Όταν ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία, είχε υπόψη του μια οικονομική πολιτική κινούμενη σε δύο άξονες: Την ταχεία ανάνηψη της οικονομίας της Γερμανίας από τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης του
1929 και την ανάπτυξη της οικονομίας σε τέτοια επίπεδα, ώστε να είναι δυνατή η κυριαρχία του Ράιχ σε παγκόσμιο επίπεδο. Η οικονομικά άρχουσα τάξη υποστήριξε εξ αρχής τον Χίτλερ. Οι ιδιοκτήτες βαρέων βιομηχανιών, φοβούμενοι την οικονομική ύφεση, στην οποία είχε περιπλέξει τη χώρα η
Δημοκρατία της Βαϊμάρης, δεν έφεραν κανένα εμπόδιο στην άνοδο των Ναζιστών στην εξουσία: Αντίθετα, στήριξαν οικονομικά το Κόμμα, όπως ο μεγιστάνας
Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ του βιομηχανικού κολοσσού
Κρουπ (Krupp). Όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία, η ανεργία είχε πλήξει το 30% του ενεργού πληθυσμού, ο
πληθωρισμός (εισαγόμενος και μη) είχε φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Οι "Γιούνκερς", όπως αποκαλούσαν την οικονομικά άρχουσα τάξη, ήθελαν πάση θυσία να επαναφέρουν τις επιχειρήσεις τους στην κερδοφορία και οι νόμοι της Δημοκρατίας, όπως και οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών, δεν τους άφηναν τέτοια περιθώρια. Υποστήριξαν τον Χίτλερ και το Κόμμα του, ευελπιστώντας σε οικονομική ανάκαμψη. Το ίδιο έκαναν και οι ιδιοκτήτες των μεγάλων Τραπεζών, οι οποίοι αντιτίθονταν στην αυστηρή νομοθεσία που είχε θεσπιστεί επί Δημοκρατίας. Η αμοιβαία υποστήριξη κεφαλαίου και Ναζί οδήγησε σε οικονομική ανάκαμψη με τη μείωση της ανεργίας, που μάστιζε τη
Γερμανία της Δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, το ΑΕΠ της χώρας ανέβηκε από τα 59,1 δισ. μάρκα το
1933 στα 129 δισ. μάρκα το
1939[30].
Χιάλμαρ Σαχτ, 1931. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου.
Ο Χίτλερ αρχικά είχε ως κεφαλή της Γερμανικής κεντρικής Τράπεζας (αργότερα τον διόρισε Υπουργό Οικονομικών) τον
Χιάλμαρ Σαχτ (Hjalmar Schacht). Αυτός ήταν ο οικονομικός "εγκέφαλος" των Ναζί και, ακολουθώντας φαινομενικά ανορθόδοξη πολιτική, πέτυχε εκπληκτικά οικονομικά αποτελέσματα: Εκμεταλλεύεται στο έπακρο την αποδέσμευση των αποθεμάτων χρυσού από το νόμισμα, που επήλθε ως συνέπεια της Οικονομικής Κρίσης του
1929, διατηρεί πολύ χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού και καταρτίζει έντονα ελλειμματικούς προϋπολογισμούς: Εκατοντάδες δημόσια έργα χρηματοδοτούνται κατ' αυτό τον τρόπο αλλά, δημιουργώντας την ανάγκη εργατικών χεριών για την εκτέλεσή τους, μειώνουν την ανεργία με ρυθμό που καμία άλλη χώρα δεν κατάφερε να επιτύχει ύστερα από την Οικονομική Κρίση.
[31]
Το
1936 ο Χίτλερ διορίζει στη θέση του Σαχτ τον
Χέρμαν Γκέρινγκ, δίνοντάς του την εντολή να καταστήσει ετοιμοπόλεμη τη Γερμανία μέσα στην επόμενη τετραετία. Το έργο είναι δυσχερέστατο, επειδή η Συνθήκη απαγορεύει στη Γερμανία να διαθέτει περισσότερες από δέκα μεραρχίες
τακτικού Στρατού (100.000 άνδρες συνολικά), καθώς και την κατοχή σύγχρονου εξοπλισμού, όπως άρματα μάχης, βαρύ πυροβολικό, μαχητικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία. Ο Γκέρινγκ καταστρώνει ένα "τετραετές σχέδιο" σύμφωνα με το οποίο οφείλουν να δημιουργηθούν νέες βιομηχανίες κατεργασίας μετάλλων, χημικών, συνθετικού καουτσούκ και άλλων υλών, απαραίτητων για τη δημιουργία οπλοστασίου. Οι ενέργειες αυτές οδηγούν σε μηδενική σχεδόν ανεργία, ωστόσο, σε πραγματικές τιμές, οι μισθοί των εργαζομένων μειώνονται. Αυτό οδηγεί τον Γκέρινγκ στη λήψη ενός ακόμη μέτρου: Τον απόλυτο κρατικό έλεγχο τόσο στις τιμές όσο και στους μισθούς. Όποιος παραβαίνει τα θεσπισμένα όρια εγκλείεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Καταργούνται (φυσικά) τα εργατικά συνδικάτα, απαγορεύεται το συνδικαλίζεσθαι καθώς και η παραίτηση: Ο Γκέρινγκ καθιερώνει το σύστημα των βιβλιαρίων εργασίας και ο εργαζόμενος δεν βρίσκει εργασία (ή, ανάλογα, διώκεται) αν σε αυτό δεν αναγράφεται η συγκατάθεση του προηγούμενου εργοδότη για την αποχώρησή του. Δημιουργείται, επίσης, ένας ειδικός φορέας, το
Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας (Deutsche Arbeitsfront, DAF), το οποίο έχει ως επικεφαλής τον
Ρόμπερτ Λέι, το οποίο ελέγχει τους εργαζόμενους, αντικαθιστώντας τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, οι οποίες είχαν καταργηθεί με τη βία.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η γερμανική οικονομία μετατρέπεται εξ ολοκλήρου σε πολεμική, με την είσοδο, το
1942, στην Κυβέρνηση του
Άλμπερτ Σπέερ (Albert Speer), ενός νέου αρχιτέκτονα, ο οποίος καταφέρνει, παρά τις σφοδρές αντιξοότητες που αντιμετωπίζει η χώρα, να ανεβάσει τους απόλυτους αριθμούς παραγωγής των εργοστασίων που ελέγχει.
Η Ναζιστική Γερμανία βρήκε, επίσης, τους τρόπους να συνεργάζεται με επιχειρήσεις χωρών με τις οποίες, φαινομενικά, δε μπορούσε να έχει σχέσεις. Οι "Γιούνκερς" είχαν δημιουργήσει τον κολοσσό
IG Farben, μέσω του οποίου το γερμανικό κεφάλαιο βρήκε διεξόδους σε σημεία που του απαγορεύονταν, όπως στις οικονομίες της
Βρετανίας, της
Γαλλίας και των
ΗΠΑ.