Σε ένα από τα πειράματα, οι επιστήμονες έντυσαν τα νεογέννητα με ουδέτερα ρούχα και παραπλάνησαν τους ενήλικες για το φύλο τους. Οι ενήλικες περιέγραψαν τα «αγόρια» (στην πραγματικότητα κορίτσια) ως θυμωμένα ή αναστατωμένα σε μεγαλύτερη συχνότητα από τους ενήλικες που πίστεψαν ότι παρατηρούσαν κορίτσια και αντίστοιχα περιέγραψαν τα «κορίτσια» (στην πραγματικότητα αγόρια) ως χαρούμενα και κοινωνικά, περισσότερο από τους ενηλίκους που ήξεραν ότι είναι αγόρια.
Δεκάδες τέτοια πειράματα με απόκρυψη του πραγματικού φύλου έδειξαν ότι οι ενήλικες αντιλαμβάνονται διαφορετικά τα αγόρια από τα κορίτσια βλέποντας παρόμοια συμπεριφορά μέσα από το θολό πρίσμα του γένους.
Σε άλλη μελέτη οι μητέρες υπολόγισαν σε πόσο απότομο και επικλινές έδαφος θα μπορούσαν να μπουσουλίσουν τα 11 μηνών βρέφη τους. Οι μητέρες των αγοριών έπεσαν κοντά με απόκλιση μιας μοίρας, οι μητέρες των κοριτσιών υποτίμησαν τις ικανότητες των θυγατέρων τους, κατά εννέα μοίρες, παρόλο που δεν υπάρχουν διαφορές στις κινητικές ικανότητες των αγοριών και των κοριτσιών, αυτών των ηλικιών.
Αυτή η προκατάληψη μπορεί να κάνει τους γονείς υποσυνείδητα να περιορίσουν τη φυσική δράση των κοριτσιών τους.
Το πώς αντιλαμβανόμαστε τα παιδιά –κοινωνικά ή απόμακρα, σωματικά ενεργά ή υποτονικά – διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο τους φερόμαστε και κατʼ επέκταση ποιες εμπειρίες τους δίνουμε.
Εφʼ όσον η ζωή επηρεάζει τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου, αυτές οι εμπειρίες δημιουργούν φυλετικές διαφορές στην ενήλικη συμπεριφορά και τον ενήλικο εγκέφαλο – αποτέλεσμα που δεν είναι έμφυτο και φυσικό, αλλά προέρχεται από τη διαπαιδαγώγηση.