Περάσουμε καλά εμείς οι δύο, της είπε με ένα σιχαμένο γέλιο, την πλησίασε, την άγγιξε στο χέρι με ένα πρόστυχο τρόπο
-Τι συμβαίνει; Των ρώτησε σκεπάζοντας το σώμα της με μια κουβέρτα
-Έλα τώρα που δεν ξέρεις, μου είπε ο Χάρης μου είπε ότι είσαι πολύ καλή στο κρεβάτι, έλα και δεν θα χάσεις και της ορμάει ξαφνικά.
Η Ελπίδα άρχισε να κλαίει στη σκέψη, σηκώθηκε και έκανε έναν περίπατο στο σπίτι, άνοιξε τα παράθυρα και χάζευε την μεγάλη αυλή με τα υπέροχα τριαντάφυλλα, είδε τους περαστικούς να κάνουν διάφορα και σκεπτόταν πόσο θα ήθελε να ήταν έξω αλλά έπρεπε να κρυφτεί, τότε βλέπει ένα μαύρο αμάξι με φιμέ τζάμια να στέκετε στην είσοδο, η πόρτα ανοίγει και βγαίνει ο Αλέξανδρος, την είδε στο παράθυρο και ξαναμπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και έφυγε γρήγορα, παραξενεύτηκε αλλά το προσπέρασε και ξαναμπήκε μέσα στο σπίτι.
Πέρασε 1 εβδομάδα και εκείνη ήταν πιο όμορφη από ποτέ, τα σημάδια και οι γρατσουνιές χάθηκαν, ο άνθρωπος που τη βοήθησε ήταν πια ο άνθρωπος που εμπιστευόταν, ώσπου αποφάσισε μια μέρα να του τα πει όλα, για το τι συνέβη στη ζωή της, έτσι και έγινε τον έβαλε να κάτσει στην μεγάλη καρέκλα στο καθιστικό και….
-Ξέρεις θα ήθελα να σου μιλήσω, με βοήθησες και νοιώθω ότι πρέπει να ξέρεις την αλήθεια για μένα και του χαϊδεύει το γόνατο,
-Δεν είσαι υποχρεωμένη να πεις τίποτα, σου είπα μείνε όσο θες χωρείς υποχρέωση
-Το θέλω, ξέρεις πέρασα πολλά με την συγκατοίκηση με τον άνδρα που σου έλεγα, μου φέρθηκε στην αρχή με σεβασμό και μετά πήρε τα πάντα από εμένα. Έκατσε δίπλα στα πόδια του και άρχισε να του λέει τι σηνέβει. Κάποια μέρα μου είπε ότι θα με κάνει ευτυχισμένη, όμως δεν άργησε το κακό, για 6 μήνες ερχόντουσαν άνθρωποι στο σπίτι και με βίαζαν, με έδεναν, με χτυπούσαν αν δεν καθόμουν ήσυχη, και εκείνος έπαιρνε χρήματα από όλο αυτό, 6 μήνες πέθαινα αργά, ώσπου μια μέρα του είπα ότι αν δεν με αφήσει θα τον σκοτώσω και με ρήμαξε στο ξύλο. Μετά από 1 εβδομάδα το έσκασα και με βρήκε ο θείος μου και με ξαναέκλεισε μέσα, με έψαχνε μήνες γιατί αν χανόμουν έχανε και τα χρήματα, με χτύπησε και με άφησε κλισμένη στο σπίτι βρίζοντας με. Το μαρτύριο αβάσταχτο, ώσπου ενηλικιώθηκα και μπορούσα να πάρω τα πάντα από εκείνον, δεν τα κατάφερα, τότε την διακόπτει ο Αλέξανδρος και την ρωτάει αν θέλει να πιεί κάτι,
-Να σου φέρω ένα ποτό; Και έκανε να σηκωθεί
-Όχι ευχαριστώ, του είπε με χαμόγελο
-Μα κάτι πρέπει να πιείς, φάνηκε αμήχανος
-καλά ένα νεράκι, ευχαριστώ
-Θές και ένα χυμό;
-Εντάξει αφού θες τόσο πολύ βάλε μου, με μια περίεργη έκφραση τον ρωτάει, τι συμβαίνει
-Τίποτα πάω να φέρω το χυμό, και φεύγει νευρικός από το καθιστικό μπαίνει στην κουζίνα και κλείνει την πόρτα.
Όταν γύρισε της πρόσφερε το χυμό και έκατσε δίπλα του έκατσε εκείνη στα πόδια του και συνέχισε την ιστορία……
Πραγματικά, έπρεπε να ξεφύγω να πάω στην αστυνομία και πάλι τίποτα, ώσπου το έσκασα, πήγα στην αστυνομία και είπα για το Χάρη και το θείο μου, πήγαν στο σπίτι που ήμουν κλεισμένη 6 μήνες και βρήκαν ένα άλλο κορίτσι νέο μελαχρινό στην ίδια κατάσταση με μένα, να είναι δεμένη και να κλαίει, με ένα σιχαμένο άσχημο άνδρα από πάνω της να την χτυπάει, μπήκε μέσα η αστυνομία τον έπιασε αλλά ο Χάρης πουθενά, πλησίασα την κοπέλα και ένοιωθα τον πόνο της, την έλυσα και την πήρα αγκαλιά, με έδιωξε σηκώθηκε με περηφάνια έκανε το σταυρό της, άρπαξε το όπλο με γρηγοράδα από την τσέπη του αστυνομικού και τράβηξε την σκανδάλη με στόχο το κεφάλι της, αίμα παντού και εκείνη νεκρή στο πάτωμα, άρχισα να τρέχω προς την έξοδο και βλέπω το Χάρη να άρχετε, με βλέπει πάει να με κυνηγήσει τρέχει και ο αστυνόμος και τον πυροβολεί στο πόδι, πέφτει ξαπλωμένος στο χώμα φωνάζοντας ότι θα με βρει και εγώ να τρέχω, χωρίς προορισμό. Συνέλαβαν και το θείο μου και πείρα όλα τα δικαιώματα, από το τίποτα, είχε γράψει τα πάντα στο όνομά του, σιγά σιγά, μόνο το σπίτι ήταν δικό μου και έμεινα σε αυτό. Προσπάθησα να ορθοποδήσω και τα κατάφερα για δεύτερη φορά.
Η Ελπίδα κοιμήθηκε στα πόδια του, εκείνος την σήκωσε, την πήγε στο κρεβάτι της, την σκέπασε και έκλεισε την πόρτα φεύγοντας, πήγε στο σαλόνι μάζεψε τα ποτήρια και έβαλε το μπουφάν του, κοίταξε τριγύρω και έφυγε μέσα στη νύχτα.
Το επόμενο πρωί η Ελπίδα δεν τον βρήκε στο σπίτι, ο πονοκέφαλος ήταν αφόρητος, κάτι έπρεπε να είχε σκέφτηκε γιατί εδώ και μία εβδομάδα συμβαίνει αυτό, μόλις κάτσουμε στο σαλόνι και πιώ κάτι με παίρνει ο ύπνος και τότε σκέφτηκε ότι πάντα κάτι πίνει και πάντα την παίρνει ο ύπνος. Έτρεξε στην κουζίνα και άρχισε να ψάχνει, έκανε τον τόπο άνω κάτω και δεν έβρισκε τίποτα, ώσπου ακούει μία φωνή
-Ψάχνεις κάτι; Ήταν ο Αλέξανδρος ακουμπισμένος στην πόρτα το χέρι στη τσέπη, και ελαφρώς εκνευρισμένος.
-Ξέρεις, έψαχνα κάτι για να μαγειρέψω μια που είπες ότι δεν είσαι καλός μάγειράς και του χαμογέλασε με αμήχανο ύφος.