Λοιπόν η μάνα μου όταν παντρέυτηκε δούλευαν με τον πατέρα μου στο ψυχιατρέιο στη Λέρο, καλά λευτά τότε έφτιαχναν το σπίτι τους άλλα δεν τελείωνε ποτέ, η μάνα μου έτρογε πολύ τότε και ήταν σαμιαμίδι, ο πατέρας μου τα ίδια, τα λευτά που έπερναν ειναι σαν 1500 ευρώ και οι δύο συνολικά, η μάνα μου δεν μπορούσε να κάνει παιδιά,
Οταν κάποια στιγμή τα πάντα πίγαιναν χάλια και τίποτα δεν τελείωνε βρέθηκε στην πόρτα της μια τσιγκάνα( τότε δεν ήταν σαν τώρα) της ειπα πώς έπρεπε να μηλήσουν, η μάνα μου την έδιωχνε και της έλεγε πώς δεν θέλει να ακούσει τίποτα απο εκείνη, βγάζει η μάνα μου να τη΄ς δώσει κάτι και δεν δέχτηκε, της ειπε πώς απλά έπρεπε να την ακούσει, με τα πολλά της είπε:
-Εσύ τρώς και τρώγεσε, ότι κάνεις απο την αρχή γυρίζει και πως κάτι κακό υπάρχει στο σπίτι της
η μάνα μου της ειπε πώς δεν πιστέυει σε αυτά τότε την πήρε απο το χέρι και την πήγε σε μια γλάστρα ΜΕΣΑ στο σπίτι (αν ήταν έξω θα έλεγε πως την έβαλε εκείνη) και της έδηξε ένα κουβάρι με τρίχες και καρφίτσες θαμένα στην γλάστρα με κερί και απο πάνω χώμα. Η μάνα μου φοβήθηκε και της ειπε να τα πάρει απο εκει και ότι δεν τα ήθελε μέσα στο σπίτι, η μάνα μου πήγε να της δώσει κάτι δεν δέχτηκε την ρώτησε τι ήθελε και της είπε
-θα τα πάρω απο τοσ σπίτι άν κάτι αλλάξει τότε θα περάσω και θέλω ένα πακέτο μακαρόνια.
Εφυγε η γυναίκα και μετά απο 2 χρόνια τυρανία με το σπίτι τελείωσε σε ένα μήνα η μάνα μου έμηνε έγκυος και πρίν απο αυτό πήρε 6-7 κιλά επάνω της.
Η τσιγκάνα δεν ξαναεμφανήστηκε ποτέ, απο τότε δεν την ξαναήδε
Αυτάαααααα λοιπόν;