Να και η συνέχεια:
(ελπίζω να σας αρέσει)
Στην αρχή χάρηκα. Με παραξένεψε βέβαια το γεγονός ότι για πρώτη φορά από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου με φίλησε. Πήγα να ετοιμαστώ. Ποτέ δεν είχα βγει από το παλάτι, κυρίως για λόγους ασφάλειας. Φανταζόμουν πως θα έκανα καλή εντύπωση στον κόσμο κι ιδιαίτερα στη γερουσία.
Η γερουσία αποτελούταν από τους δώδεκα συμβούλους το πατέρα μου, οι οποίοι ήταν υπολογίσιμη δύναμη.
Προσφάτως, άρχισαν να διορθώνουν τη διοίκηση και να επεμβαίνουν στις πράξεις
του πατέρα μου.
Γενικά, ο πατέρας μου ήταν δυνατός και σκληρός άντρας. Ήταν ψηλός, ξανθός με γαλανά μάτια κι είχε μια αύρα που απόπνεε σοφία. Το καλογυμνασμένο σώμα ολοκλήρωνε την εικόνα του μυστήριου, γοητευτικού και επαναστατικού ατόμου. Ίσως τελικά γι’ αυτό ένιωθα πάντα αμηχανία μπροστά του.
Ο αρχηγός της γερουσίας με ενημέρωσε πως θα μου έκανε αυτός μαθήματα που είχαν σχέση με την κυβέρνηση. Δεν μου άρεσε σαν δάσκαλος έτσι όπως τον φανταζόμουν στο μάθημα. Ήταν πολύ γέρος, όπως και όλα τα μέλη της γερουσίας άλλωστε, με καμπούρα τόση, ώστε να φαίνομαι αρκετά ψηλότερη απ’ αυτόν, παρ’ όλο που στα νιάτα του πρέπει να ήταν ψηλός. Τα φρύδια του είχαν πάχος όσο και ο αντίχειρας ενός πιθήκου. Κοιτούσε πονηρά και η όψη του θύμιζε ξωτικό.
«Μια βασίλισσα πρέπει να είναι πολύ όμορφη» σκέφτηκα και άρχισα να ετοιμάζομαι. Όταν τελείωσα, δεν είχα πια τι να κάνω και βάλθηκα να παρατηρώ τα πάντα από το παράθυρό μου.
Οι κήποι του παλατιού ήταν απέραντοι, γεμάτοι πράσινο, αλλά και κάθε είδος φυτών. Πέρα από την Πόρτα, τη μεγάλη είσοδο του παλατιού, απλωνόταν λιβάδια, όλα ίδια και όμοια, που στο τέλος καταντούσαν βαρετά. Χωματόδρομοι έσπαγαν την
πράσινη μονοτονία. Πιο πέρα, αχνοφαίνοταν η διαχωριστική οροσειρά. Ήταν φυσικό
σύνορο των δύο αιωνίως αντίπαλων χωρών: της Πρώτης πολιτείας ή αλλιώς της πολιτείας του Βασιλιά, δηλαδή της δικιάς μου χώρας και της Τρίτης πολιτείας ή αλλιώς πολιτείας των Φάρε.
Όλες οι χώρες του νησιού, οι οποίες ήταν δώδεκα, ονομαζόταν πολιτείες. Ήμουν περήφανη για την καταγωγή μου. Οι πρόγονοι μου ήταν σαμάνοι, δηλαδή μάγοι και ιερείς. Χαρακτηριστικό τους το γαλάζιο χρώμα μαλλιών.
Έπαιξα με μια μπούκλα των μαλλιών μου μηχανικά. Είχαν γαλάζιο χρώμα. Γι’ αυτό
ήμουν γνωστή: ήμουν ο μόνος άνθρωπος στις δώδεκα πολιτείες που μπορούσα να είμαι μάγος! Το χαρακτηριστικό το πήρα από τη μητέρα μου. Παρ’ όλο που δεν την είχα δει ποτέ, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο μου. Ευχήθηκα να την είχα κοντά μου,
να ζούσα μια τρυφερή ζωή. Είχα βέβαια την Λίθα, την παραμάνα μου, αλλά δεν μπορούσε να αναπληρώσει την αγάπη της φυσικής μου μητέρας.
Ξάπλωσα στο τεράστιο κρεβάτι μου. Κοίταξα την οροφή. Αντίκρισα πανέμορφα πουλιά, από αυτά με τα πολύχρωμα φτερά. Η χαρά που είχα πριν από λίγο ένιωσα να πετάει…
Ένα χτύπημα στην πόρτα ακούστηκε και ο αντιπαθητικός αρχηγός της γερουσίας μπήκε στο δωμάτιό μου. « Έχετε έναν επισκέπτη» είπε με την ανατριχιαστική φωνή του.
Τον κοίταξα απορημένα. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξαναρθεί κανένας για εμένα. Όλοι ερχόταν για πολιτικούς λόγους και ζητούσαν να δουν τον πατέρα μου.
«Ποιος είναι;» τον ρώτησα. «Ένας ξένος από την Πέμπτη πολιτεία» ήρθε η αδιά-
φορη απάντηση.
Έδωσα εντολή να ετοιμαστεί ένα δωμάτιο. Δεν είχα όρεξη να δω κανέναν.
Εκτός κι αν ήταν η μητέρα μου…
Ξεντύθηκα. Έβαλα ένα πρόχειρο φόρεμα και έπεσα να κοιμηθώ. Το όνειρο μου ήταν πολύ όμορφο. Ονειρεύτηκα την μητέρα μου. Την είδα ψηλή και πανέμορφη. Αλλά δεν ήταν έτσι όπως μου την είχαν περιγράψει. Μου την περιέγραφαν με πράσινα σμαράγδια μάτια, όχι μοβ όπως την φαντάστηκα. Ήταν παχουλή, όχι λεπτή. Μου τραγούδαγε. Εγώ ήμουν μωρό. Η φωνή της μαγική. Με έκανε να ανατριχιάσω και ξύπνησα.
«Σήκω, τεμπέλα!» με ψευτομάλωσε η Λίθα. Χαμογέλασα αχνά. Καταλάβαινα την καλή της πρόθεση μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Γιατί λοιπόν προσπαθούσε άδικα; Μου χαλούσε ακόμη περισσότερο τη διάθεση.
«Καλά συγνώμη, αλλά τη μια κοιμάσαι, την άλλη είσαι ξύπνια;» συνέχισε με ένα ανόητο χαμόγελο στα χείλη. Έλεος!!!
Ένοιωσα κακιά. Μπορεί να μην ήταν κι η πιο έξυπνη της πολιτείας, είχε όμως καρδιά και αυτή η καρδιά μ’ αγαπούσε σαν παιδί της…
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 19 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.