκεγκωρ, με τη σειρά του, δίνει υπαρξιακό περιεχόμενο στους όρους «ειρωνεία» και «χιούμορ»: θεωρεί την ειρωνεία ως αφέλεια και δέχεται το χιούμορ ως συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα. Τονίζει πως η απελπισία ταιριάζει στην υπαρξιακή πίστη και το γέλιο εντείνει την τραγωδία του ανθρώπου.
Τα τελευταία δύο δοκίμια του βιβλίου αναφέρονται στον Παπαδιαμάντη και στον Βιζυηνό. Το γέλιο στον πρώτο ισοδυναμεί με μειδίαμα. Τα πρόσωπα στο έργα του δεν γελούν, μειδιούν. Για λίγο ευθυμούν. Περισσεύει ο οίκτος, ο πόνος, η συμπάθεια. Τα αστεία τα ανακαλύπτει ο αναγνώστης, οι ήρωες των έργων δεν αστειεύονται. Κι αν τύχει στο έργο χαραγματιά γέλιου ή αστεϊσμού, γρήγορα προσπερνιέται και δίνει τη θέση του στο φόβο, το φθόνο, την εκδίκηση. Φαιδρότητα και ιλαρότητα υπάρχει μόνο στα πρόσωπα των παιδιών, των μικρών κοριτσιών και των αφελών. Παπαδιαμάντειος κόσμος. Στον Βιζυηνό ο Παπαγιώργης συρράπτει τη ζωή του συγγραφέα με το έργο και το περιβάλλον του. Αναδεικνύει τη σύγκρουση Ανατολής με τη Δύση, δημοτικισμού με τον λογιοτατισμό, λαϊκότητας με τον καθωσπρεπισμό. Προσωπικές ατυχίες, ψυχικές αδυναμίες και το αίσθημα της απόρριψης έφεραν τον Βιζυηνό στο χείλος του γκρεμού, στην τρέλα. Στα έργα του συναντάμε αγέλαστους ήρωες: μόλις που χαμογελούν. Ο αναγνώστης, ίσως, μπορεί να γελάσει με τα παθήματα των ηρώων. Αλλά μήπως και ο Βιζυηνός γελούσε; Μια ζωή μέσα στη δακτυλοδεικτούμενη διαφορετικότητα μπορούσε να καταγράψει ευθυμία; Προφανώς όχι.
Ο Κωστής Παπαγιώργης έχτισε ένα βιβλίο πάνω στο πότε, στο γιατί και στο πώς του γέλιου. Μια πραγματεία διηρημένη σε επιμέρους κεφάλαια – δοκίμια: ʽΤο πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο», «Γελάνε τα ζώα;», «Αριστοφάνης και Οιδίπους», «Οι μεθοδεύσεις του κωμικού», «Ειρωνεία και χιούμορ», «Παπαδιαμαντικά γέλια» και «Βιζυηνά γέλια». Η γραφή του είναι γνωστή στους παλαιότερους αναγνώστες και πρόκληση για τους νεότερους. Θυμίζει βιβλία του όπως «Περί μέθης», «Ίμερος και κλινοπάλη», για να αναφερθούμε στα παλαιότερα. Η γλώσσα είναι σύνθετη, καρπίζουν τύποι αρχαϊκοί, δημοτικοί, καθομιλουμένης. Η εικονοπλασία του συγγραφέα, οι αναλογίες του, τα σχήματα λόγου, οι μεταφορές και τα ευφυολογήματα χαρίζουν στα δοκίμια κίνηση και παραστατικότητα. Ο Παπαγιώργης δεν φείδεται ορισμών και χαρακτηρισμών προσώπων και καταστάσεων, ο λόγος του τείνει να γίνει αφοριστικός. Όσα αναλύει, τα αποδεικνύει είτε μέσα από την εσωτερική του βιβλιοθήκη (τη βιωμένη γνώση και εμπειρία του) είτε με αναφορές σε άλλους συγγραφείς, προσθέτοντας πάντα τα ιδιαίτερα οξυδερκή σχόλιά του. Τόσο η δυσκολία του εγχειρήματος, όσο και η ιδιαίτερη προσέγγιση στο θέμα, απαιτούν την προσοχή του αναγνώστη. Γιατί ούτε τα δοκίμια είναι εύπεπτα ούτε τα επιχειρήματα που προβάλλονται είναι πάντα άμεσα κατανοητά. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Τα γελαστά ζώα, ευχάριστο, απρόβλεπτο και συχνά ελκυστικό, αποτελεί μια πρόκληση για τον αναγνώστη.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΡΑΧΑΛΙΑΣ