Καταρχάς σαν Εκκλησία ορίζω μόνο τους παπάδες.
Ναι όμως, σύμφωνα με τις γραφές ο Χριστιανισμός ήταν εκείνος που μας έβγαλε από το σκότος της εποχής ... Τώρα γιατί όχι;
Κατ' αρχήν αυτό που ορίζεις είναι λανθασμένο. Εκκλησία σημαίνει συνέλευση, μάζωξη ανθρώπων, όπως θα σου θυμίσω για παράδειγμα την "Εκκλησία του Δήμου" της Αρχαίας Αθήνας, που ουδεμία σχέση με θρησκεία είχε. Όπως πολλές φορές έχει υπονοήσει ή εννοήσει ευθέως ο Νωεύς, ο Ιησούς δεν ήρθε στον κόσμο για να ιδρύσει θρησκεία, αλλά για να συγκαλέσει Εκκλησία, ένα σύνολο ανθρώπων, οι οποίοι θα ενώνονταν μέσω της Αγάπης, που πολύ σωστά είπε ο φίλος μας ότι ήταν το μοναδικό δόγμα που δίδαξε κατ' ουσίαν ο Ιησούς.
Ο ορισμός που δίνεις λοιπόν χαρίζει το σώμα του ίδιου του Ιησού στους καταπατητές του, εξουσιαστές ενός ιερατείου το οποίο σε κάθε εποχή και σε κάθε θρησκεία λιμαινόταν, όριζε κι εξουσίαζε την πίστη και την ευσέβεια των ανθρώπων. Πιστεύω ότι αυτή είναι και μια πρώτη απάντηση στο επόμενο ερώτημά σου. Σήμερα δηλαδή που για τους περισσότερους ανθρώπους εκκλησία είναι μόνο το ιερατείο και τα διδάγματά του, ο Χριστιανισμός δεν έχει πλέον την ενέργεια να φωτίσει τα σκοτάδια της πνευματικής κενότητας και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας του υπερτροφικού Εγώ.
Μια άλλη απάντηση στο ενδιαφέρον ερώτημά σου, προέρχεται από το χώρο των Εσωτερικών Διδασκαλιών. Σύμφωνα λοιπόν με τον Άλιστερ Κρόουλυ, ο Αιώνας του Θυσιασμένου Θεού (ή Αιώνας των Ιχθύων, ή του Όσιρι) έχει φτάσει στο τέλος του, ή σωστότερα πνέει τα λοίσθια, ενώ σύντομα αρχίζει ο Αιώνας του Θελήματος (του Υδροχόου ή του Ώρου), έτσι η θρησκεία αυτή θα πρέπει να θεωρείται πλέον πνευματικά παρωχημένη, αφού δεν μπορεί ν' απαντήσει στα εσωτερικά ερωτήματα της εποχής μας. Τούτη η εξήγηση ίσως απαντά και στην ερώτηση του Μπιλ:
Αυτό που με προβληματίζει είναι το πως μπορούμε να μιλάμε για ορθά δόγματα ή για αλάθητο ενώ η κοινωνία εξελίσσεται.Πώς μπορούν να αντιμετωπίζονται ορθά πράγματα που διατυπώθηκαν πριν πολλά χρόνια που οι εποχές ήταν αλλιώς;
Όσο για το θέμα του Αλάθητου, σύμφωνα με όσα μου είπαν έβγαλα το συμπέρασμα ότι πρόκειται απλά για έναν πρακτικό αφορισμό, πράγμα που είναι απλά θέμα ορισμού. Δηλαδή, οι Οικουμενικοί Σύνοδοι είναι σαν να είπαν το εξής: "Εμείς είμαστε οι φορείς της Ιεράς Παράδοσης, γνωρίζουμε δηλαδή εξ ακοής όλα όσα είπε ο Ιησούς και δεν έχουν γραφεί, συνεπώς έχουμε την ικανότητα να ερμηνεύουμε σωστά και τις γραφές (άρα ορίζουμε ότι είμαστε και θεόπνευστοι) και όσα ορίσαμε εμείς θ' αποτελούν στο εξής τα όρια και το περιεχόμενο της Ορθοδοξίας (που ετυμολογικά σημαίνει "Σωστή Πίστη"). Όποιος λοιπόν προβεί σε άλλη ερμηνεία των Γραφών πέραν της δικής μας, θα είναι εκ προοιμίου αιρετικός".
Αυτό από μια άποψη έχει κάποιο νόημα, αφού κανείς δεν μπορεί για παράδειγμα ν' αμφισβητήσει το Σύμβολο της Πίστης ("Πιστεύω είς ένα Θεό, πατέρα παντοκράτορα...") και να συνεχίσει ν' ανήκει στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σύμφωνα και με
ορθόδοξες πηγές:
Το Σύμβολο της Πίστης της συνόδου της Κωνσταντινούπολης (Β΄ Οικουμενική Σύνοδος) αποτελεί το κατεξοχήν δογματικό σύμβολο της Αληθείας για την Ορθόδοξη Εκκλησία και την επιτομή της σαφούς σχέσεως μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Διαμορφώθηκε από τις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι αιρέσεις των Αρειανιστών, με τους διαφόρους εκπροσώπους της, καθώς και των Πνευματομάχων, οι οποίοι αρνούνταν της φυσική θειότητα του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. Έτσι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Εκκλησίας, στο οποίο αποτυπώνεται με τρόπο περιεκτικό, η ορθόδοξη πίστη στον Άγιο Τριαδικό Θεό, την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου και την Θεία Οικονομία.
Το συγκεκριμένο δόγμα δηλαδή, είναι τόσο βασικό, ουσιώδες και συστατικό για το οικοδόμημα της Ορθοδοξίας, που δεν επιτρέπεται η αμφισβήτησή του -όπως συμβαίνει για παράδειγμα με ορισμένα βασικά άρθρα του Συντάγματος των Ελλήνων, κατ' αναλογία- ειδάλλως αυτό που θα προκύψει δεν είναι Ορθόδοξο.
Φυσικά, το κατά πόσον μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι Απόστολοι θυμούνταν όλα αυτά που είπε ο Ιησούς και δεν τα θεώρησαν σημαντικά ώστε να τα καταγράψουν, θεωρήθηκαν όμως τόσο σημαντικά ώστε ν' αποτελέσουν τους πυλώνες της θρησκείας που ιδρύθηκε στ' όνομά του, είναι κάτι το διαφορετικό. Το κατά πόσον δηλαδή η "Ιερά Παράδοση" έχει ως αυθεντική της πηγή τους λόγους και τις πράξεις του Ιησού και δεν αποτελεί βολική δικαιολογία για να στηρίξει κάθε ανθρώπινη ερμηνεία επί των Γραφών, το κατά πόσον επίσης η προφορική παράδοση μεταφέρθηκε σωστά και δεν παρεισέφρυσαν οι προσωπικές απόψεις των μεταγενέστερων, δίκην "σπασμένου τηλεφώνου", είναι κάτι που επαφίεται στην προσωπική λογική, κρίση κι ερμηνεία του κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Για παράδειγμα, προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο Ιησούς δίδαξε σε καμμία περίπτωση την προσκύνηση εικόνων, φανερά ή αφανώς. Αυτό συμβαίνει επειδή ο Ιησούς όποτε χρειάστηκε να καταλύσει τον Μωσαϊκό Νόμο το έκανε ρητά και κατηγορηματικά, απ' όσον έχω υπόψιν μου. Εάν λοιπόν ήταν να πάψει να ισχύει η εντολή "Ου ποιήσεις σεαυτόν είδωλον, μηδέ παντός ομοίωμα...", θεωρώ ότι θα είχε γίνει με τον πλέον σαφή τρόπο και σίγουρα θα έπρεπε να είναι από αυτά που θα καταγράφονταν στα Ευαγγέλια.
Συνοψίζοντας, το "Θεόπνευστον" και το "Αλάθητο", δεν είναι παρά ορισμοί ενός εκκλησιαστικού οργανισμού, οι οποίοι λειτουργούν όπως τα Αξιώματα στα μαθηματικά, οριοθετώντας την Ορθόδοξη πίστη από οποιαδήποτε άλλη. Με λίγα λόγια θα μπορούσαν να ειδωθούν ως εξής: "Μπορείς να μελετάς τους λόγους του Χριστού, όμως εάν φτάσεις σε άλλα συμπεράσματα από τα δικά μας, ίσως να είσαι χριστιανός, όμως σίγουρα όχι Ορθόδοξος"...