Επειδή μερικές δεσποινίδες με έχουν λιώσει με αυτά που γράφουν και είναι πραγματικά δύσκολο αυτό για εμένα, ήρθα να σας πω μια δική μου ιστορία να γελάσουμε λιγάκι.
Είναι καλοκαίρι, Αύγουστος, μάλλον, και έχω πάρει το ΚΤΕΛ για Αθήνα, διακοπές (ναι τότε πάω εγώ στην πρωτεύουσα). Θα πήγαινα Γ' Λυκείου κι επειδή ήμουν γνωστή βιβλιοφάγος, η καθηγήτριά μου, μου είχε εμπιστευθεί ένα διαμάντι της βιβλιοθήκης της: Πρακτική Φιλοσοφία του Παπανούτσου σε παλιά έκδοση. Και μόνο που ακουμπούσα τις σελίδες κάτι με έπιανε. Έχω κάτσει, λοιπόν, σε μια ακρούλα του καναπέ στο καράβι, ενώ δίπλα μου βρίσκεται μια γλυκύτατη τριμελής οικογένεια. Οι γονείς κι ένα αγοράκι που μου είχε κλέψει την καρδιά.

Δυστυχώς δεν ήταν ο πιτσιρικάς ο πρωταγωνιστής.
Εκεί που έχω πάρει φόρα και διαβάζω ένα πολύ όμορφο κεφάλαιο που αναφέρεται στις ανθρώπινες σχέσεις, αισθάνομαι κάποιον πάνω από το κεφάλι μου κι ακούω την πρώτη και πιο fail ατάκα που έχω ακούσει ποτέ μου: "Το πλοίο έχει θέσεις ή όπου θέλουμε καθόμαστε;" -.- God, θα ήθελα πολύ να είχε και να του πω ότι εγώ ήμουν στο σαλόνι της first class αλλά τι να σου κάνουν τα φέρι της γραμμής! Του απαντάω ότι μπορεί να καθίσει όπου θέλει γελώντας και παίρνει θέση δίπλα μου.
Με ρωτούσε διάφορα, από πού είμαι, πόσο είμαι, έλεγε κι αυτός χωρίς να τον ρωτάω, εγώ συνέχιζα να διαβάζω το βιβλίο μου και να μην παίρνω τα μάτια μου από πάνω του, αλλά ο νεαρός επέμενε, μέχρι που με ρώτησε:
- Μα τι διαβάζεις με τόσο ενδιαφέρον;
- Πρακτική φιλοσοφία, Παπανούτσο, τον ξέρεις;
- Είναι κάτι σαν το Γκαρσία Λόρκα;
- Εχμ, είναι Γκαρθία Λόρκα και δεν έχουν καμία σχέση.
- Α..
Μετά από αυτό, το πήρε απόφαση πως το βιβλίο μου θα συνεχίσει να είναι πιο ενδιαφέρον από αυτόν κι αποχώρησε. Στο μεταξύ η οικογένεια δίπλα γελούσε διαρκώς με τη σκηνή και την ώρα που ο νεαρός έφυγε (δε θυμάμαι το όνομά του, η αλήθεια είναι πως δεν το άκουσα καν) τους κοίταξα και γελάσαμε μαζί.
