Ήρθα σε επαφή με το αναρχικό κίνημα από κάποια παλιά βιβλία του Ερρίκο Μαλατέστα που είχε παρατημένα ο πατέρας μου σε μια κούτα στο σπίτι. Ήμουν γύρω στα 15 όταν τα διάβασα για πρώτη φορά και με επηρέασαν βαθιά. Κλεινόμουν με τις ώρες στο δωμάτιο και προσπαθούσα να κατανοήσω το νόημα πίσω από τις λέξεις. «Να 'κανες έτσι και για τα μαθήματά σου» έλεγε η μάνα μου και απαντούσε ο πατέρας μου « Άσ' το παιδί, όποιος δεν είναι αναρχικός στα 20 του, είναι δυστυχισμένος άνθρωπος».
Με τις δύο συλλήψεις μου, όμως, άλλαξαν τα πράγματα. Τον είδα για πρώτη φορά αγχωμένο. Μου είχε πάντα τυφλή εμπιστοσύνη. Μεγάλωσα μέσα σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον. Οι γονείς μου ποτέ δεν ύψωσαν τη φωνή, προσπαθούσαν πάντα να με συμβουλεύουν μέσα από τον διάλογο. Μετά τη δεύτερη σύλληψη, μου ζήτησε μια μέρα ο πατέρας μου να πιούμε ένα ποτό παρέα, όπου ήθελα εγώ. Εκείνο το βράδυ, αν και εσωστρεφής ως άνθρωπος, μου ανοίχτηκε όσο ποτέ άλλοτε. Μου μίλησε για τα νεανικά του χρόνια, τους αγώνες του, τις αγωνίες του, ακόμα και για το βράδυ που με συνέλαβε η μητέρα μου – οι μπάτσοι ήρθαν κι εδώ δεύτεροι. Στο τέλος περίμενα να καταλήξει σε μιας μορφής κήρυγμα η κουβέντα μας, γιατί δεν έβρισκα άλλο λόγο για τόσες μαζεμένες αποκαλύψεις. Αντ' αυτού, όμως, μου ζήτησε απλώς να φύγουμε, διότι «μεγάλωσε για να κάθεται σε ξύλινο σκαμπό στην μπάρα». Λίγο προτού βγούμε από το μαγαζί με πήρε αγκαλιά και μου είπε βουρκωμένος: «Δεν θέλω να σε δω στη φυλακή».
Καμιά φορά σκέφτομαι, αν ήμουν εγώ στη θέση των παιδιών της Κοζάνης, πόσα «τέρατα» θα είχαν ακουστεί από τις παρθένες των media για τον τρόπο που με μεγάλωσαν οι δικοί μου. Πόσες βλακώδεις αναλύσεις για το «λανθάνον» οικογενειακό περιβάλλον. Ε, όχι! Με μεγάλωσαν δυο γονείς που με λάτρευαν, ήταν προοδευτικοί και υπέροχοι άνθρωποι κι ευχαριστώ την τύχη για την οικογένειά μου. Αν θέλουν κάποιοι να αναζητήσουν τα αίτια γιατί οι 20χρονοι ζώστηκαν τα Καλάσνικοφ, ας κοιτάξουν στις δικές τους οικογένειες. Τώρα ήταν ο Ρωμανός, αύριο θα είναι κάποιοι άλλοι. Δικά τους παιδιά. Δεν θα τα έχουν μεγαλώσει λάθος, κι όμως εκείνα θα «ξεστρατίσουν» από τις ψευδαισθήσεις του νεοελληνικού αχταρμά.
Ερχόμαστε χιλιάδες από πίσω. Χωρίς δουλειά και μέλλον. Δεν έχουν ιδέα τι τους περιμένει. «Αρνήθηκαν ν' ακούσουν τις φωνές μας, θ' ακούσουν τις σφαίρες μας» λέει ένα τοίχος στο κέντρο. Με κάνει και χαμογελάω κάθε φορά που περνάω. Δεν έχω ρίξει ποτέ με Καλάσνικοφ. Μόνο σε συμπλοκές έχω μπλέξει, σε πορείες. Θυμάμαι, μια φορά που καίγαμε ένα ATM, φωνάζει κάποιος από πίσω: «Όχι, ρε μαλάκες, ακόμα, ήθελα να βγάλω λεφτά πρώτα!». Έπεσε πολύ γέλιο με την αντίθεση της κατάστασης.
Δεν θέλω να ζήσω μια συμβατική ζωή. Να πληρώνω δόσεις κάθε πρώτη του μήνα και να ξενογαμάω για να ξελαμπικάρει το κεφάλι μου. Να γελάω μηχανικά και να υπηρετώ υπάκουα κάθε απόφαση των τενεκέδων του συστήματος. Μια χούφτα χαρτογιακάδες των Βρυξελλών αποφασίζουν για τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Να λένε «τώρα εσύ θα ζήσεις με 300 ευρώ μισθό κι εσύ με 1.800». Όχι, λυπάμαι, δεν μου αρέσει αυτός ο κόσμος και θα ζήσω στο περιθώριο, παλεύοντας για να τον αλλάξω. Σύντροφοι στον αγώνα αυτό μπορεί να είναι πολλοί. Άλλοι ιδεολογικά, άλλοι πρακτικά, άλλοι εξ αποστάσεως. Το σίγουρο είναι ένα: ο αγώνας συνεχίζεται κι εγώ νιώθω πιο ζωντανός από ποτέ. Σε εκείνους που θα σταθούν απέναντι αφιερώνω έναν στίχο από ένα παλιό, αναρχικό ιταλικό ποίημα: «Δώσε λουλούδια στους επαναστάτες που απέτυχαν»...