Για τα ζητήματα πίστης, όσο και για την ανθρώπινη ανοησία, τόσο ο κοινωνικός μου βίος, όσο και διδαχές από πρεσβύτερους και μακράν σοφότερους της ταπεινότητάς μου ανθρώπους, μου ενστάλαξαν δύο αδιάψευστες, όσο και χρήσιμες παρακαταθήκες.
Η μία αφορά τον απόλυτο σεβασμό του κάθε προσώπου με τα όποια πιστεύω του, που εμπεριέχεται στα λόγια : «Ας γίνει κατά την πίστη σου» ή άλλως, «μακάρι να σε σώσει η πίστη σου». Πρόκειται δε για μία στάση απέναντι στο πρόσωπο, που όσο πιο απόλυτος γίνεται ο σεβασμός προς αυτό, τόσο λιγότερο δεσμευτικά γίνονται τα πιστεύω του, για την κάθε ενδεχόμενη αντίρρηση προς αυτά.
Πρακτικά, η λαϊκή σοφία, όσο και η μούσα που την υπηρετεί, λέει σχετικά: «Ας στον τρελό στην τρέλα του και μην τον συνεπαίρνεις». Γιατί, ποια λογική είναι εκείνη που μπορεί να διατηρήσει την όποια αίγλη της, όταν πάει να αναμετρηθεί με το άλογο ( ή και παράλογο) ή την τρέλα, εκτός από εκείνην του Ψυχίατρου; Και προσωπικά, την τρέλα μου για θεραπεία, θα την εμπιστευόμουν, μόνον στη λογική κάποιου Θεού!
Η δεύτερη αφορά τα «απώτερα όρια»( το «άκρον άωτον») της ανθρώπινης ανοησίας. Φθάνουν εκεί, λέει, οι άνθρωποι, όταν ερίζουν μεταξύ τους εμμένοντες, άλλοι υποστηρίζοντας ότι υπάρχει Θεός και οι έτεροι, ότι δεν υπάρχει. Η κοινή λογική ειρωνεύεται την έριδά τους, με το απλό και μόνον επιχείρημα, ότι δεν υπάρχει αποδεδειγμένη βεβαιότητα, ούτε για την μία εκδοχή ούτε και για την αντίθετή της.