πιθανότατα το θέμα δεν είναι ενεργό αλλά αποφάσισα να γράψω και τη δική μου άποψη.
Κάπου γύρω στα 16 και βιώνοντας μια αφόρητη προσωπική μοναξιά, θα την αποκαλούσα απόλυτη και μαύρη, δεν ξέρω πώς και γιατί... μετά από ένα χρόνο συσσωρευμένου πόνου, λόγω διαφόρων γεγονότων, και μέσα στην πίεση των πανελληνίων... πραγματικά δεν ξέρω πώς και γιατί, χαρακώθηκα με ένα κοπίδι. δεν ήταν μια κοψιά. ήταν πολλές μαζεμένες , καμιά 20αριά, στον εσωτερικό καρπό του χεριού μου.
Αυτό έμεινε εκεί, δλδ μέχρι να φύγουν εντελώς τα σημάδια, γύρω στους 6 μήνες... καλοκαίριαζε... Ήταν παράξενο. Για μένα αυτά τα σημάδια, μετά τις πρώτες εβδομάδες που έπαψαν να πονάνε ήταν η συνροφιά μου, ήταν το καταφύγιό μου, ήταν "εγώ κι ο πόνος μου" - άλλωστε μόνο αυτόν είχα. Δεν τα έδειξα σε κανένα, αλλά με έναν παράξενο τρόπο μου έδιναν δύναμη. Ό,τι κι αν γινόταν ακουμπούσα τα σημάδια και ένιωθα ικανή να αντέξω, μάλλον γιατί ένιωθα και έβλεπα τον πόνο ζωγραφισμένο εκεί. και ήξερα ότι δεν ήταν αόρατος. Ήξερα ότι ακόμα κι αν όλοι γύρω έκαναν ότι δεν έβλεπαν τον πόνο μου, εγώ τον είχα αγγίξει, ήταν εκεί. ήταν ζωντανός. Δεν ήμουν τρελλή, απλώς πονούσα τόσο πολύ, που δεν άντεχα να κάνω ακόμα κι εγώ πως μου περνούσε απαρατήρητο. Είχα ανάγκη κάποιος να μου πει νιώθω πόσο πονάς, ακόμα κι αν ήταν μόνο ο εαυτός μου... ήμουν ολομόναχη. Φυσικά και είχα κατάθλιψη. Και από ένα σημείο και μετά την επέλεξα τη μοναξιά. το αναγνωρίζω, ήμουν υπεύθυνη γι'αυτό που έκανα. ήταν επιλογή.
Τελοσπάντων, πέρασε το καλοκαίρι. Θλιβερό. Στις Πανελλαδικές τα κατάφερα μια χαρά -αλίμονο.. πάντα τα καταφέρνω μια χαρά... με τι κόστος!... Τα κοντά μανίκια δυσκόλευαν πολύ μια τέτοια κίνηση και δεν την έκανα, αλλά φυσικά δεν έφυγε ούτε μια στιγμή από το μυαλό μου. Και την επόμενη χρονιά. Σχεδόν έναν χρόνο μετά περιπου, δλδ την ίδια εποχή, μάλλον από ασυνείδητη επέτειο ξανα χαρακώθηκα, το ίδιο.. αυτή τη φορα όμως δεν ήταν ένα γεγονός. αυτή τη φορά άρχισε να μη φτάνει. έμοιαζε να γίνεται λύση, μια ανακούφιση, μια αναγκαστική συνήθεια. σιγά σιγά άρχιζε να μη φτάνει, έπρεπε να βρω άλλο τρόπο κοψίματος, έπρεπε να πονάει λίγο παραπάνω για να φτάνει κάθε φορά έπρεπε να βρω κι άλλο "χώρο" κι έπρεπε να προσέχω πολύ μη το δει κανείς. Δεν ήθελα να πεθάνω, ειδικά μέσα σ'αυτή τη συνήθεια. ήθελα απλά να είναι πιο εύκολο να αντέχω τον πόνο. τον βαθύ ψυχικό μου πόνο. να μην τον εξαφανίζω μέσα μου αλλά να τον βιώνω, να περνάει από πάνω μου υπαρκτός όπως τον διαισθανόμουν να χαρακώνει και την ψυχή μου. Αλλά αυτή τη φορά ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Κάποια στιγμή μια φίλη το πρόσεξε. είχα κάνει 3 χαρακιές στην πάνω μεριά της παλάμης. τραβούσα πάντα τα μανίκια όλο και πιο κάτω αλλά αυτή το πρόσεξε. με ρώτησε τι είναι και της είπα κάπου γρατζουνίστηκα. μου είπε ότι αυτό δεν είναι γρατζουνιά και μου έπιασε το χέρι. απαλά. Το χάιδεψε και με κοίταξε λυπημένα, σχεδόν πονεμένα μπορώ να πω και τρομαγμένα. έκανα την αδιάφορη αλλά ήξερα ότι με έιχε καταλάβει. Μου είπε απλά ότι πονάει που το κάνω αυτό στον εαυτό μου και έμοιαζε να το εννοούσε. κι αυτή τρυφερότητα με συγκίνησε. Εκεί κάτι άρχισε να σπάει. Δε σταμάτησα αλλά προβληματίστηκα. Συζητούσαμε πολλές φορές, καμιά φορά έβλεπε τα σημάδια και πότε έβλεπα στα μάτια της την απόγνωση, πότε θυμό, πότε συμπόνοια. Δεν μπορούσε να καταλάβει παραπάνω. "γιατί ένα χαρισματικό πλάσμα σαν και μένα υποφέρει τόσο πολύ"... μάλλον παραήμουν χαρισματικό...
Μετά από λίγο καιρό γνώρισα τον άντρα μου. Πέρασαν αρκετά χρονια μέχρι να γίνουμε οικογένεια αλλά από την αρχή είχαμε μια πολύ ζεστή σχέση. Ήξερ απάντα πως αυτό που έκανα δεν είναι υγιές. το ήξερα από την πρώτη στιγμή. Τα πρώτα χρόνια δεν έιχε σημασία γιατί τίποτε άλλο μέσα μου δεν ήταν ανώδυνο. Ήμουν ένας άνθρωπος που πονούσε ανυπόφορα. Που είχε απεγνωσμένη ανάγκη από αγάπη. Αγάπη που μοίραζα απλόχερα και αφελώς φυσικά -αλλά πάντα δεν είσαι αφελής στα 15;- και που ήταν σχεδόν αδύνατο να τη βρω γύρω μου.. Όταν όμως τον συνάντησα και αρχίσαμε να δενόμαστε ήμουν αποφασισμένη πως θα τα ανοίξουμε όλα. Του το είπα, του έδιξα και τα σημάδια. Δεν είπε τίποτε. μου κράτησ ετα χέρια, τα φίλησε, δάκρυσ ελίγο και δνε είπε τίποτε. Ούτε μη το κάνεις ούτε τι είναι αυτό, ούτε πώς είσαι έτσι, τίποτε. Θέλησε απλώς να προσπαθήσει να καταλάβει. και νομίζω ότι κατάλαβε. Νομίζω ότι τα κατάλαβε όλα και γι' αυτό δοξάζω τον θεό που μου τον έστειλε. Βρήκα όλη την αγάπη που έψαχνα απλωμένη σε μια ανεκτίμητη ψυχή. Αυτό ήταν που τα άλλαξε όλα. Δε θα σας πω πως ήταν εύκολο. Δε σταμάτησα αμέσως. Δεν μπορούσα. είχα πια εξαρτηθεί. Δε φοβόμουν τον πόνο πια γιατί ό,τι κι αν συνέβαινε έιχα τα σημάδια μου. Ξέρετε πόσο επικίνδυνο είναι αυτό; Μπορούσα να τα ρισκάρω όλα γιατί ένιωθα ότι είχα τις χαρακιές μου να με κρατάνε "γερή κι αλώβητη".Τι όξύμωρο;; τραυματιζόμουν για να νιώθη γερή!! Ποιος άλλος μπορούσε να με βλάψει πιότερο, εγώ είχα τον έλεγχο του πόσο και πώς θα πονάω. Ήμουν "προστατευμένη". Τι τραγικό!! Ακόμα συμπονώ εκείνο το παιδί που ήμουν, πόσο θα πρέπει να πονούσα...
Κάποια φορά για να μην κόψω τα χέρια μου, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, είπα να πιω. Νομίζω πως ήπια τα αντερά μου. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο και του το λεγα. Πάλι δεν είπε τίποτε. Εκείνο το βράδυ ζαλιζόμουν και ξερνούσα τόσο που είπα πως δε θ αξαναπιώ ποτέ στη ζωή μου -και δεν πίνω γενικά, δε με κάνει ποτέ να νιώθω καλά. Λίγες μέρες αργότερα άκουσα κάποια λόγια που είχε πει σε έναν κοινό μας γνωστό για μένα. Λόγια αγάπης, σεβασμού, εκτίμησης, στοργής, λόγια που έδειχναν ότι κάτι βλεπει σε μενα πέρα από το χάλι μου. Έκλαιγα 2 μέρες από τη συγκίνησή μου. Εγώ γινόμουν το χειρότερο που μπορούσα κι αυτός έμενε κεί να με θαυμάζει, να με στηρίζει, να με αγαπάει. Τότε ήταν που πήρα την απόφαση και είπα στον εαυτό μου φτάνει πια. Τώρα ήρθε η ώρα να ωριμάσεις. Εδώ υπάρχει κάτι καλό, μη το χαλάσεις. Κι αποφάσισα να μην ξανακόψω τα χέρια μου. Ποτέ. Ήμουν περίπου 21. Είχαν περάσει 5 χρόνια. Δεν ξέρω πως την πήρα την απόφαση. Ήταν σα να έγινε μια στροφή μέσα μου. Ήξερα ότι δε θα ήταν εύκολο αλλά δεν ήταν σαν αυτό που λέμε αρχίζω δίαιτα κι αν τη χαλάσεις δεν έγινε τίποτε. Ήταν τελειωμένο. Δε θα γύριζα πίσω. Μπορώ να σας πω ότι πέρασα ακόμα και στερητικό σύνδρομο. υπήρχαν βράδια που έμενα ξάγρυπνη. Δε με χωρούσε ο τόπος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κρατούσα το κοπίδι στα χέρια και καθόμουν με τις ωρες αποφασισμένη ότι μπορώ να το πετάξω στα σκουπίδια. Ήταν μια συμβολιή κίνηση αλλά πόσο δύσκολο να την κάνεις αληθινά. Ίδρωνα ξείδρωαν αλλά έλεγα, όχι! Για χάρη της αγάπης, για χάρη αυτού που μπορείς να είσαι όχι!... Και κάποια στιγμή το πέταξα. Για αρκετά χρονια δεν ξαναέβαλα κοπίδι στο σπίτι μου. Όταν του το είπα νομίζω δε με πίστεψε στην αρχή. Χάρηκε που το άκουσε αλλα΄νομίζω πίστευε ότι θα υποτροπιάσω κάποι αστιγμή. Καμιά φορά κοιτούσε τα χέρια μου με φόβο, το κατανοοώ, εγώ θα ήμουν πολύ χειρότερη, αλλά κάποια στιγμή νομίζω ότι πείστηκε πως τον αγαπώ τόσο πολύ που δε θα άντεχα να τον πονέσω ή να τον στενοχωρήσω τραυματίζοντα ςτον εαυτό μου. Νομίζω γι'αυτό βεβαιώθηκε τελείως περισσότερο αν τύχαινε ποτέ να μαλώνουμε.. δεν άφησ αποτέ την παλιά μου "αρρώστεια" να μολύνει ό,τι πιο σημαντικό έχω στη ζωή μου. Κι αυτό νομίζω πως με έσωσε. Αυτό με άλλαξε. Τα τελευταία 2 χρονια μου χρειάστηκε κοπίδι στο σπίτι και αγόρασα ένα. Δε το κοίταξα ποτέ περίεργα, ούτε το φοβήθηκα. Δε νομίζω πως είμαι πια εκείνο το παιδί.
Ξέρω όμως ότι όλοι μας έχουμε βιώματα και πόνους που δεν είναι εύκολο να τα αγγίξουν οι άλλοι. Μερικές φορές δεν είναι εύκολο να τα ακουμπήσουεμ κι εμείς οι ίδιοι. Πιστεύω πολύ ότι αν θέλουμε κάτι και κάνουμε τη δουλειά, μπορούμε να το πετύχουμε. Όμως δεν ξενοιάζω ποτέ. Υπάρχουν πάντα πόνοι μεγαλύτεροι από μας και έιμαστε πάντα απλοί άνθρωποι. Το μόνο που εύχομαι από δω και πέρα στη ζωή μου είναι ο Θεός να μας σκεπάζει με το έλεός Του ώστε να 'ναι μαλακοί οι πόνοι στη ζωή μας και να μη φτάνουμε σε διλήμματα ματωμένα.
Σα ςείπα την ιστορία μου ίσως λίγο γαι ν αβηθήσω να καταλάβουν κάποιοι, λίγο γιατί μέσα από την ενασχόλησή μου μ ετην ψυχοθεραπεία ενδιαφέρομαι για το θέμα, αλλά πιότερο σαν ένα άφημα ενός μυστικού που δεν χρειάζομαι άλλο μέσα μου...
καλή συνέχεια.