Τα αναβολικά του φασισμού
Ειρωνεία της τύχης. Έμελλε να είναι βουλευτίνα του ΚΚΕ (η Λιάνα Κανέλλη), η πρώτη που, μαζί με τη βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ (τη Ρένα Δούρου), θα γινόταν δημόσιος στόχος της χρυσαυγίτικης βίας. Διαψεύστηκε έτσι με τραγικό τρόπο η προεκλογική βεβαιότητα της Αλέκας Παπαρήγα ότι μόλις μπουν οι ναζιστές στη Βουλή θα φορέσουν γραβατούλες και ταγεράκια και θα γίνουν καλά παιδιά.
Το δυστύχημα είναι ότι χρειάστηκε να δούμε «ζωντανά» στην τηλεόραση αυτό το ελάχιστο δείγμα πολιτικής δράσης της Χρυσής Αυγής για να καταλάβουν ακόμα και οι πιο αδιάφοροι ότι
κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτό τον «διάλογο» που έχει ανοίξει με τους ναζιστές, κάτω από τους κανόνες που ορίζει για την προβολή των κομμάτων ο εκλογικός νόμος και οι προδιαγραφές του ΕΣΡ.
–
Δεν μας έφταναν τα εκατοντάδες θύματα των πογκρόμ που διοργανώνει η ναζιστική συμμορία εδώ και χρόνια.
–
Δεν δώσαμε σημασία στις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την ποινική δράση των μελών της ούτε καθ στις δίκες που εκκρεμούν εις βάρος στελεχών της για αδικήματα βίας.
–
Αψηφήσαμε ακόμα και την τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων που επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο (απόφαση Ποινικού Τμήματος 1167/2010), σύμφωνα με την οποία δέκα μέλη της οργάνωσης, με επικεφαλής τον υπαρχηγό της, οργάνωσαν δολοφονική απόπειρα εναντίον ενός αριστερού φοιτητή.
Όλα αυτά τα στοιχεία θα αρκούσαν για να θέσει κανείς εκτός δημοκρατικού πλαισίου τη Χρυσή Αυγή και τους εκπροσώπους της πολύ πριν αρχίσει η προεκλογική περίοδος των περασμένων εκλογών. Στην περίπτωσή της δεν έχει καμιά εφαρμογή η αρχή που θέλει τη δημοκρατία να είναι ανεκτική ακόμα και απέναντι στους εχθρούς της. Γιατί δεν είναι οι «ιδέες» της Χρυσής Αυγής που πρέπει να αποκρουστούν, αλλά οι ίδιες οι πράξεις της.
Γράφοντας πριν από τις περασμένες εκλογές, υποστήριζα ότι γι’ αυτό τον λόγο κανένας διάλογος δεν είναι δυνατός με τους ναζιστές. Αυτό ισχύει και για μας τους δημοσιογράφους αλλά και για τους πολιτικούς που βρίσκονται αντιμέτωποι με το ίδιο δίλημμα. Φυσικά, όσοι αισθάνονται πολιτική συγγένεια με τον φύρερ της Χρυσής Αυγής μπορούν ελεύθερα να τον καλούν στις εκπομπές τους ή να τον προβάλλουν στις στήλες τους. Αλλά ας μην επικαλούνται την ανάγκη «διαλόγου» ή την «ελευθερία των απόψεων», γιατί
η προπαγάνδιση των πογκρόμ δεν είναι «άποψη».
Ακούγεται το επιχείρημα ότι μέχρι και οι φυλακισμένοι, ακόμα και οι βαρυποινίτες, βγαίνουν τηλεφωνικά σε τηλεοπτικές εκπομπές και υπερασπίζονται το δίκιο τους. Και πολύ καλά κάνουν. Αλλά όπως κανείς δεν καλεί καταδίκους για να εγκωμιάσουν το έγκλημά τους, έτσι
δεν αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα των ναζιστών να μας εξηγούν για ποιο λόγο πρέπει να εφαρμόσουν κι αυτοί την «τελική» τους λύση στην Ελλάδα, αυτή τη φορά εναντίον των μεταναστών.
Το πάγιο ερώτημα των επιστημόνων που ασχολούνται με το φαινόμενο των σύγχρονων ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη είναι με ποιο τρόπο μπορεί να αναχαιτίσει την προέλασή τους το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, οι εκφραστές δηλαδή του λεγόμενου συνταγματικού τόξου. Ο
David Art έχει από χρόνια μελετήσει τις συνέπειες που μπορεί να έχουν στη βιωσιμότητα αυτών των πολιτικών σχηματισμών οι δυο στρατηγικές που αναπτύσσονται σε διάφορες χώρες και που σχηματικά διακρίνονται ανάλογα με το αν έχει ή όχι επιβληθεί μια υγειονομική ζώνη, ένας πολιτικός αποκλεισμός δηλαδή αυτών των κομμάτων. Σύμφωνα με τη συγκριτική μελέτη των εκλογικών επιδόσεων, είναι σαφές ότι
όσο πιο επιτρεπτικό είναι το πολιτικό περιβάλλον τόσο πιο εύκολα εγκαθίσταται στον πολιτικό χάρτη ένα παρόμοιο κόμμα. Σημειώνω εδώ ότι μιλάμε για ακροδεξιά κόμματα και όχι ανοιχτά νεοναζιστικά μορφώματα, για τα οποία δεν υπάρχει καμιά ανοχή στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Όμως η ίδια έρευνα δείχνει ότι αυτή η περίφημη «υγειονομική ζώνη» δεν πρέπει να οργανωθεί πολύ νωρίς, γιατί τότε κινδυνεύει να στρέψει την προσοχή ακτιβιστών της ακροδεξιάς στο μόρφωμα που απομονώνεται και να βοηθήσει έτσι σε μια έμμεση υπερπροβολή των θέσεών του. Αυτή λοιπόν η υγειονομική ζώνη πρέπει να εγκατασταθεί μόνο αν έχει ήδη αποκτήσει μια κάποια διακριτή παρουσία το ακροδεξιό μόρφωμα. Από την άλλη, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η υγειονομική ζώνη δεν πρέπει να αργήσει πολύ να εγκατασταθεί, ώστε να μην προλάβει το ακροδεξιό κόμμα να αποκτήσει σταθερή εκλογική δύναμη. Γιατί, αν έχει συμβεί αυτό, τότε
το ακροδεξιό κόμμα θα έχει σταθεροποιήσει μεγάλο μέρος των οπαδών του, θα έχει αποκτήσει σοβαρά υλικά και οικονομικά μέσα, αρχίζοντας να επιβάλλει τη δική του πολιτική ατζέντα. Το έχουμε δει να συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με τα ζητήματα «νόμου και τάξης» και μετανάστευσης.