Δευτέρα, 17 Μάρτιος 2008
Σύμφωνα με στοιχεία, τα οποία περιέχονται σε μελέτη του "Τμήματος Παιδικής-Εφηβικής Γυναικολογίας και Επανορθωτικής Χειρουργικής" της "Β΄ Μαιευτικής-Γυναικολογικής Κλινικής" της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο "Αρεταίειο Νοσοκομείο", 11,25% των Ελλήνων εφήβων ξεκινούν τη (διαπροσωπική και ολοκληρωμένη) σεξουαλική ζωή τους στην ηλικία των 12 ετών! Τα στοιχείο αυτό, αποκαλυπτικό της πραγματικής αλλά "κρυφής" ζωής των πρωτοεφήβων στη χώρα μας, καταδεικνύει, εκτός των άλλων, την υποκριτική εθελοτυφλία και την απολύτως αναχρονιστική αντιμετώπιση της σεξουαλικότητας εντός του ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι, επίσης, ενδεικτικό τάσεων αναφορικά με τις εσωτερικές λειτουργίες και το διαπαιδαγωγητικό ρόλο μερίδας των ελλαδικών οικογενειών.
Η συγκεκριμένη έρευνα υπό τον τίτλο "Η τάση της σεξουαλικής και αντισυλληπτικής συμπεριφοράς των νεαρών Ελληνίδων: Σύγκριση μελετών 2003 και 2007" παρουσιάσθηκε στο στο "5ο Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο Οικογενειακού Προγραμματισμού", το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από την Παρασκευή έως εχθές. Το ένα θέμα το οποίο πραγματεύθηκαν οι ερευνητές, λοιπόν, αφορά στην ηλικία έναρξης της σεξουαλικής συμπεριφοράς και το δεύτερο στην αντισύλληψη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην εν λόγω μελέτη, η έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας στις πρωτοεφηβικές ηλικίες μεταξύ 12-14 ετών αφορά στο 11,25% των παιδιών. Το ένα πέμπτο των Ελλήνων εφήβων (21,25%) έχουν την πρώτη ολοκληρωμένη σεξουαλική εμπειρία τους στις ηλικίες 14 έως 16 ετών και το υπόλοιπο 67,5% των εφήβων αρχίζει την ερωτική ζωή του σε ηλικία 16 ως 18 χρόνων. Η συγκριτική ανάλυση των στοιχείων μεταξύ των ετών 2003 και 2007, επιπλέον, καταδεικνύει ότι τα τέσσερα τελευταία χρόνια αυξήθηκε το ποσοστό των σεξουαλικά δραστήριων εφήβων από 30% σε 40%. Πέραν αυτού, οι μισοί από τους ενεργούς σεξουαλικά εφήβους είτε δεν έχουν την κατάλληλη πληροφόρηση για τις μεθόδους αντισύλληψης και προφύλαξης είτε επιλέγουν να μη λαμβάνουν μέτρα ως προς αυτό το θέμα. Συγκεκριμένα, οι έφηβοι σε ποσοστό 27% αποφεύγουν να χρησιμοποιούν αντισυλληπτικές μεθόδους ή χρησιμοποιούν καθ' όλα αναποτελεσματικές, όπως για παράδειγμα τη διακεκομμένη συνουσία (25%).
Πρέπει να σημειώσω ότι δεν έχω αν χείρας τη συγκεκριμένη μελέτη, παρά μόνο τη δημοσιογραφικού τύπου περίληψή της, όπως δημοσιεύθηκε σε διάφορες εφημερίδες, μεταξύ άλλων με reportage στο σημερινό φύλλο των "Νέων". Είναι σαφές, ωστόσο, ότι τέτοιου είδους μελέτες δεν είναι δυνατό να πληρούν τα κριτήρια της πλήρους αντιπροσωπευτικότητας των δειγμάτων και ότι η χρησιμότητά τους έγκειται, εν προκειμένω, στην παρακολούθηση των τάσεων και ενδείξεων περί το αντικείμενο της έρευνας. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη έρευνα αποτυπώνεται μια πραγματικότητα, την οποία, οιοσδήποτε έχει στοιχειώδη επαφή με τα παιδιά και τους εφήβους των τάξεων του Γυμνασίου και του Λυκείου, παρατηρεί: σταθερή μείωση της ηλικίας έναρξη της ολοκληρωμένης σεξουαλικής ζωής και ταυτόχρονα ανεύθυνη και επικίνδυνη πρακτική, όσον αφορά στην προφύλαξη.
Σε κάθε περίπτωση, με τα κριτήρια της εξελικτικής ψυχολογίας, η πρωτοεφηβική ηλικία των 12 ετών (ακόμη κι αν αντίστοιχα παρατηρείται μείωση της μέσης ηλικία έναρξης της έμμηνης ρύσης στα κορίτσια) είναι επικίνδυνα χαμηλή για την έναρξη ολοκληρωμένης σεξουαλικής ζωής και σαφώς (πέρα από τις περιπτώσεις ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης) επηρεάζει μάλλον αρνητικά την περαιτέρω ψυχική ανάπτυξη του παιδιού. Αν, λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, 4 στα 100 παιδιά αυτής της ηλικίας είναι ενεργά σεξουαλικά, αυτό σημαίνει ότι αντίστοιχος αριθμός οικογενειών αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα εσωτερικής λειτουργίας, επικοινωνίας των γονιών με τα τέκνα τους. Αντίθετα, είναι απολύτως φυσιολογικό και ευκταίο οι έφηβοι άνω των 16 ετών να έχουν σεξουαλική δραστηριότητα. Αρκεί, βεβαίως, να χρησιμοποιούνται οι στοιχειώδεις προφυλάξεις, αφού οι εγκυμοσύνες στην εφηβική ηλικία παρουσιάζουν ούτως ή άλλως αυξημένη μητρική και νεογνική περιγεννητική νοσηρότητας και θνητότητα.
Φευ, το ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα (στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό) εξακολουθεί να μη λαμβάνει υπ' όψιν τα παραπάνω, εξακολουθεί να μην διαπαιδαγωγεί για τα θέματα της σεξουαλικότητας τους μαθητές. Στην πραγματικότητα οι ιθύνοντες εθελοτυφλούν με υψηλότατο δείκτη υποκρισίας. Η αλήθεια είναι ότι αποφάσεις, όπως η πρόσφατη ανεκδιήγητη του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης να μην επιτρέψει στους εφήβους μαθητές να δουν έργα του Pablo Picasso επειδή είναι κατά τον ίδιο "άσεμνα" ή η αντίστοιχη του συναδέλφου του στις Σέρρες αναφορικά με τη θεατρική παράσταση του έργου "Λεωφορείο ο πόθος" του Tennessee Williams, αποδοκιμάζονται από την τεράστια πλειοψηφία της εκπαιδευτικής κοινότητας ως σκοταδιστικές, αναχρονιστικές και επικίνδυνες. Ωστόσο, το επίσημο εκπαιδευτικό πρόγραμμα των Γυμνασίων και των Λυκείων (θα έλεγα και των τελευταίων τάξεων των Δημοτικών Σχολείων) είναι ανεπίτρεπτο να εξακολουθεί να μη λαμβάνει ουδόλως υπ΄ όψιν ότι οι έφηβοι έχουν (και καλώς έχουν στις τάξεις του Λυκείου) σεξουαλική ζωή. Προφανώς, δεν αναμένει κάποιος το υπουργείο Παιδείας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο να υιοθετήσουν την προσέγγιση του... Wilhelm Reich, όσον αφορά στη σεξουαλικότητα, αλλά ότι, έστω, θα ξεκινήσουν να αντιμετωπίζουν τους εφήβους ως τέτοιους και όχι ως νήπια. Δεν απαιτείται να επανακαλυφθεί στην Ελλάδα του 2008 ο... τροχός της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Αρκεί να αντιγραφεί και να προσαρμοθεί στις εγχώριες συνθήκες το σχετικό παιδαγωγικό πρόγραμμα οποιασδήποτε άλλης ευρωπαϊκής χώρας!
Όσο για την πρωτοεφηβική σεξουαλική δραστηριότητα, είναι, βεβαίως, άλλης τάξεως θέμα, ιδιαίτερα σύνθετο, με παραμέτρους που αγγίζουν πολλά πεδία των ιατρικών-βιολογικών και των κοινωνικών επιστημών. Θεωρώ, ωστόσο, ότι είναι απολύτως απαραίτητο να ενημερωθούν στοιχειωδώς επί τους θέματος οι εκπαιδευτικοί των Γυμνασίων (δεδομένου ότι η τοποθέτηση ειδικών επιστημόνων ως συμβούλων ψυχικής υγείας στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ακόμη ως "περιττή πολυτέλεια"), ώστε να μην αυτοσχεδιάζουν κατά περίπτωση και ανάλογα με τις θρησκευτικές-ηθικές πεποιθήσεις τους (όπως συμβαίνει συνήθως), αλλά να ξεκινήσουν να χρησιμοποιούν τις ευρέως παραδεδεγμένες μεθόδους προσέγγισης των πρωτοεφήβων... Ας σταματήσει, επιτέλους, η υποκριτική εθελοτυφλία των ιθυνόντων του ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος και ας κατανοήσουν οι δημόσιοι αυτοί λειτουργοί ότι ζούμε στον 21ο αιώνα!