Τα σχόλιά σας (περί λογοκρισίας):
Και επειδή ο λόγος περί λογοκρισίας, θα σας θυμίσω ορισμένους στίχους ενός έργου με τίτλο:
“Ψ*λιάς ήτοι διάφοροι ποιήσεις”.
Το έργον εξεδόθη εν Κ@#λουπόλει εκ του Τυπογραφείου “Ο Πρίαπος”, οδός Φαλλού 3, 1878,
καθότι εγώ ο Πέος Πριαπίδης, τυγχάνω Καθηγητής εν τω Π**τσικώ Πανεπιστημίω Κα#λουπόλεως και Επτανήσου.
ΕΜΒΑΤΗΡΙΟΝ
Ξυπνάτε με τη σάλπιγγα
ξυπνάτε με τʼ αηδόνι,
τρέξτε, χαρείτε τη ζωή
ο π**τσος πάντα το πρωί
γεμίζει και τεντώνει.
Ξυπνάτε ξυπνάτε
η σάλπιγξ ηχεί
τον π**τσον στο χέρι
και βήμα ταχύ.
[...]
[*Τα αποσπασματα εκ της ανατυπώσεως εις το Τυπογραφείον "Ο Πρίαπος" [="Κείμενα", υπό Φιλίππου Βλάχου, 1984].
Καλό ξημέρωμα , ω φίλοι
Υ.Γ. Χαλεπόν μεν, ναι το Σιώ,
γυναίκας εσθʼ υπνών
άνευ ψ*λάς μόνας
Αριστοφάνης, Λυσιστράτη.
Άραγε θα λογοκριθώ αγκαζέ με τον Αριστοφάνη;
Πάντως πρόσφατο ποστ με 11 χαϊκού, λογοκρίθηκε εις το διηνεκές.
Κοινώς έφαγε φούντο.
Ας μην γελιόμαστε, το διαδίκτυο δεν είναι και ο "παράδεισος". Κι αυτό πιάνει και τους διαχειριστές απανταχού (κι όχι μόνο δώ πέρα).
Υ.Γ.2
Μπρε μπρε μπρε του μπουρανί
και της παπαδιάς το μν*…
Έχει κανείς τα δημοτικά του Πασσόβ με εκείνο το:
Γ**ώ τη μάνα σου τη νια πούχει δεκαοχτώ μ**νιά…
Από τα γαμοτράγουδα του Φιλιππόβλαχου Τυπογραφείο Κέιμενα 1985.
Ανασκουμπώσου τούρκια
και γδύσου ντερβισάτα
και κάτσε στο πα***ρι μου
και μέτρα κολωνάτα.
( Ζάκυνθος)
Στη Βιβλιοθήκη της Βουλής με αριθμό 2090 το 1974, ο Φίλιππος Βλάχος καταθέτει τα Πριάπεια, Δημοτική Ανθολογία του Μιχαήλ Λελέκου, έκδοση της Συντεχνίας. Στη μνήμη του:
Τες μεγάλες αποκριές (μέστην επικαιρότητα

)
στέκονται οι ψ*λές ορθές
γιεμ και το μεγάλο πάσκα
στέκουν τα μ**νιά και χάσκα.
...και κάτι στερνό:
Κάποτε το (δήθεν) χυδαίο είναι οδηγός για το γραπτό κάποτε είναι εμπόδιο.
Δεν υπάρχει εγγυητής γραπτών ούτε ονομάτων (εμπειρίκος/σωτηροπούλου κουλουπου).
Εγώ αγαπώ να υπενθυμίζω:
Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία
(Οδυσσέας Ελύτης από τη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ)
Για την "μπινελικοποίηση" της γραφής δεν μπορείς να πριονίζεις το κλαδί που σε στηρίζει αιώνια, χωρίς βέβαια την αίσθηση του περιττού που στεφανώνει τη παρουσία του γράφοντος σε μια ανούσια δημοσιότητα...
..γιατί τότε το κριτήριο έχει μετατοπιστεί ανεπανόρθωτα προς τη φορά της παρακμής κι η αγάπη της ποίησης λ.χ. μετατρέπεται σιγά σιγά στη διαχείρηση μιας παθολογίας όπως το "πόσο πρέπει να βρίζω"...
Στα περι Εμπειρίκου,
είναι αναγκαίο να χαμηλώνει το ενδιαφέρον για το όνομα και να αυξάνεται στο δυνατόν το ενδιαφέρον για το κείμενο… Δύσκολο, αλλά σιγά σιγά φαίνεται ως ο μόνος δρόμος που δεν δηλητηριάζει τη καθημερινή επιδίωξη της επαφής με την ευαισθησία μας.
Το γιατί στις δεκάδες των θεσμισμένων χώρων, δεν αναπτύχθηκε στα χρόνια μας ένας προβληματισμός γύρω από αυτό, είναι γιατί οι ως τώρα θεσμοί, περιοδικά, ένθετα κ.λ.π. διαχειρίζονται τη σκιά της παρακμής της γενικότερης του λόγου σε έναν τόπο που ξύπνησε τα τέρατά του…
Δεν είναι υποχρεωτικό ο ποιητής να είναι κοινωνικός αναλυτής της δημοσιότητας της εποχής του, αλλά δεν μπορεί και να προσποιείται ότι αγνοεί τους μηχανισμούς που φέρνουν ή δε φέρνουν κάθε φορά τα ονόματα των άλλων ή και το δικό του στον αφρό…
Το αίσχος δεν είναι ότι μας έχουν βάλει στην ουρά μπροστά στο γκισέ… το έσχατο αίσχος είναι ότι μαλώνουμε για τον αριθμό πρόσβασής μας ενώ θα έπρεπε συνολικά να απέχουμε από αυτή την αθλιότητα, τη συνεχούμενη λογοκρισία από ηλιθίους.
Πράγμα που δεν γίνεται. Οι ποιητές σπανίως έχουν το μοναχικό ήθος. Εδώ δεν το έχουν πια οι μοναχοί…

Οπότε υποκύπτουν στη γενικευμένη παράνοια και γράφουν με το ζύγι...
Μη και θιγούν φορουμοοικογένειες...
Παρακολουθώ τα της λογοκρισίας, καιρό τώρα...
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την παραδοχή ότι το κατʼ αξίαν στην ποίηση σπανίζει και δεν είναι εξαρτώμενο από το υβρεολόγιο. Θα έχουμε λιγότερες προσωπικές απογοητεύσεις…
Και κυρίως αν θέλουμε το κατʼ αξίαν να κάνουμε τον κόπο να το βάλουμε κριτήριο όχι μόνο της παρουσίας μας, αλλά και της παρουσίας των άλλων…
Όχι αθλιότητες συγκρούσεων στο φέικ γκισεδάκι της φήμης. Γιατί αυτό είναι που το διατηρεί. Ενώ το ζητούμενο είναι να σπάσει…
Επι του παρόντος, αυτά.