Στο κεφαλαιο της σχεσης εκκλησιας- ομοφυλοφιλων να προσθεσω την "αδελφοποιηση"
Παρ' ότι στην σύγχρονη εποχή, η ομοφυλοφιλία αποτάσσεται -υποκριτικά- από την χριστιανική Εκκλησία, ως κάτι ανόσιο και μιαρό, εν τούτοις δεν ήταν ανέκαθεν αυτή η στάση της...
Στο Βυζάντιο, η ιδιαιτερότητα αυτή, όχι μόνο ήταν ανεκτή, αλλά είχε ουσιαστικά και την εκκλησιαστική κάλυψη, καθώς η νόμιμη συμβίωση ή και γάμος μεταξύ ομοφυλόφιλων, δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο.
Καθώς, η ομοφυλοφιλία, δεν ήταν -ούτε και είναι- άγνωστο φαινόμενο στις τάξεις της Εκκλησίας (τουναντίον μάλιστα), για να δώσει μια νομιμοφάνεια στις σχέσεις αυτές, επινόησε την λεγόμενη «αδελφοποίηση» (ή «αδελφοποιία»). Με την ορολογία αυτή, νοείται η με θρησκευτική τελετή -δήθεν πνευματική- ένωση δύο ανδρών, για την οποία γράφτηκε και επίσημη ευχή «εις Αδελφοποιίαν πνευματικήν», που διαβαζόταν από τον ιερέα μπροστά από το Ευαγγέλιο. Η «Ακολουθία της Αδελφοποιίας» όμως, είναι ολόιδια με την Ακολουθία του –γνωστού ετερόφυλου- Γάμου (ζευγάρι εμπρός από τον ιερέα, Ευαγγέλιο, κεριά, κουμπάρος, συγγενείς κ.τ.λ.).
Στην πραγματικότητα δηλαδή, δεν πρόκειται για καμμία πνευματική ένωση, αλλά για κανονικό γάμο μεταξύ ανδρών και ευλογία από τον ιερέα της σαρκικής ομοφυλόφιλης ένωσης. Αυτό ομολογείται και από το ίδιο το «Πηδάλιον», στο οποίο αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι οι άνδρες κατά την αδελφοποιησία «υπανδρεύονται αναμεταξύ των». Το «Πηδάλιον» απαγορεύει τέτοιες τελετές χαρακτηρίζοντας τους νυμφίους ως «ψευδαδελφοποιητούς», που ικανοποιούν «τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα»: «Η δε λεγομένη αδελφοποιησία είναι εμποδισμένη από το λε’ κεφ. του ιγ΄ τίτλου του ε’ βιβλίου του νόμου (σελ. 217, της Γιουρ Γραικόρ.) τελείως να μην γίνεται, και αποβεβλημένη εστίν από την Εκκλησίαν του Χριστού… Όθεν η τοιαύτη αδελφοποιησία όχι μόνον δεν γίνεται, ή λογίζεται τελείως εμπόδιον εις το να υπανδρεύωνται αναμεταξύ των οι τοιούτοι ψευδαδελφοποιητοί, αλλ’ ουδέ όλως πρέπει να γίνεται. Απόβλητον γάρ εστι τούτο από την Εκκλησίαν του Χριστού, ως πολλών κακών και απωλείας πρόξενον ψυχικής εις τους περισσοτέρους, και ύλη δια να πληρόνουν τινες τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα, καθώς η δοκιμή μυρία έδειξε τα παραδείγματα κατά διαφόρους καιρούς και τόπους». («Πηδάλιο», «Περί συνοικεσίων», κεφάλαιο Ι’).
Τις ίδιες λέξεις (αδελφοποίησις, αδελφοποίητος) χρησιμοποιούν οι ιστορικοί στην περίπτωση της ένωσης στην εκκλησία των μετέπειτα Αρμένιου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Βασιλείου Α' και του μοναχού Νικολάου...
Περί το 840, ρακένδυτος, με ένα ραβδί στο χέρι κι ένα δισάκι στον ώμο έφτασε ο Βασίλειος μια Κυριακή απόγευμα αναζητώντας την τύχη του στην Κωνσταντινούπολη. Αφανισμένος από την κούραση, κατασκονισμένος κι ενώ κόντευε να νυχτώσει πλάγιασε κάτω από τα προπύλαια της εκκλησίας του Αγίου Διομήδη, που βρήκε μπροστά του, όπου δεν άργησε να αποκοιμηθεί βαθιά, χωρίς καθόλου να προσέξει και όπως έτυχε.
Ο Νικόλαος, ηγούμενος του μοναστηριού, που παράρτημά του ήταν η εκκλησία (σύμφωνα με το Theophanes Continuatus, 5.9, σελ.223, ή προσμονάριος σύμφωνα με τον Συμεών το Λογοθέτη, «Περί Μιχαήλ και Θεοδώρας», 11, εκδ. Μπέκερ, σελ. 656) με έκπληξή του βλέπει τον καλοφτιαγμένο κοιμώμενο νέο. Το πρωί τον ξυπνά, τον προσκαλεί να τον ακολουθήσει και τον καθίζει στο τραπέζι. Του κάνει λουτρό και του δίνει καινούρια ρούχα («λούσας αυτόν και ιμάτιον περιβαλών»), συζούν («ομώροφον είχε και ομοδίαιτον», «Χρονικό» του Γεωργίου του Μοναχού στον Ίστριν, 2:5) και τελικά η γνωριμία τους πολύ σύντομα καταλήγει σε γάμο· ενώνονται με τελετή στην εκκλησία: «Τη δευτέρα ημέρα απελθών μετ’ αυτού εις το λουτρόν ήλλαξεν αυτόν και ελθών εν τη εκκλησία εποίησεν αδελφοποίησιν μετ’ αυτού και συνηυφραίνοντο εν αλλήλοις» (Γεωργίου Μοναχού στον Μόραβτσικ, σελ. 120.) Η τελευταία φράση θυμίζει το βιβλικό «και συνευφραίνου μετά γυναικός της νεότητός σου» (“Παροιμίαι”, 5:18), που αναφέρεται σε σχέση άνδρα και γυναίκας.
Στην ένωση αυτή, δεν υπάρχει καμμία νύξη φυλετικής ή οικογενειακής παραμέτρου για τη σχέση, ούτε για ανταλλαγή αί#ματος. Δεν έχει στρατιωτική σημασία, ούτε αναφέρονται συνθήκες, που να την προκάλεσαν (π.χ. διάσωση από κίνδυνο, σοβαρή ασθένεια κ.λπ.) Τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Νικόλαος είχαν ζώντες αδελφούς με τους οποίους διατηρούσαν τακτικές και στενές επαφές, έτσι η πράξη τους δεν ήταν αποτέλεσμα επιθυμίας να αποκτήσουν αδελφό. Για τον -αγράμματο- Βασίλειο αναφέρονται τουλάχιστον δύο αδελφοί, οι Βάρδας και Μαριανός, οι οποίοι μάλιστα τον βοήθησαν στην μετέπειτα οργάνωση της δολοφονίας του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ο δε Νικόλαος είχε αδελφό έναν γιατρό, ο οποίος φρόντισε να έρθει ο Βασίλειος σε επαφή με την αυτοκρατορική αυλή.
Πρόκειται καθαρά για μια προσωπική σχέση, που έγινε για τους προσωπικούς λόγους του καθενός. Ο ηγούμενος «ευφραίνετο» από τον καλοφτιαγμένο Βασίλειο, ο οποίος, αν δεν είχε βρει τον ηγούμενο, πιθανόν θα συνέχιζε να κοι#μάται στους δρόμους. Για την ιστορία, ας αναφερθεί πως ο Βασίλειος έκανε και δεύτερο γάμο με άνδρα, αυτή τη φορά με τον γιο μιας πλούσιας χήρας, τον Ιωάννη.
Για λόγους κοινωνικού κατατρεγμού η Εκκλησία -αντίθετη στην παράδοσή της- με εγκυκλίους της (7/2/1834, 26/9/1862) απαγόρευσε τελικά την τελετή της αδελφοποιίας, απειλώντας με τιμωρίες τους παραβάτες λαϊκούς και ιερείς. Αδελφοί και αδελφές λέγονται οι μοναχοί/ές, αδελφάτα τα θρησκευτικά σωματεία, ενώ από την τελετή της αδελφοποιίας προέκυψε και ο χαρακτηρισμός των ομοφυλοφίλων: Αδελφές.
ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ
Αρα μηπως τελικα για το συγκεκριμενο θεμα να επιστρεψουμε στον μεσαιωνα ;