Αναμνήσεις από μια άλλη ζωή.
Η πείνα.
Στα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι ατελείωτες ουρές για να πάρουμε ψωμί. Είχαμε καρτέλες, όπου καταγραφότανε πόσα άτομα έχει η οικογένεια. Δικαιούμασταν κάθε άτομο μισό ψωμί την ημέρα, ένα κοτόπουλο το μήνα ή ένα κιλό κρέας, ένα κιλό ζάχαρη, ένα λίτρο λάδι. Θυμάμαι τις ατελείωτες ουρές το πρωί για να πάρουμε ένα λίτρο γάλα. Αν έφτανε. Διαφορετικά ο αγώνας για την επιβίωση συνεχιζότανε σε άλλα μπακάλικα. Τα ράφια τον «σουπερμαρκετ» άδεια. Οι νοικοκυρές γυρνούσαν απελπισμένες σπίτι με άδειες τσάντες. Τα παιδιά δεν ξέρανε τι σημαίνει να ανοίγεις μια σοκολάτα να την φας ολόκληρη.
Ο φόβος.
Ακούγαμε το ραδιόφωνο «Ελεύθερη Ευρώπη» σιγά σιγά, στο πιο μακρινό δωμάτιο του σπιτιού, ώστε να μην περάσει κάποιος απʼεξω και να μας πάρει πρέφα. Οι ρουφιάνοι τις αστυνομίας μπορούσαν να είναι ο καλύτερος σου φίλος, ο αδελφός σου… δεν εμπιστευόμασταν κανέναν. Δεν μιλούσαμε ΠΟΤΕ δημόσια για την δύσκολη ζωή μας... ήταν αρκετά επικίνδυνο ώστε να «εξαφανιστούμε» σε καμία κομουνιστική φυλακή. Όποιος δεν έβρισκε δουλειά, του έβρισκε το σύστημα. Εργατική φιλακη. Δεν υπήρξε ανεργία.
Το κρύο.
Στο δωρεάν σπίτι που μας πρόσφερε το κράτος, μετά από πολλά χρόνια στην λίστα αναμονής, έκανε κρύο. Πολύ κρύο. Το χειμώνα καθόμασταν μέσα στο σπίτι με το παλτό, με κασκόλ, με γάντια και σκούφο. Τα παιδιά αρρωσταίνανε συχνά από βρογχοπνευμονία.
Το σκοτάδι.
Ο Ceausescu ονόμασε την περίοδο που κυβερνούσε «Η εποχή των Φώτων». Εμείς, οι απλοί πολίτες, μέναμε αρκετές ώρες την ημέρα χωρίς ρεύμα και πολλά μαθήματα στο σχολείο μου τα έκανα στο φως των κεριών. Οι πόλεις της Ρουμανίας στην δεκαετία του 80 λεγότανε «οι πόλεις φαντάσματα», όπου όλα, μα όλα τα φωτα ήταν σβηστά το βράδυ. Ούτε καν στους δημόσιους δρόμους δεν υπήρχαν. Το ονόμασαν «ασκήσεις για πιθανό πόλεμο».
Η ελευθερία.
Αχ.. Η ελευθερία… δεν υπήρχε. Σε κανένα τομέα. Όλα ελεγχόταν από το κράτος μέσο του μηχανισμού ελέγχου που δημιούργησε: την μυστική αστυνομία.
Η ιδιοκτησία.
«Όλοι έχουν σπίτι». Τι ωραίο παραμύθι. Όλοι είχαν σπίτι, που άνηκε στο κράτος, οποίο κράτος μπορούσε να σου το πάρει πίσω όποτε ήθελε. Χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο.
Παράδειγμα 1) όλα τα ιδιόκτητα σπίτια, με το ερχομό του κομουνισμού, κρατικοποιήθηκαν. Οι ιδιοκτήτες που δούλεψαν μια ζωή για να κτίζουν ένα σπίτι, αναγκάσθηκαν από το κομουνιστικό κράτος να μετακομίσουν στα γνωστά bloc, δηλαδή στις πολυκατοικίες όπου η μια πολυκατοικία είχε 60-80 σπίτια. Στην θέση τους μπήκαν ανώτερα στελέχη του κομουνιστικού κόμμα.
Παράδειγμα 2) ο μπαμπάς μου είχε ένα χωράφι μέσα στο δάσος από τον παππού μου. Έκτισε με τα χέρια του ένα σπίτι από κορμούς δέντρων. Χωρίς νερό, χωρίς φως, χωρίς τουαλέτα. Ήταν μια καλύβα όπου πηγαίναμε τις Κυριακές και ψήναμε και εμείς… τα… μανιτάρια μας.(γελάτε ε?) Ήταν «το εξοχικό» μας. Επειδή δεν είχαμε δικαίωμα σε δεύτερη κατοικία, που βασικά σημαίνει ότι δεν έχουμε δικαίωμα να αισθανόμαστε πλούσιοι(sic) αλλα και ούτε καταλαθος, ελεύθεροι να πάρουμε πρωτοβουλίες (έστω και στα ψέματα) αναγκάστηκε να του βάλει φωτιά ο ίδιος, όταν κάποια στελέχη και πάλι, του κομμουνιστικού κόμματος, το θέλανε.
Η εκπαίδευση
Από τριών χρονών άρχιζε η πλύση εγκεφάλου. Στο σχολείο απαγορευότανε αυστηρά να μιλάμε για θρησκεύτηκα θέματα, όπως τι δώρα πήραμε τα Χριστούγεννα. Περιττό να πω ότι ήταν ένα πορτοκάλι, μια μπανάνα, μια καραμέλα, και όχι απαραίτητα όλα μαζί. Απαγορευότανε να μιλάμε αρνητικά για το κομουνιστικό σύστημα. Τα βιβλία ελεγχότανε αυστηρά και η πρόσβαση σε ορισμένα αδύνατη. Υποχρεωτική βιβλιογραφία ήταν τα λόγια μεγάλων σοφών Λένιν, Στάλιν, Ceausescu και η σύζυγος του. Δεν υπήρξαν συγκρίσεις. Το καλό σύστημα είναι ένα και μοναδικό. Το κομουνιστικό.
Με κόπο οι δασκάλες πολεμούσαν το σύστημα και κρυφά διαβάζαμε την σωστή βιβλιογραφία, τόσο απαραίτητη στην διαμόρφωση της κουλτούρας του καθενός.
Α!... δεν υπήρχαν αναλφάβητους πια. Η γιαγιά μου δεν ήξερε ότι η γη είναι στρογγυλή «σαν μύλο» (αχ γιαγιακα μου σε θυμήθηκα πάλι) αλλά έγραφε το όνομά της. Την μάθανε στο ειδικό σχολείο για τους αναλφάβητους. Ήταν απαραίτητο για να υπογράφει ότι κάνει δωρεά στο κράτος όλη την γη της.
Και όλα αυτά, σε μια από τις πιο σημαντικές πόλεις της Ρουμανίας και όχι σε κάποιο ξεχασμένο χωριό.
Το Θετικό.
Η έλλειψη οποιασδήποτε μορφή ελευθερίας μας έκανε να την αναζητάμε σε βιβλία. Η γενιά μου διαβάζει. Γιατί έτσι κάναμε την επανάσταση μας ενάντια του ισοπεδωτικού καθεστώς. Γιατί έγινε τρόπος ζωής. Γιατί ήταν η μόνη διασκέδαση και τρόπο να μην σκεφτούμε τα τόσα αρνητικά.
Η γενιά μου δεν θελει τον κομουνισμό. Γιατί υποφέραμε, γιατί μας ταπείνωσε σαν άνθρωποι, γιατί δεν μπορούσε να λύσει σοβαρά προβλήματα, αντιθέτως, δημιούργησε άλλα.
Λυπάμαι φίλη μου nef (και οι υπόλοιποι υποστηριχτές) που το λέω αυτό και πραγματικά καταλαβαίνω το φως που παρουσιάζεις τα πράγματα. Καταλαβαίνω τον ιδεαλισμό σας… αλλά παραμένει ιδεαλισμός.
…όταν ένα σύστημα ισοπεδώνει, όταν δηλώνει ότι ο έξυπνος έχει τις ίδιες ανάγκες με τον μη έξυπνο (και αυτά από την φύση ορίζονται και όχι από την εκπαίδευση) όταν η ελευθερία είναι «δικαίωμα να συμφωνείς μαζί μας» τότε μόνο απάνθρωπο μπορείς να το χαρακτηρίσεις.
Μια κοινωνία χωρίς τάξεις είναι σαν μια φύση χωρίς χρώματα. Ούτε καν ασπρόμαυρη. ΓΡΙ. Όπως και ο κομουνισμός.
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 18 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.