Τώρα εγώ που διάβασα μέχρις εδώ, γιατί διάολο νιώθω το ερπετό της κατάθλιψης να κουλουριάζεται μέσα στο στομάχι μου;
Θέλω να πάω πάνω απ' τον τάφο της μάνας μου και για πρώτη φορά να τη μαλώσω, να της θυμώσω, να την κατακρίνω. Που εκείνη έτσι μ' αγαπούσε κι έτσι μ' έμαθε κι εμένα ν' αγαπώ. Χωρίς να ζητήσει τίποτε, δίνοντας χωρίς να της το ζητήσουν. Έτσι, ή καθόλου.
Ανοησίες μάνα! Γελοιότητες και ψεύτικα ιδανικά με τάισες. Με γαλούχησες με γάλα ουτοπίας. Με μπούκωσες με αέρα κοπανισμένο στη μυλόπετρα του Μύθου. Μόλις σήμερα κατάλαβα πως δεν υπάρχουν ανιδιοτελείς άνθρωποι, πως η λέξη αυτή κακώς έχει προστεθεί στο λεξικό, ίσως από κάποιον εκδικητικό χλευαστή, για να μας κάνει να νιώθουμε ακόμη πιο βρώμικοι μέσα στο τέλμα που δήθεν είν' αγάπη, μέσα στη σήψη που τάχα είναι ζωή. Για να γίνει το μαρτύριο της κάθε μέρας ακόμη πιο αβάσταχτο. Για να μας θυμίζει, πως η ψυχή μας θα γίνει τροφή για τα σκουλήκια, πολύ πριν απ' το σώμα μας.
Γιατί αν δεν υπάρχει ανιδιοτελής και άδολη αγάπη, μάνα χαζορομαντική παρωχημένη, τότε πίσω από κάθε αγάπη, υπάρχει ιδιοτέλεια και δόλος, πίσω από κάθε έρωτα υπολογισμός και πίσω από κάθε σχέση συναλλαγή (τυχερέ Μαρκήσιε, τόσους θαυμαστές ούτε καν εσύ τους περίμενες).
"Η ζωή είναι εφιάλτης, σταματά μονάχα όταν ξυπνάς". Θέλω να ξυπνήσω ουρλιάζοντας, μα δεν μπορώ να πάρω ούτε ανάσα. Να έρθω να χωθώ στην αγκαλιά σου, που έκανε τον κόσμο να μοιάζει μεγάλος, ζεστός και νέος, "σώπα μωρό μου, όνειρο ήταν, πέρασε, πέρασε...". Εμείς είμαστε που περνάμε μάνα, φεύγουμε ένας ένας, όμως η βαριά σκιά μ' αδράχνει κάθε που ανοίγω τα μάτια κι αν τα ξανακλείσω, βλέπω μοναχά σκοτάδι. Το σκοτάδι των ψυχών, που δεν έχουν άλλο πια ιδανικά και βαπτίζουν υπερφίαλο, υποκριτή και αλλαζόνα όποιον αρνείται να προσκυνήσει τον κυνισμό της "αλήθειας" τους. Κάψτε επιτέλους το φεγγάρι, βομβαρδίστε τ' αστέρια ώσπου να σβήσουν, για πάντα. Να πάψουν πια να υπάρχουν σεληνιασμένοι, αλαφροΐσκιωτοι, ρομαντικοί κι ιδεολόγοι, που εκτός από ηλίθιοι, είναι κι αντιπαραγωγικοί.
Τι έιν' αυτό που μ' έπιασε, να μιλάω με τους νεκρούς;
Γιατί, μίλησα άραγε ποτέ με κανένα ζωντανό;

("Νεκροί γεννιόμαστε, μαζί με τους νεκρούς")
Σ' ένα όνειρο θα ζήσω τώρα πια
αφού ο κόσμος μου δεν σας βολεύει
εκεί που ακόμα υπάρχουν ξωτικά
κι ο άγγελος μου κάπου κάπου ζωντανεύει
Σ' ένα όνειρο θα φύγω, θα χαθώ
κι όταν για μένα θα μιλάτε θα σωπαίνω,
θα σας κοιτάω από μακριά και θα γελώ
και ευτυχισμένος κάθε βράδυ θα πεθαίνω
Πόσο ανόητος νιώθω απόψε, πόσο κακόκεφος και άδειος (σε άκουσα εσένα που είπες "πάντα έτσι είσαι", ντροπή σου ρε καθίκι

)...
ΥΓ: Ένα πράγμα δεν κατάλαβα. Αφού είναι έτσι, εκείνα
τα ποιήματα αγάπης τι τα ήθελες Έμμα; Αφού είθισται να δολοφονούν τους ποιητές...
Edit:
Αφιερωμένο εξαιρετικά...