Από τη μεριά της μάνας μου,
ο παππούς ήταν ο αγαπημένος μου, μου έκανε τα χατίρια από όσο θυμάμαι, τον έχασα όταν ήμουν 7 χρόνων, αυτός ήταν 70 χρόνων. Ήταν αγρότης οπότε με έπαιρνε μαζί του στα χωράφια, κάναμε βόλτες με το αγροτικό και το τρακτέρ του και μου τραγουδούσε κατά τη διάρκεια της βόλτας. Δε πρόλαβα να πω το τελευταίο αντιο στη κηδεία του επειδή η μεγάλη αδερφή μου δε το άντεχε οπότε μας έστειλαν με τρένο στη Αθήνα στους άλλους παππούδες μου και μετά ο πατέρας μου γύρισε πίσω στη Μακεδονία να προλάβει τη κηδεία.
Η γιαγιά μου ζει ακόμη, είναι τώρα 84 χρόνων. Ουσιαστικά μεγάλωσα με αυτήν, παίζαμε Uno και monopoly για χάρη μου όταν ήμουν δημοτικό. Ήταν αγρότισσα και έφαγε τα νιάτα της στα χωράφια, οπότε από τα 73 της άρχισε να χρησιμοποιεί το μπαστούνι και δε μου άρεσε πολύ αυτό αλλά τι να κάνουμε. Η γιαγιά μου είχε 5 αδέρφια, η πιο μικρή αδερφή της 18 χρόνων πέθανε από ηλεκτροπληξία επειδή ήθελε να αλλάξει μια λάμπα... Έχει μια φωτογραφία της στη κρεβατοκάμαρα της.
Από τη μεριά του πάτερα μου,
Επειδή ζούσαν στη Αθήνα τους έβλεπα 1-2 φορές το χρόνο, δε πρόλαβα και πολλά μαζί τους και τους έχασα όταν ήμουν στο λύκειο, τότε η γιαγιά μου 71 χρόνων και ο παππούς μου 84 χρόνων. (Είχαν 10 χρόνια διαφοράς)
Η γιαγιά μου ήταν μοντέρνα στη εποχή της επειδή είχε δικό της αμάξι και οδηγούσε στη Αθήνα (κάποιος έπρεπε να οδηγήσει γιατί του παππού μου δε του άρεσε η οδήγηση

), και με έπαιρνε μαζί της για βόλτα με αμάξι. Ο πατέρας της γιαγιάς μου πέθανε πολύ νέος στα 35 του κάπου εκεί οπότε η γιαγιά μου αναγκαστικά δούλεψε από τα 13 της σε ένα εργοστάσιο κουμπιών ως το μεγαλύτερο παιδί καθως είχε 2 μικρότερα αδέρφια 8 και 6 χρόνων για να φέρει λεφτά στο σπίτι.
Ο παππούς, εντάξει καλός άνθρωπος αλλά δε περάσαμε πολύ χρόνο μαζί λόγω της ηλικίας του.