Από την Αία(ή και Αιά), τη «
χώρα που γεννούσε χρυσάφι, οίνο και ανθρώπους»
Ανάμεσα στην πολυποίκιλη πανσπερμία ψεύδους, παραμυθιού και λησμονιάς, που εν πολλοίς έφτιαξε το μετά την τελική(

καταστροφή του «Γιουνανιστάν»(Ιωνίας-1922) «Νεοελληνικό Κράτος», είναι και όσα απέμειναν «γνωστά», για τους Βαλλ(α)άδες των Γρεβενών. Η επικρατέστερη ετυμολογία του ονόματός τους αναφέρεται στον ανατολικότροπο όρκο «μπαλαχί», τάχα «τουρκικής έμπνευσης». Το μόνο όμως ψήγμα αλήθειας αυτής της ετυμολόγησης έχει να κάνει, με το ότι υπήρξαν από τους πλέον «ορκισμένους» εχθρούς του «τουρκισμού», του «τουρκοαλβανισμού» και των «πάσης φύσεων Οβριών(Εβραίων)», όπως ονόμαζαν οι ίδιοι όλους τους ανά τους (ιστορικούς) αιώνες επίορκους, προδότες και « δειλούς ντονμέδες»(αλλαξόπιστους από δειλία και ιδιοτέλεια). Η τελευταία παρουσία τους στο ιστορικό προσκήνιο, ως συγκροτημένου και ξεχωριστού λαού, περίπου 3500-4000 ψυχών, υπήρξε μέχρι τις αρχές της δεκαετία 1920-30 και τέλειωσε, χάρη στη βίαιη απόσπασή τους από τις βουνοκορφές της Πίνδου, σύμφωνα με το «πνεύμα και γράμμα» της πολιτικής των «πληθυσμιακών ανταλλαγών» που είχαν προωθήσει οι «Μεγάλες Δυνάμεις» και τα τοπικά τσιράκια τους στα Βαλκάνια, για την υποτιθέμενη «οριστική επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος».
Για τον βίαιο εξανδραποδισμό τους από την Πίνδο, εκτός από τη «Διεθνή Αρμοστεία», τα μάλλα θα συνέβαλαν και «δυνάμεις του ελληνικού κράτους»(βασικά, μερικές οργανωμένες μονάδες αγράμματων και σχεδόν αγριανθρώπων τσαρουχοφόρων από την Κρήτη και άλλα νησιά). Κατά τη μεταφορά τους όμως, είτε σιδηροδρομικώς είτε ατμοπλοϊκά, για τα βορειοδυτικά ορεινά μέρη της «Νέας Τουρκίας»(βλ. «Νεότουρκοι»), δεν έμειναν στη ζωή, παρά μόνο παιδιά ηλικίας κάτω των εφτά χρονών κι ορισμένες γριές με απωλεσμένα ήδη μυαλά, ήτοι συνολικά περί τα 100 άτομα. Για την σιωπηρή όμως εκτέλεση του ανοσιουργήματος εκείνου, χρειάστηκε δύο τρία χρόνια πιο μπροστά να εκτελεστεί «εν ψυχρώ και παραβύστω» ο μοναδικός αντιδρών τότε Έλληνας Διπλωμάτης Ίων Δραγούμης, πάλι από «Κρητικούς φρουρούς των Αθηνών» υπό τον «Φρούραρχο» Γρυπάρη. Στη δίκη που θα επακολουθούσε, η υπόθεση έκλεισε και μπήκε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας», με την απλή παραδοχή, ότι «ήταν ένα λάθος», η δολοφονία του Ι. Δραγούμη!
Ο πολύπαθος τελικά λαός των Βαλλ(α)άδων, δεν ήταν παρά μία αρκετά σημαντική πληθυσμιακά ομάδα των ορεσίβιων της Πίνδου, που κατάγονταν κατευθείαν από τους αρχαίους Μολοσσούς και κρατούσαν σθεναρά τα νάματα που τους είχαν αφήσει, αφενός οι δόξες του Πύρρου, τελευταίου εχθρού του εκρωμαϊσμού της Ελλάδας και αφετέρου, οι διδαχές των Δωδωναίων ιερέων.
Ήταν οι «άνθρωποι των νερών» (και των χιονιών), για τους πεδινούς της Θεσσαλίας και (πιθανά) στο τοπικό εκείνο γλωσσικό επίθεμα χρωστούσαν το όνομα
«Βαλλαά»(ή και «Γουλαά»). Οι ίδιοι, μέχρι να περάσει το δυτικό «Γιουνανιστάν»(Ελλάδα) στον οθωμανικό ζόφο και την αντίστοιχη κακομοιριά, θεωρούσαν τον λαό τους κληρονόμο της παράδοσης των Αιακίδων, αλλά, όπως πάντα, πέρα και αντίθετα με την μεταελληνική παραμυθία(μυθολογία). Για εκείνους, όπως τους δίδασκε η ζωντανή «παράδοση της Δωδώνης», υπήρχε πάντα ένα ιστορικό αίτημα-χρέος: η επιστροφή τους στην Αία(ή Αιά), στην αρχαία πατρίδα των προγόνων τους , των Μολοσσών, κάπου στη δυτική ενδοχώρα της Κασπίας Θάλασσας. Από εκεί είχαν κατασταλάξει, κατά την περίοδο της «Καθόδου των Δωριέων (1104 π.Χ.), πρώτα στην Αίγινα και, στη συνέχεια, στα υψίπεδα των νοτίων Άλπεων(Πίνδο κλπ) και βορειότερα(μέχρι την κατοπινή Ετρουρία).
Επί χίλια χρόνια περίπου, και μέχρι τα μέσα του 14ου μ.Χ. αιώνα, όταν οι «Ρωμαίοι»
( Χριστιανοί Δύσης και Ανατολής) αλληλοτρώγονταν, για το ποιοι ήταν «περισσότερο Έλληνες»( βλέπε πχ τη διαμάχη μεταξύ σλαβόφωνων «Παλαιολόγων» και λατινιζόντων «Καντακουζηνών»!), διατηρούσαν ένα ιδιότυπο θρησκευτικό τυπικό «χριστιανικής αίρεσης», στο οποίο κυριαρχούσαν δύο άγιες μορφές: της «Παρθένου Μαρίας» και του «Γεώργιου Τροπαιοφόρου» του εκ Καισαρείας. Από τις αρχές τις «μεταρωμαϊκής» (οθωμανικής) εποχής(αυγή του 16ου αιώνα), δέχθηκαν τις νουθεσίες και την προστασία του Τάγματος των Μπεκτακτσήδων, ενσωματώνοντας στα «θρησκευτικά ήθη και έθιμά» τους αρκετές πινελιές Μωαμεθανισμού, όπως είχε συμβεί εξάλλου κατά τους προηγούμενους δύο αιώνες και από τους απελπισμένους φορολογούμενους «Μικρασιάτες»(ανατολικούς «Γιουνάν). Παρά ταύτα, ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα, κάθε Βαλλ(α)άς άνω των 12 ετών γνώριζε, ότι η τιμή πού απέδιδαν στην «Παρθένο Μαρία» τους είχε περισσεύσει, αφότου η «κόρης» τους Μυρτάλη είχε παντρευτεί τον Μακεδόνα Φίλιππο Β΄ και μετονομάσθηκε «Ολυμπιάς», ενώ στην αγάπη τους για τον «Άγιο Γεώργιο» δεν ήταν μικρή η δόση περηφάνιας τους για τον «Μεγαλέξανδρο».
Αλλά η ιστορία των Βαλλ(α)άδων, είχε πολλές , και άλλες, προεκτάσεις, άγνωστές και δύσβατες, για τους αμύητους και αδιάφορους περί την «ιστορική μνήμη». Επειδή ακριβώς υπήρξε παρεπόμενο του τέλους της εποχής των ιερών Μάγων, της Βαβυλώνας και του Αλέξανδρου του Β΄ της πρώτης «Μακεδονικής Δυναστείας»!