Η "ταπεινή αρχή" έγινε σε ένα χωριό του Μπανγκλαντές το 1974, την εποχή του μεγάλου λιμού. Η καρδιά του επισκέπτη ράγισε μπροστά σε μια κοπέλα 21 χρόνων που πουλούσε σκαμνάκια από μπαμπού κλαίγοντας βουβά. Κάθε πρωί, του είπε, αγόραζε τα καλάμια από μεσάζοντες, έπλεκε ένα κάθισμα, το πουλούσε, πλήρωνε τον τοκογλύφο (με τόκο 10% την ημέρα) και πάλι απ' την αρχή. Εργαζόταν 14 ώρες, έτρωγε σπάνια. Τα "κέρδη" της ήταν κάτι λιγότερο από δύο λεπτά την ημέρα. Ο επισκέπτης, ο Μουχαμάντ Γιουνούς, ένιωσε αγανάκτηση. Κάλεσε τους χωρικούς και τους ρώτησε πόσα χρειάζονταν για να πληρώσουν τα χρέη τους. "Μαζεύτηκαν 42 οικογένειες", γράφει στο βιβλίο του "Για έναν κόσμο χωρίς φτώχεια". "Κάναμε τον λογαριασμό. Είναι απίστευτο, αλλά οι οφειλές όλων μαζί ήταν μόλις 27 δολάρια!"... Ο Γιουνούς μοίρασε στους κατάπληκτους χωρικούς τα διπλάσια. Τον επόμενο μήνα ξαναπήγε. Πολλοί αγόραζαν κιόλας το μπαμπού μετρητοίς. Ένας είχε πάρει αγελάδα, άλλος είχε γίνει γαλατάς. Οι περισσότεροι τού επέστρεψαν το δάνειο. Ο Γιουνούς τούς πρότεινε νέα χρηματοδότηση. Εκείνοι δεν πίστευαν στην ευτυχία τους.