Ξεκινάω ένα θέμα που θα μου πάρει πολλές δημοσιεύσεις και αρκετό χρόνο, γι' αυτό θα παρακαλούσα να είμαστε on topic και να μην τρολάρουμε εδώ. Όπως αναφέρθηκα και στον τίτλο, θα ασχοληθώ με τις προσωπικότητες των ανθρώπων σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία. Η κύρια πηγή μου είναι το βιβλίο «Ψυχαναλυτική Διάγνωση» της τεράστιας Nancy MacWilliams, βιβλίο προορισμένο για φοιτητές ψυχολογίας και κοινωνικής εργασίας (κοινωνικούς λειτουργούς, δηλαδή), αλλά είναι τόσο απλά γραμμένο, που το συστήνω ανεπιφύλακτα για όποιον θέλει να μάθει τα βασικά περί ψυχανάλυσης.
Σύμφωνα με την ψυχανάλυση, λοιπόν, οι άνθρωποι διακρίνονται -πολύ χονδρικά- στις εξής προσωπικότητες: Ψυχοπαθητική (αντικοινωνική), ναρκισσιστική, σχιζοειδής, παρανοϊκή, καταθλιπτική και μανιακή, μαζοχιστική, ιδεοληπτική και ψυχαναγκαστική, υστερική (δραματική) και σχιζοειδής προσωπικότητα. Σύμφωνα με τη θεωρία, όλοι ανήκουμε σε μία από αυτές -μπορεί να έχουμε στοιχεία και από άλλες, βέβαια- και το αν πάσχουμε ή όχι από τη συγκεκριμένη διαταραχή καθορίζεται από το αν βρισκόμαστε στο λειτουργικό ή δυσλειτουργικό άκρο της προσωπικότητας. Οπότε, για να είναι ξεκάθαρο, μιλάμε για είδη προσωπικότητας και όχι διαταραχές.
Αφού έγινε μία απαραίτητη εισαγωγή, θα πω ότι το πρώτο είδος προσωπικότητας με το οποίο θα ασχοληθώ είναι η ιδεοληπτική/ψυχαναγκαστική προσωπικότητα, μιας και είναι της μόδας να λέμε «αχ, δεν μπορώ, το κάνω ψυχαναγκαστικά αυτό» και άλλα τέτοια παρόμοια και σε πολλούς όντως συμβαίνουν ιδεοληψίες και ψυχαναγκασμοί, χωρίς να σημαίνει ότι είμαστε ιδεοληπτικοί ή ψυχαναγκαστικοί απαραίτητα. Τα παρακάτω αποτελούν αυτούσιες παραθέσεις του βιβλίου που σας ανέφερα και είναι σε πλάγια γραφή. Όσα σημεία έχω κανονική γραφή αποτελούν δικές μου σημειώσεις
«Όταν η σκέψη και η δράση αποτελούν την κινητήρια δύναμη ενός ατόμου σε βάρος των συναισθημάτων, των αισθήσεων, της διαίσθησης, της ονειροπόλησης, της δημιουργικής καλλιτεχνίας και άλλων καταστάσεων που δεν διέπονται από ορθολογισμό, συμπεραίνουμε ότι υπάρχει μια ιδεοψυχαναγκαστική δομή προσωπικότητας.»
«Ο Pierre jannet περιέγραψε αυτά τα άτομα (τους ιδεοψυχαναγκαστικούς) ως άκαμπτα, ανελαστικά, χωρίς προσαρμοστικότητα, υπερβολικά ευσυνείδητα, λάτρεις της τάξης και της πειθαρχίας και με μεγάλη επιμονή ακόμη και μπροστά σε υπέρμετρα εμπόδια. Σε γενικές γραμμές, είναι άτομα αξιόπιστα και έμπιστα και έχουν υψηλά κριτήρια και ηθικές αξίες. Διακρίνονται από πρακτικό πνεύμα, σαφήνεια και σχολαστικότητα στις ηθικές τους αξιώσεις. Υπό ψυχοπιεστικές συνθήκες ή ακραίες απαιτήσεις αυτά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας δημιουργούν συμπτώματα τα οποία στη συνέχεια επαναλαμβάνονται τελετουργικά»
Ο Φρόιντ θεωρούσε βασικά χαρακτηριστικά των ιδεοψυχαναγκαστικών την τάση καθαριότητας, το πείσμα, τη σχολαστικότητα στα ζητήματα χρονικής ακρίβειας και τις τάσεις απόκρυψης.
Εν γένει τα άτομα με αυτή τη δομή προσωπικότητας ντρέπονται και αποφεύγουν να έρθουν σε επαφή με τα συναισθήματά τους.
«Οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να κρύψουν τα συναισθήματα και όχι για να τα εκφράσουν. Κάθε θεραπευτής μπορεί να θυμηθεί περιπτώσεις στις οποίες ρώτησε έναν ιδεοληπτικό ασθενή πώς ένιωσε για κάτι και έλαβε ως απάντηση τι σκεφτόταν.»
Από τον παραπάνω κανόνα εξαιρούνται τα συναισθήματα της ντροπής και του θυμού.
«Ένα ιδεοληπτικό άτομο δέχεται το θυμό του, εάν του φαίνεται λογικός και δικαιολογημένος. Έτσι, η αγανάκτηση που θεωρεί δικαιολογημένη γίνεται ανεκτή ή ακόμη και αντικείμενο θαυμασμού. Ο εκνευρισμός του όμως, επειδή δεν έλαβε κάτι που επιθυμούσε, δεν θεωρείται ανεκτός.»
«Η ντροπή είναι το δεύτερο συναίσθημα που εξαιρείται από το γενικό κανόνα σχετικά με την απόκρυψη των συναισθημάτων. Αυτό συμβαίνει γιατί τα άτομα αυτά έχουν υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό τους, τις οποίες προβάλλουν στο θεραπευτή· στη συνέχεια, αισθάνονται αμήχανα όταν συνειδητοποιούν ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν στα κριτήρια που οι ίδιοι έθεσαν για κατάλληλες σκέψεις και πράξεις.»
«Τα ιδεοληπτικό άτομα δίνουν υπέρμετρη αξία στο γνωστικό παράγοντα και στη διάνοια. Έχουν την τάση να υποτιμούν τα συναισθήματά τους, διότι σχετίζονται με την παιδικότητα, την αδυναμία, την απώλεια του ελέγχου, την αποδιοργάνωση και τη χυδαιότητα.»
«Στα πλαίσια μιας θεραπείας αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, όταν περιγράφουν συναισθήματα είναι πιθανό να χρησιμοποιήσουν φράσεις σε δεύτερο πρόσωπο. Για παράδειγμα, στην ερώτηση: «Πώς αισθανθήκατε όταν έγινε ο σεισμός;» μπορεί να απαντήσουν: ''Να, αισθάνεσαι κάπως ανίσχυρος''.»
Ας φύγουμε από τα συναισθήματα και ας πάμε στις άμυνες που χρησιμοποιούν τα ιδεοψυχαναγκαστικά άτομα. Είναι σημαντικό να πούμε εδώ ότι η άμυνα είναι μία πολύ παρεξηγημένη έννοια. Υπάρχουν οι λειτουργικές άμυνες (πχ εκλογίκευση, απώθηση) και υπάρχουν και οι δυσλειτουργικές (πχ προβολή). Οι άμυνες διακρίνονται, επίσης, σε πρωτογενείς και δευτερογενείς. Οι πρώτες συνήθως είναι δυσπροσαρμοστικές/ δυσλειτουργικές και οι δεύτερες προσαρμοστικές/λειτουργικές, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου απόλυτο. Κύριο χαρακτηριστικό των αμυνών είναι ότι λειτουργούν -ως επί το πλείστον- ασυνείδητα. Κατά κύριο λόγο, οι ιδεοψυχαναγκαστικοί χρησιμοποιούν την ακύρωση, μία δευτερογενή άμυνα.
«Η ακύρωση είναι ο καθοριστικός αμυντικός μηχανισμός που χαρακτηρίζει τα συμπτώματα και τη δομή της ιδεοψυχαναγκαστικής προσωπικότητας. Τα ψυχαναγκαστικά άτομα επιστρατεύουν την ακύρωση με πράξεις που έχουν το ασυνείδητο νόημα της επανόρθωσης ή/και της μαγικής προστασίας. Οι επιβλαβείς ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, όπως η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ή τροφής, η λήψη φαρμάκων, η χαρτοπαιξία, η κλοπή καταστημάτων και η υπερβολική σεξουαλικότητα, χαρακτηρίζουν περισσότερο τα ψυχαναγκαστικά άτομα μεταιχμιακού και ψυχωτικού επιπέδου, παρόλο που δεν είναι άγνωστες και στα άτομα νευρωτικού επιπέδου. Η ψυχαναγκαστικότητα διαφοροποιείται από την παρόρμηση ως προς το ότι μια ενέργεια επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα με έναν τυποποιημένο και μερικές φορές κλιμακούμενο τρόπο.»
«Οι ψυχαναγκαστικές ενέργειες μπορεί να είναι επιζήμιες ή ωφέλιμες. Αυτό που τις κάνει ψυχαναγκαστικές δεν είναι η καταστροφικότητά τους, αλλά η ενορμητική τους φύση.»
«Οι ψυχαναγκαστικές ενέργειες έχουν το ασυνείδητο νόημα της ακύρωσης ενός εγκλήματος. Το αλλεπάλληλο πλύσιμο των χεριών από τη λαίδη Macbeth συνιστά ένα πασίγνωστο λογοτεχνικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής.»
«η πλειοψηφία των ατόμων που καθαρίζουν ψυχαναγκαστικά το πιάτο τους αισθάνονταν ενοχές όταν ήταν παιδιά, επειδή άφηναν το φαγητό τους τη στιγμή που στον υπόλοιπο κόσμο υπήρχε τόση εξαθλίωση.»
«Εάν πιστεύω ότι οι φαντασιώσεις μου και οι επιθυμίες μου είναι επικίνδυνες, ότι είναι ισοδύναμες με πανίσχυρες πράξεις, θα προσπαθήσω να τις συγκροτήσω με μια αντίθετη δύναμη που είναι εξίσου ισχυρή. Στις προ-λογικές γνωστικές διεργασίες (πρωτογενής διεργασία της σκέψης) ο εαυτός του ατόμου αποτελεί το επίκεντρο του κόσμου και ό,τι συμβαίνει σε αυτό θεωρείται το αποτέλεσμα της δραστηριότητάς του και όχι της τύχης....
...Ένας παίχτης του μπέιζμπολ που εκτελεί μια τελετουργία πριν από κάθε αγώνα, ένας ιερέας που αισθάνεται άγχος εάν ξεχάσει κάποιον και δεν τον συμπεριλάβει στην προσευχή, μια έγκυος που φτιάχνει και ξαναφτιάχνει τη βαλίτσα της για το μαιευτήριο, όλοι αυτοί πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν αυτό που είναι ανεξέλεγκτο, εάν καταφέρουν να κάνουν το σωστό πράγμα.»
«Ένας άνδρας που επιμένει πεισματικά να οδηγήσει, ακόμη και όταν είναι εξουθενωμένος, φανερώνει την πεποίθηση ότι η αποτροπή ενός ατυχήματος εξαρτάται κυρίως από το εάν έχει ο ίδιος τον έλεγχο του αυτοκινήτου και όχι από το συνδυασμό της καλής οδήγησης και λίγης καλής τύχης. Επιμένοντας, ωστόσο, να έχει τόσο έλεγχο ουσιαστικά δεν έχει κανέναν έλεγχο.»
Όσον αφορά στο πως μεγάλωσαν τα άτομα με ιδεοψυχαναγκαστική δομή της προσωπικότητας, έχουμε δύο τινά:
α) «Οι γονείς και όσοι έχουν αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών που αναπτύσσουν ιδεοψυχαναγκαστική οργάνωση έχουν τη φήμη ότι θέτουν υψηλά κριτήρια για τη συμπεριφορά τους και αναμένουν τη συμμόρφωση των παιδιών τους από την πρώιμη ακόμη ηλικία. Έχουν την τάση να είναι αυστηροί και συνεπείς τόσο στην ανταμοιβή της καλής συμπεριφοράς όσο και στην τιμωρία της κακής.»
β) «Μερικά άτομα αισθάνονται τόσο στερημένα από σαφή οικογενειακά σημεία αναφοράς, τόσο αφημένα στην τύχη τους και παραμελημένα από τους ενηλίκους γύρω τους, ώστε για να παρακινήσουν τον εαυτό τους να μεγαλώσει θέτουν εξιδανικευμένα και αυστηρά κριτήρια για τη συμπεριφορά και τα συναισθήματά τους, τα οποία αντλούν από το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Επειδή ακριβώς αυτά τα κριτήρια είναι θεωρητικά και δεν προβάλλονται με τη μορφή ενός ζωντανού προτύπου από το στενό κοινωνικό περίγυρο, τείνουν να είναι πολύ αυστηρά και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ανθρώπινες ανάγκες.»
Και κάποια γενικά:
«Τα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα ενδιαφέρονται πάρα πολύ για ζητήματα ελέγχου και ηθικής ορθότητας. Για την ακρίβεια, έχουν την τάση να ορίζουν την ηθική ορθότητα με βάση τον έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι εξισώνουν την ορθή συμπεριφορά με τη συγκράτηση τμημάτων του εαυτού τους που σχετίζονται με την επιθετικότητα, τη σεξουαλική επιθυμία και τις συναισθηματικές ανάγκες, θέτοντάς τα υπό αυστηρό έλεγχο. Έχουν την τάση να είναι άτομα βαθιά θρησκευόμενα και άξια εμπιστοσύνης, τα οποία εργάζονται σκληρά και ασκούν αυτοκριτική. Η αυτοεκτίμησή τους προέρχεται από την εκπλήρωση των απαιτήσεων των γονεϊκών προσώπων που έχουν εσωτερικεύσει· πρόκειται για απαιτήσεις οι οποίες θέτουν υψηλά κριτήρια τόσο για τη συμπεριφορά όσο και, ορισμένες φορές, για τη σκέψη. Ανησυχούν πολύ, ειδικά σε περιπτώσεις που καλούνται να κάνουν μια επιλογή, και μπορούν εύκολα να παραλύσουν ψυχολογικά όταν αυτή η επιλογή έχει σοβαρές συνέπειες. Αυτή η παράλυση είναι ένα ιδιαίτερα αρνητικό αποτέλεσμα της απροθυμίας των ιδεοληπτικών ατόμων να προχωρήσουν σε μια επιλογή που μπορεί να είναι ακατάλληλη.»
«Η απώλεια της εργασίας αποτελεί πλήγμα για τον καθένα από εμάς, αλλά για ένα ψυχαναγκαστικό άτομο η ίδια κατάσταση έχει καταστρεπτικές συνέπειες, επειδή η εργασία είναι η πρωταρχική πηγή της αυτοεκτίμησής του.»
«Τα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα φοβούνται τα εχθρικά τους συναισθήματα και υποφέρουν από υπερβολική αυτοκριτική τόσο για την πραγματική όσο και για τη νοερή επιθετικότητα.»
«Συνοψίζοντας, τα ιδεοψυχαναγκαστικό άτομα διακρίνονται για την υπέρμετρη έμφαση σε ασήμαντες λεπτομέρειες και, επομένως, για έλλειψη της ικανότητας να αντιληφθούν τη συνολική κατάσταση. Μοιάζει σαν τα άτομα με ιδεοληπτική ψυχολογία να ακούνε τους στίχους ενός τραγουδιού αλλά όχι τη μουσική. Σε μια προσπάθεια να παρακάμψουν τη συνολική σημασία μιας απόφασης ή αντίληψης, η εκτίμηση των οποίων μπορεί να προκαλέσει ενοχή, καθηλώνονται σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες ή συνέπειες.»
Βιβλιογραφία:
Nancy MacWilliams (2000) Ψυχαναλυτική διάγνωση. Επιμέλεια Τόνια Αναγνωστοπούλου, Σοφία Τριλιβά. Αθήνα: Ελληνικά γράμματα
Υ.Γ.: Αυτά και μόλις μπορέσω θα το συνεχίζω.