Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 1942
Ο Ντούσσελ, ο γιατρός που μοιράστηκε μαζί μου την καμαρούλα, έχει να μας πει ένα
σωρό πράγματα για τον έξω κόσμο, τώρα πια που πάψαμε ν’ ανήκουμε σ’ αυτόν. Οι
ιστορίες του είναι θλιβερές. Πολλοί φίλοι εξαφανίστηκαν. Η τύχη τους μας τρομάζει.
Κάθε βραδιά χτενίζουν την πόλη τα στρατιωτικά αυτοκίνητα με τους πράσινους
μουσαμάδες. Οι Γερμανοί χτυπούν όλες τις πόρτες και ψάχνουν για Εβραίους. Αν βρουν
Εβραίους, φορτώνουν στα καμιόνια ολόκληρη την οικογένεια. Όσοι δεν κρύβονται
υπογράφουν την καταδίκη τους. Οι Γερμανοί το κάνουν αυτό συστηματικά με τη λίστα
στο χέρι, χτυπώντας εκείνη την πόρτα που θα βρουν να τους περιμένει πλούσια λεία.
Άλλοτε πάλι, οι δυστυχισμένοι πληρώνουν λύτρα για κάθε κεφάλι. Το πράγμα είναι
τραγικό. Το βράδυ βλέπω να περνάνε συχνά αυτές οι λιτανείες των ασθενών με τα παιδιά
τους να κλαίνε, να σέρνονται κάτω απ’ τις διαταγές μερικών κτηνανθρώπων, που τους
χτυπούν με το μαστίγιο και τους βασανίζουν, ώσπου να πέσουν κάτω. ∆ε λυπούνται
κανένα, ούτε τους γέρους, ούτε τα μωρά, ούτε τις έγκυες γυναίκες, ούτε τους αρρώστους.
Όλοι είναι κατάλληλοι για το ταξίδι προς το θάνατο.
Τι ωραία που είμαστε εδώ, στη σιγουριά και την ησυχία!
Θα μπορούσαμε να κλείσουμε τα μάτια μπροστά σ’ αυτή την εξαθλίωση, αλλά
υπάρχουν αυτοί που μας ήταν αγαπητοί, που φοβόμαστε γι’ αυτούς το χειρότερο, χωρίς
να μπορούμε να τους βοηθήσουμε.