Από πού ετυμολογείται όμως το μούσι; Θα περίμενε κανείς να είναι ομόριζο με το μουστάκι, αλλά δεν είναι· ούτε με το μουσούδι.
Το μουστάκι είναι αυτοχθόνως ελληνικό (και από τη λέξη μύσταξ προέρχονται τα moustache των ευρωπαϊκών γλωσσών) το δε μουσούδι είναι από το ιταλικό muso. Αντίθετα, το μούσι είναι γαλλικό, και δη γαλαζοαίματο!
Οι γαλλομαθείς θα σας πουν ότι στα γαλλικά mouche είναι η μύγα, είναι όμως και το μικρό γενάκι κάτω από το κάτω χείλος. Τώρα, η τριχοφυική ορολογία μπερδεύεται, διότι εμείς αυτό το γενάκι το λέμε μπαμ τρελελέ, που επίσης είναι γαλλικής αρχής! Να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Μια μέρα που δεν είχε τι να κάνει (λόγω τιμής, έτσι λέει το λεξικό!) ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο 13ος, διάταξε τους αξιωματικούς της φρουράς του να ξυρίσουν τα γένια τους, έτσι που ν’ αφήσουν μόνο το μουστάκι κι ένα γενάκι μικρό, ίσα μια κουτσουλιά, κάτω από το κάτω χείλος. Την ίδια μόδα, άλλωστε, την ακολούθησε κι ο ίδιος. Αρχικά, το γενάκι αυτό ονομάστηκε la royale, παναπεί βασιλικό.
Επί Λουδοβίκου 14ου, η μόδα ήθελε ολοξυρισμένα πρόσωπα, αλλά το μουστάκι και το γενάκι επέστρεψαν αργότερα, κι επειδή το γενάκι ήταν μικρό και μαύρο, ονομάστηκε mouche, παναπεί μύγα.
Αυτό το mouche το γαλλικό έγινε σ’ εμάς μούσι, μάλλον στα τέλη του 19ού αιώνα και με το δανεισμό σαν να μεγάλωσε κιόλας, αφού αρχικά μεν σήμαινε το υπογένειο (που οι Γάλλοι το λένε bouc), ενώ σήμερα μπορεί να σημαίνει και το γένι, αν και ίσως όχι τη μακριά γενειάδα.
Όσο για το γαλλικό mouche, τη μύγα, είναι λατινικής αρχής (musca).