Το
Λευϊτικόν είναι το τρίτο βιβλίο της
Πεντατεύχου και με εξαίρεση ενα μικρό αφηγηματικό τμήμα, περιέχει νομοθετικό υλικό και τελετουργικές διατάξεις, οι οποίες στο σύνολο τους αναφέρονται στα καθήκοντα των ιερέων, των καταγόμενων από την φυλή του
Λευί[1] και σε θρησκευτικούς θεσμούς οι οποίοι αφορούν στην πρακτική συμπεριφορά των Ισραηλιτών, οι οποίοι όφειλαν να ζουν κατά μίμηση της αγιότητας του Θεού
[2].
Οι εντολές οι οποίες σώζονται στο βιβλίο αυτό, δόθηκαν στον λαό κατά την εποχή του
Μωϋσή και αποτελούν όντως
"αρχαία μωσαϊκή παράδοση"[3]. Εντούτοις, μετά από μια μακρά περιοδο προφορικής μετάδοσης, καταγράφηκαν από τους ιερείς, μόλις πριν την
Βαβυλώνια αιχμαλωσία, ίσως και μετά από αυτήν και αυτό συνέβη επειδή υπήρχε
"μεγάλος φόβος...μήπως χαθεί η παράδοση του Ισραήλ μετά την κατάρρευση του ιουδαϊκού κράτους το 586 π.Χ. και την αιχμαλωσία του λαού στην Βαβυλώνα μέσα σε ένα ξένο και ειδωλολατρικό περιβάλλον"[4].
Στο βιβλίο αυτό, αναφέρονται, εκτός άλλων, και οι ιουδαϊκές εορτές του
Πάσχα και της
Πεντηκοστής, οι οποίες βέβαια, μόνο κατ' όνομα συμπίπτουν με τις αντίστοιχες
χριστιανικές. Το χριστιανικό
Πάσχα συνδέεται με την ανάμνηση της
αναστάσεως του
Χριστού (ενώ το
εβραϊκό με την ανάμνηση της
εξόδου από την Αίγυπτο και με τη λύτρωση των πρωτοτόκων των Ισραηλιτών) και η
Πεντηκοστή με τη δωρεά του
Αγίου Πνεύματος (ενώ για τους εβραίους με τη δωρεά του θείου νόμου στο
Σινά[5]).
Κάτι που αξίζει να επισημανθεί, είναι το ζήτημα της αξιολόγησης που ίσως προκύψει από την ανάγνωση των κανόνων και διατάξεων:
"η δικαία αξιολόγησις αυτών επιτυγχάνεται μόνον όταν κρίνωμεν αυτάς εν σχέσει προς την εποχήν, καθ' ην εθεσπίσθησαν, και προς τον σκοπόν, ον επεδίωκον. Ο χαρακτήρ των διατάξεων αυτών είναι παιδαγωγικός, νοούμενος εκ της βαθμιαίας μεταβάσεως εις πνευματικωτέραν λατρείαν"[6], έως ότου δηλαδή φτάσουμε στην εποχή του
Αποστόλου Παύλου ο οποίος πλέον αντιτίθεται στην ιουδαϊκή ερμηνεία (η οποία εμμένει σε μια απλή τήρηση των τελετουργιών
[7]), και διδάσκει πλέον ότι
"όλος ο νόμος ολοκληρώνεται με ένα λόγο, στο: να αγαπάς τον πλησίον σου, όπως αγαπάς τον εαυτό σου"[8] (
Γαλ. 5,14), καθώς
"ου γαρ εν τη περιτομή, αλλ' εν τη αγάπη πληρούται"[9] ο Νόμος.