Και μέχρι στιγμής ουδείς μπορεί να πει με ασφάλεια τι ήταν αυτό που οδήγησε τα μέλη του δικαστηρίου στην έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης. Το σκεπτικό πάνω στο οποίο πάτησαν για την τελική ετυμηγορία τους θα γίνει γνωστό εν καιρώ, όταν θα δημοσιευτεί και η απόφασή τους.
Ωστόσο, μια πρώτη ανάγνωση των πλειοψηφιών και των μειοψηφιών που διαμορφώθηκαν μεταξύ των τριών τακτικών δικαστών και των τεσσάρων λαϊκών (ενόρκων), πρώτα επί της ενοχής του κατηγορούμενου σκηνοθέτη, στη συνέχεια επί των ελαφρυντικών, μετά επί της ποινής και τελικά επί της αναστολής μέχρι την έφεση, ίσως προϊδεάζει έως έναν βαθμό για τον τρόπο σκέψης τους, αλλά και τις λεπτές ισορροπίες που διαμορφώθηκαν. Αν μη τι άλλο, κατέστη σαφές ότι από τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες που διαμορφώθηκαν, σταθερά δύο δικαστές (η πρόεδρος και μία σύνεδρος) τάχθηκαν υπέρ της πλήρους αθώωσης του κατηγορουμένου και για τις τέσσερις υποθέσεις. Μάλιστα, η τρίτη τακτική δικαστής ψήφισε και εκείνη υπέρ της αθώωσής του για τον πρώτο μηνυτή. Εν ολίγοις, όπως προκύπτει, αυτοί που πείστηκαν περισσότερο από τους μηνυτές ήταν οι ένορκοι και όχι τόσο οι δικαστές.