Dr. Hans-Hermann Hoppe: Το κράτος λειτουργεί μέσα σε ένα νομικό κενό. Δεν υπάρχει κανένα συμβόλαιο μεταξύ αυτού και των πολιτών του. Δηλαδή δεν έχει καθοριστεί συμβολαιογραφικά τι ανήκει και σε ποιόν, και κατά συνέπεια τι θα πρέπει να προστατευτεί. Δεν έχουν καθοριστεί συμβολαιογραφικά ποιες υπηρεσίες θα παρέχονται από το κράτος, τι συνέπειες θα υπάρχουν εάν αυτό αθετήσει τις υποχρεώσεις του, ούτε επίσης σε ποια τιμή θα παρέχονται αυτές οι“υπηρεσίες” στους “πελάτες”. Αντί τούτου, το κράτος μονομερώς καθορίζειτου κανόνες του “παιχνιδιού” και μπορεί να τους αλλάζει κατά το δοκούν,απλά νομοθετώντας κατά τη διάρκεια του “παιχνιδιού”. Προφανώς τέτοια συμπεριφορά θα ήταν αδιανόητη εάν αφορούσε ελεύθερα εμπορευόμενους ιδιώτες-παρόχους ασφάλειας. Φανταστείτε λοιπόν κάποιον πάροχο -αστυνόμευσης, ασφάλισης ή ακόμα διαμεσολάβησης- του οποίου ηπροσφορά να ήταν κάπως έτσι:
"Εγώ δεν εγγυώμαι για οτιδήποτε βάσει συμβολαίου. Δεν θα ανακοινώνω τις υποχρεώσεις μου και τι θα πρέπει νακάνω εάν, κατά τη γνώμη σας, δεν είμαι συνεπής σ’ αυτές - αλλά σε κάθε περίπτωση επιφυλάσσομαι του δικαιώματος να καθορίζω μονομερώς τητιμή που θα πληρώνετε για μια τέτοια ασαφή υπηρεσία."
Οποιοσδήποτε τέτοιος πάροχος ασφάλειας θα εξαφανιζόταν άμεσα από την αγορά λόγω παντελούς έλλειψης πελατών.
Από την άλλη μεριά, κάθε ιδιωτικός πάροχος ασφάλειας στο ελεύθερο εμπόριο, πρέπει να προσφέρει στους ενδεχόμενους πελάτες του ένα συμβόλαιο. Επίσης, τα συμβόλαια αυτά για να γίνονται αποδεκτά από τους οικειοθελώς συμπράττοντες πελάτες, θα πρέπει να εμπεριέχουν σαφείς περιγραφές ιδιοκτησιών καθώς και πλήρως καθορισμένους όρους αμοιβαίων παροχών και υποχρεώσεων. Κάθε αντισυμβαλλόμενο μέρος, για τη διάρκεια του συμβολαίου, θα δεσμεύεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του.Κάθε αλλαγή στους όρους ή προϋποθέσεις θα απαιτούσε την σύμφωνη και ομόφωνη συγκατάθεση όλων των εμπλεκομένων μερών.Πιο συγκεκριμένα, για να γίνονται αποδεκτά στους υποψήφιους αγοραστές ασφάλειας, αυτά τα συμβόλαια πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις για το ενδεχόμενο συγκρούσεων ή διαφωνιών μεταξύ ασφαλιστή-παρόχου προστασίας, και των προστατευόμενων ασφαλισμένων πελατών του, όπως επίσης στη περίπτωση αντικρουόμενων συμφερόντων μεταξύ διαφορετικών παροχών ή μεταξύ των ασφαλιστών και των αντίστοιχων πελατών τους.Επίσης σ’ αυτή τη περίπτωση μόνο μία αμοιβαία αποδεκτή λύση υπάρχει: τα συγκρουόμενα μέρη να συμφωνήσουν στο συμβόλαιο για διαιτησία ενώπιονενός κοινά αποδεκτού και έμπιστου πλην ανεξάρτητου τρίτου. Το τρίτο αυτό μέρος: είναι επίσης ελεύθερα εμπορευόμενο και χρηματοδοτούμενο, σε ελεύθερο ανταγωνισμό με άλλους αντίστοιχους φορείς -παρόχους-διαιτησίας. Οι πελάτες τους, δηλαδή οι πάροχοι ασφάλειας και οι ασφαλιζόμενοι, έχουν την απαίτηση ο διαιτητής να κρίνει και να αποφασίζει ακριβοδίκαια και αμερόληπτα προς κάθε πλευρά. Μόνο όσοι φορείς διαιτησίας είναι σε θέση να παρέχουν τέτοιες αποφάσεις θα επιτύχουν στην αγορά της διαιτησίας. Εκείνοι που δεν θα είναι ικανοί για κάτι τέτοιο θα θεωρηθούν μεροληπτικοί ή προκατειλημμένοι και θα εξαφανιστούν από την αγορά.