Πρόκειται για μια ταινία που φιλοδοξεί να γίνει γροθιά στο στομάχι της αλλοτριωμένης κοινωνίας μας, ωστόσο μάλλον τελικά αστοχεί και χτυπά το χέρι στον τοίχο από πίσω!
Ενδιαφέρουσες οι αναφορές στις αιμομικτικές τάσεις οι οποίες υποκρύπτονται πίσω από την υπερπροστασία και την ηθικολογία, σε αυστηρές οικογένειες οι οποίες προσπαθούν να διασώσουν τα παιδιά τους από τους κινδύνους της κοινωνικής ζωής, αποκόπτοντάς τα από την πραγματικότητα. Τέτοια φαινόμενα είναι συχνά σε θρησκευόμενες οικογένειες (έχουμε και
σχετικό θέμα στο στέκι, διαβάστε το εναρκτήριο ποστ, είναι χαρακτηριστικό). Φυσικά η αιμομιξία άλλοτε είναι πραγματική και άλλοτε συμβολική και η αντίφαση μεταξύ της ποθούμενης ηθικής καθαρότητας και της βαθύτατης ανηθικότητας η οποία περικλείεται στις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή της, είναι χαρακτηριστική, όσο και εύγλωττη. Ο συμβολισμός μπορεί βέβαια να επεκταθεί από μια οικογένεια σε μια κοινωνία, η οποία διοικείται από ένα καθεστώς τύπου "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών", όπου το δόγμα "Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια" αποτελεί τον μοναδικό ιδεολογικό του προσδιορισμό, τουλάχιστον στην επιφάνεια. Ένα τέτοιο καθεστώς θα μπορούσε να είναι εκείνο του Ιράν, της Βόρειας Κορέας, εκείνο των Ταλιμπάν του Αφγανιστάν ή των ΗΠΑ όπως την οραματιζόταν ο Τζωρτζ Μπους και οι φονταμενταλιστές του. Αυτός είναι και ο λόγος που η ταινία άρεσε τόσο πολύ στην Αμερική -όπου ο προτεσταντισμός κυριαρχεί και υπάρχουν τέτοιες κλειστές (και συχνότατα αιμομικτικές) κοινότητες- ιδιαίτερα σε νεαρές ηλικίες, ενώ προκάλεσε όπως διάβασα, αποχωρήσεις μεγαλύτερων σε ηλικία από τις αίθουσες.
Το θέμα ωστόσο δεν είναι και τόσο πρωτότυπο, αφού το ίδιο ακριβώς έδειχνε πριν λίγα χρόνια το (κάκιστο) Χωριό του Σιάμαλαν, αλλά προσέγγιζε και η καταπληκτική γερμανική Λευκή Κορδέλα. Εδώ ο σκηνοθέτης παίζει το αρχετυπικό χαρτί της αιμομιξίας, πράγμα που καθιστά την ταινία προκλητική και συνεπώς της εξασφαλίζει την επιτυχία και τις καλές κριτικές. Δεν είναι πάντως ψέμα πως η ταινία στο σύνολό της έχει κάτι το αρρωστημένο, το οποίο ωστόσο είναι ακριβώς το επίκεντρο της στόχευσής της και το ζητούμενο της μυθοπλασίας της, εκείνο που πρέπει να μείνει τελικά στον ουρανίσκο του θεατή, ως γεύση.
Η ταινία σου δημιουργεί, κατά τη διάρκεια της παρακολούθησής της, ανάμικτα συναισθήματα, καθώς την αρκετά καλή ροή αντιστρατεύονται οι πράγματι ψυχρές, αποστασιοποιημένες και συχνά στατικές ερμηνείες, οι οποίες δεν νομίζω πως αποκαλύπτουν έλλειψη ταλέντου από τους ηθοποιούς, αλλά μάλλον αποτελούν επιλογή του σκηνοθέτη. Θα τη βαθμολογούσα υψηλότερα, ωστόσο το τέλος της ήταν απογοητευτικό και αναπάντεχα απότομο, αφήνοντας μια αίσθηση βιασύνης, προχειρότητας και σε τελική ανάλυση ρηχότητας, που αναιρεί την ψυχαναλυτική εμβάθυνση την οποία επιχειρεί ακιζόμενη, κατά την υπόλοιπη διάρκειά της. Η ταινία κατά την πορεία της δημιουργεί ένα υφέρπον πνιγηρό συναίσθημα, το οποίο συσσωρεύεται μ' έναν σχεδόν καταπιεστικό τρόπο, σε βαθμό που όχι μόνο η σύγκρουση φαντάζει αναπόφευκτη αλλά και ο θεατής προσδοκά μια δραματική κορύφωση που θα τον λυτρώσει. Κάτι τέτοιο δεν υπήρξε, ούτε και κάποιας μορφής κάθαρση, παρά το γεγονός ότι μπαίνοντας στην τελική ευθεία όλα προμήνυαν διαφορετικά, ωστόσο ξεφούσκωσε απότομα, χωρίς να φτάσει στην πολυπόθητη κορύφωση, φέρνοντάς μου στο στόμα την έκφραση "Ώδυνεν όρος κι έτεκεν μυν" (Κοιλοπονούσε για βουνό και γέννησε ποντίκι).
Βαθμός: 6.5/10