Το χημικό καθαρό μεθάνιο, στις «κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος» (25 °C, 1 atm) είναι αέριο
άχρωμο και
άοσμο,<a href="
https://el.wikipedia.org/wiki/Μεθάνιο#cite_note-17"><span><span>[</span>17<span>]</span></span></a> ελάχιστα
διαλυτό στο
νερό. Η χαρακτηριστική οσμή τόσο του φυσικού αερίου όσο και του παλαιότερου
φωταερίου (που επίσης περιείχε μεθάνιο) δεν προέρχεται από το ίδιο μεθάνιο,
αλλά από συνδυασμό φυσικών οσμηρών προσμείξεων και τεχνητής προσθήκης πρόσθετων
οσμοθετών, οι οποίοι είναι οσμηρές ουσίες, συνήθως χρησιμοποιούνται για το λόγο αυτό μείγματα που περιέχουν
2-μεθυλο-2-προπανοθειόλη. Οι οσμοθέτες συνηθίζεται να προστίθενται τεχνητά στο φυσικό αέριο, στο φωταέριο ή και στο
καθαρό μεθάνιο, αν προορίζεται για καύσιμο, ώστε να ανιχνεύεται πιο εύκολα, σε ενδεχόμενες, αλλά ανεπιθύμητες, διαρροές.
Βέβαια, και το ίδιο το φυσικό αέριο συνήθως περιέχει και από τη φύση του θειούχες ουσίες, οπότε έχει και φυσική οσμή.