Θα διαβάσω με προσοχή τα πιο πάνω γιατί αυτές τις τελευταίες μέρες υποφέρω από οξεία πεθερίτιδα ενώ το ερχόμενο Σάββατο παντρεύομαι...
Πάνω στην ένταση μου έγραψα το πιο κάτω κείμενο. Της ίδιας δε δεν της λέω τίποτα, ποτέ δεν θα της μιλήσω με αγένεια ή απότομα, όχι γιατί δεν θέλω να φέρω σε δύσκολη θέση τον καλό μου, αλλά γιατί δεν της κρατάω καμιά κακία... ... Μια φίλη μου σύστησε το γιατρό Μπαινάκη Βγαινάκη και ακολουθώ τις δικές του υποδείξεις προς το παρόν και κάθομαι και γράφω να εκτονωθώ... Σε γενικές γραμμές με θεωρεί κάπως άχρηστη, αυτό έχω εισπράξει, ότι θα κατασπαράξω το γιο της ο οποίος θα χάσει την ευκαιρία να ζήσει την τέλεια ευτυχία με την τέλεια γυναίκα...
Το κείμενο:
Έκλεισα το τηλέφωνο πριν ολοκληρώσεις αυτό που ήθελες να πεις, προβλέψιμο, γνωστό. Κάθησα στο τελευταίο παγωμένο σκαλί και ένιωσα ένα ποταμό να ανεβοκατεβαίνει στο στήθος μου, τα μάτια μου να καίνε και τα αδύναμα εύθραυστα χείλη τους να μην μπορούν να συγκρατήσουν όλη αυτή την αποφασισμένη ορμή, απροσδιόριστης συναισθηματικής υφής, πάντως ακαταμάχητα αρνητικής. Η Μαλβίνα Κάραλη και οι έρωτές της και οι έρωτες της μάνας της και της γιαγιάς της, άρχισα να βαριέμαι αυτό το βιβλίο, εισπράττω ένα ανηπόφορο καταναγκασμό, μια λογικοσυναισθηματική κατρακύλα. Τι λέω, θέλω να πω κάτι άσχετο να ξεφύγω, αλλά δεν γίνεται, νομίζω ότι άρχισα να πνίγομαι και δεν μπορώ να κρύψω πια το βήχα μου.
Δεν μπόρεσα ποτέ να μιλήσω γι’αυτά που με πόνεσαν έτσι κατευθείαν, πάντα τα γυρόφερνα, τα υπαινισσόμουν, ξεσπούσα με μικρά και άσχετα, χρησιμοποιούσα πάντα...καλαμάκι, είναι τώρα σαν να παίρνω ένα κουτάλι της σούπας και αρχίζω να ανακατεύω την πληγή... Αλλά όσο οδυνηρό κι αν είναι στη διαδικασία λένε πως είναι στο τέλος ανακουφιστικό, αδειάζεις, γαληνεύεις, γίνεσαι αλοιφή. Γι’αυτό θα σου γράψω ή προσπαθώ να το κάνω, να σου πω γι’αυτά τα μεγάλα που νιώθω, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω....
Όταν γνωριστήκαμε η πρώτη εντύπωση, αυτή που λένε πως αποτυπώνεται και καθοδηγεί έστω και λανθασμένη, ήταν ένα αγαλλιαστικό χάδι στην καρδιά μου, είχα νιώσει τότε πως έβρισκα μια μαμά σαν αυτό το είδωλο που είχα εξιδανικεύσει μέσα μου γιατί παραστάσεις ξέρεις ότι δεν έχω. Όχι πως έχω κανένα παράπονο από τη μητριά μου, δεν θα τολμήσω ποτέ να πω ότι στερήθηκα αγάπη, τρυφερότητα και στοργή, ήταν να, μια μεγάλη, μια τεράστια, μια σημαντική αγκαλιά για μένα έστω με όρια, έστω με μικρά σκόρπια κουμπάκια. Απλά, να, τον τελευταίο χρόνο με όσα έγιναν στη ζωή μου, και έγιναν τόσα που με πατάω το συναισθηματικό μου πόδι και απαιτώ αυτά να φτάνουν για όλη την υπόλοιπη ζωή μου, ανακαλώ στην ταλαιπωρημένη ψυχή μου συχνά Εκείνη και φτιάχνω διάφορα υποθετικά σενάρια. Αν ήταν εδώ.... Μάλλον θα ήταν έτσι.... Μάλλον τώρα θα έκανε αυτό... Παίρνω μια φωτογραφία της, αυτή την αγαπημένη μου που σκυφτή ζωγραφίζει σε ένα πιάτο καναρίνια πάνω σε κλαδάκια δέντρων, και αφήνω τη φαντασία μου να τρέξει κλείνοντας όλες τις κακιές λακούβες της χρονολογικής φθοράς και του όποιου φυσιολογικού, και καταλήγω σαν δικαστίνα της κακιάς ώρα ότι ναι, και σήμερα έτσι θα’ταν αν ζούσε, ένας σωστός κατάλευκος ήσυχος άγγελος... Δεν ξέρω πώς μπορεί να μου λείπει κάτι που ποτέ δεν είχα...
Τι έλεγα; Ναι. Όταν γνωριστήκαμε λοιπόν ήσουν μια πολύ γλυκειά γυναίκα, γεμάτη έγνοια για τους δικούς σου ανθρώπους και χαμόγελα. Με έκανες να νιώσω δική σου όχι γιατί είχες ένα έτοιμο πιάτο στο τραπέζι – καθόλου λεπτομέρεια- δεν ξέρω πώς και γιατί. Μου έδωσες με ένα τρόπο που δεν μπορώ να συγκεκριμενοποιήσω το δικαίωμα να σου ανήκω. Ήμουν κι εγώ καλά, ίσως προσπάθησα να σου δώσω την καλύτερη εντύπωση, ίσως υπερέβαλα εκφράζοντας τον καλό μου εαυτό, αυτό που προσπαθεί να πετύχει μέσα σε ένα δαίμονα άγχους κάθε υποψήφια νύφη. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ήταν λάθος, έδωσα συγκεκριμένους δρόμους στα όνειρά σου, αυτά που κάθε μάνα έχει για την ευτυχία του γιού της. Όταν άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή και ανατρεπτικά τα προβλήματα με την υγεία μου στην πρώτη εγκυμοσύνη, όταν έχασα το εγγονάκι σου – το όνειρό σου (και δεν κατάφερα ακόμα να ξεπεράσω τις τύψεις και τις ενοχές μου γι’αυτό), όταν έκανα την επέμβαση, όταν περνούσα όλες τις ώρες μου στο κρεβάτι ανήμπορη να κάνω τα πιο στοιχειώδη για τη συντήρηση του σπιτιού, όταν επιβάρυνα τόσο τα οικονομικά μας με τα ιατρικά μου έξοδα, και τώρα όταν σταμάτησα να δουλεύω... ... Καταλαβαίνω.... Μη μιλάς... Καταλαβαίνω. Ότι ίσως ένιωσες πως δεν είμαι αυτή που θα καταφέρει να κάνει ευτυχισμένο το γιο σου, ότι ίσως κάποια άλλη να μπορούσε να του προσφέρει περισσότερα κι ότι μαζί μου κάτι χαραμίζεται... Νιώθω πραγματικά αδύναμη να υπερασπιστώ τον εαυτό μου απέναντι σε αυτές τις επιτακτικές αλήθειες σου, τα έχω σκεφτεί και λογαριάσει κι εγώ τόσες μα τόσες φορές. Απλά δεν αντέχω τύψεις και γι’αυτό το κομμάτι της ζωής μου. Να κάνω τι; Πες μου εσύ που ξέρεις καλύτερα από μένα, που έχεις διαυγή κρίση και ώριμη σκέψη. Να καταδικάσω τον εαυτό μου σε αιώνια απομόνωση επειδή έτυχε αυτό το πρόβλημα; Δεν σκέφτομαι τον εαυτό μου τόσο πολύ, δεν είναι αυτό, δεν είναι ο εγωϊσμός μου που με αφήνει να προχωρήσω σε αυτό το γάμο, αλλά να, έχω πράγματα να δώσω και δεν μπορώ να τα κρατήσω για μένα. Έχω πράγματα να δώσω.
Δεν σου κρατάω κακία, η ίδια έγνοια που αγάπησα σε σένα, αυτή σε οδηγεί να λες ό,τι λες, αλλά κι εσύ δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς, έτσι δεν είναι; Λυπάμαι που στο λέω, αλλά είναι η αλήθεια, ότι ο γιος σου έχει πάρει τις αποφάσεις του, πόσες φορές κι εγώ η ίδια του είπα «πήγαινε βρες μια γυναίκα καλύτερη»... Δεν καταλαβαίνει τίποτα, είναι μάλλον ξεροκέφαλος, ανόητος, τι να πω κι εγώ. Σε μια βδομάδα με παντρεύεται, τον παντρεύομαι, παντρευόμαστε. Μέσα σε αυτή την παραζαλισμένη αντίστροφη μέτρηση δεν ξέρω αν είναι λάθος, δεν ξέρω αν είναι σωστό και δεν μπορώ να το μετρήσω, το θέλει, το θέλω και θα γίνει. Αν εσύ θέλεις να τα κάνεις δυσκολότερα τα πράγματα για όλους μας μπορείς οπωσδήποτε να τα καταφέρεις, έχω τόσα αδύνατα σημεία, μπορείς να θέλεις να με συντρίψεις, να με κατεδαφίσεις, να με αποσυναρμολογήσεις γιατί μια κλωστούλα μόνο κρατάει τα τελευταία ίχνη λογικής μου, οι άνθρωποι που αγαπώ, και... αυτό το μωράκι που μεγαλώνει κάθε μέρα μέσα στην κοιλιά μου σαν θαύμα που προσπαθεί να τραβήσει μια χοντρή μεγάλη γραμμή σε όλο τον πρόσφατο πόνο, όχι να αντικαταστήσει την απώλεια του Ανδρέα, αλλά να, να επιβάλει μια κάποια συναισθηματική ισορροπία...
Έκλεισα το τηλέφωνο γιατί ένιωσα τη γη που πατώ να βουλιάζει. Συγγνώμη που είμαι αυτή που είμαι αλλά εμένα δεν μ’ακούει πια ο Θεός, τον έχω βρίσει μερικές φορές ξέρεις... Συγγνώμη που αγάπησα το γιό σου, συγγνώμη που αγάπησα εσένα, συγγνώμη που δεν είμαι έστω καλή, συγγνώμη που υπάρχω και είναι ένα μάτσο κομμάτια...