Μέχρι πριν λίγα χρόνια, διαπράττονταν ετησίως στην Ελλάδα 4.500 βιασμοί. Εξ αυτών, στην αστυνομία καταγγέλθηκαν μόνο 270 και έγιναν 183 συλλήψεις υπόπτων. Στα δικαστήρια έφτασαν μόνο 47 για να εκδικαστούν κατόπιν άσκησης ποινικής δίωξης.
Το 95,8% των βιαστών δρουν χωρίς συνεργό, προτιμούν το ύπαιθρο και τους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους. Οι περισσότεροι βιασμοί σημειώνονται από τις 6 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα. Το 53,4% των βιαστών είναι άτομα νεαρής ηλικίας, ενώ το 32,8% είναι μεσήλικες. Το 46,5% των βιασμών γίνεται στην επαρχία. Το 50,9% των βιαστών προέρχεται από τη μεσαία κοινωνικο-οικονομική τάξη και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των θυμάτων τους, το 31% αυτών είναι αρκετά μορφωμένοι. Τα πιο πάνω στοιχεία είναι προϊόν έρευνας του εγκληματολόγου Άγγελου Τσιγκρή. «Οι βιασμοί πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με την αύξηση της εγκληματικότητας, καθώς και με την εκμετάλλευση από τα διάφορα κυκλώματα των αλλοδαπών γυναικών που έχουν έρθει στη χώρα μας, οι οποίες με το φόβο της απέλασης δεν τολμούν να καταγγείλουν τα περιστατικά. Έτσι, υπολογίζεται ότι οι βιασμοί φτάνουν το μεγάλο αριθμό των 5.000 συμπτωμάτων το χρόνο και είναι πιθανόν το μέγεθος αυτό να το ξεπερνούν», ανέφερε μιλώντας σε αθηναϊκή εφημερίδα ο συγγραφέας.
Από το σύνολο των 1.000 γυναικών που ρωτήθηκαν, οι 116 (11,6%) δήλωσαν ότι είχαν πέσει θύμα βιασμού. Οι 6 (ποσοστό 5,2%) είχαν υποστεί κατά φύση συνουσία, οι 4 (3,4%) παρά φύση συνουσία (σοδομισμό), οι 15 (12,9%) στοματική συνουσία, οι 49 (42,2%) είχαν υποστεί κάποια άλλη ασελγή πράξη, ενώ οι 47 (40,5%) είχαν πέσει θύματα απόπειρας βιασμού. Από τις περιπτώσεις που έφτασαν στα αστυνομικά τμήματα προκύπτει ότι ένα ποσοστό της τάξης του 1% ήταν αιμομίκτες. Ακόμη καταγράφηκε ότι ένα ποσοστό της τάξης του 2,2% προέρχεται από το συγγενικό περιβάλλον. Η ταπείνωση (62,1%), η αηδία (74,1%), η οργή (71,6%), η κατάθλιψη (94,5%) και η ενοχή είναι τα συναισθήματα που διακατέχουν τον ψυχικό κόσμο των γυναικών ύστερα από την πράξη βιασμού.