Για όσους γράφουν (ποιήματα, κείμενα, κλπ)

Τάσος97

Τιμώμενο Μέλος

Ο Allostasis αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Επαγγέλεται Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Λιβαδειά (Βοιωτία). Έχει γράψει 4,070 μηνύματα.
Ω, ο Βαγγέλης παίζει μόνος του μπαλίτσα. Εγώ είμαι κάτι σαν guest star αυτής της θεματολογίας. :P

Εσύ πού αλλού κινείσαι, Τάσο; Ή είσαι ταγμένος μόνο στη ποίηση;
Εε και για guest star εισαι πολύ καλή! ;)
Εγώ βασικά ξεκίνησα από κείμενα, πάντα από πολύ μικρός μου άρεσε να γράφω, και κάπου στα 15-16 άρχισα να γράφω ποίηση. Συνέχισα και με κείμενα αλλά πλέον γράφω ποιήματα κυρίως... (αν θες κάτι πιο abstract/συναισθηματικά φορτισμένο κείμενο θα σε στείλω εδώ , αλλά διάβασε το μόνο μια φορά όχι δεύτερη, δεν υπάρχει συνοχή επίτηδες και αν το διαβάσεις δεύτερη φορά θα καταρεύσει :P)
 

Lysippe

Well-known member

Η Lysippe αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 1,496 μηνύματα.
Δεν ξέρω για τα υπόλοιπα κείμενα, αλλά τούτο εδώ μια δόση ποίησης την έχει. Νομίζω ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει ως ερωτικό flashback.
 

Τάσος97

Τιμώμενο Μέλος

Ο Allostasis αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Επαγγέλεται Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Λιβαδειά (Βοιωτία). Έχει γράψει 4,070 μηνύματα.
Δεν ξέρω για τα υπόλοιπα κείμενα, αλλά τούτο εδώ μια δόση ποίησης την έχει. Νομίζω ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει ως ερωτικό flashback.
Εεε είναι ωραίο να δίνουμε μια άλλη γεύση στο κείμενο! Σε ευχαριστώ! Εσύ γράφεις τίποτα άλλο;
 

Lysippe

Well-known member

Η Lysippe αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 1,496 μηνύματα.
Νομίζω πως εγώ είμαι κυρίως στο κείμενο. Από εκεί και πέρα, μ' αρέσει να πειραματίζομαι, οπότε ασχολούμαι με ποίηση, χαϊκού και ολιγόλεκτα. Τα ολιγόλεκτα δε είναι μεγάλη αγάπη - αυτή η μαγεία τού να χωράς κάτι μόνο μέσα σε λίγες λέξεις. Όσο δύσκολο φαντάζει στην αρχή, τόσο μετατρέπεται σε εθισμό και δεν μπορείς να ξεκολλήσεις αργότερα. :happy:
 

Τάσος97

Τιμώμενο Μέλος

Ο Allostasis αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Επαγγέλεται Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Λιβαδειά (Βοιωτία). Έχει γράψει 4,070 μηνύματα.
Νομίζω πως εγώ είμαι κυρίως στο κείμενο. Από εκεί και πέρα, μ' αρέσει να πειραματίζομαι, οπότε ασχολούμαι με ποίηση, χαϊκού και ολιγόλεκτα. Τα ολιγόλεκτα δε είναι μεγάλη αγάπη - αυτή η μαγεία τού να χωράς κάτι μόνο μέσα σε λίγες λέξεις. Όσο δύσκολο φαντάζει στην αρχή, τόσο μετατρέπεται σε εθισμό και δεν μπορείς να ξεκολλήσεις αργότερα. :happy:
Ααα ωραία! Εεε βάλε μας και κανα κείμενο να χουμε να βλέπουμε! Εμένα μ'αρέσει να διαβάζω κείμενα και ποιήματα των άλλων! Οταν λες ολιγολεκτα το εννοείς ως ολιγολεκτο οπως πχ ειναι το χαικου ή ολιγόλεκτοι στίχοι;
 

Lysippe

Well-known member

Η Lysippe αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 1,496 μηνύματα.
Έχει να κάνει με το όριο των λέξεων, όχι με τη δομή. :)

Να μερικά που έχω γράψει...




Από κείμενα τώρα...

Στα σκαλιά

Πρόλογος


Νιώθω ένα ελαφρύ αεράκι στο πρόσωπό μου. Ήχους φέρνει στ' αυτιά μου· όχι τους συνηθισμένους, όχι. Συλλαβίζει τα ονόματα όσων πέρασαν απ' τη ζωή μου, ή, αν θες, αυτών που πέρασα εγώ απ' τη δική τους. Γυρολόγοι σε αμοιβαία επικερδές αλισβερίσι. Τριγύρω μου είν' έντονα τα χρώματα, κυρίως όμως του λευκού, που βλέπω να σχηματίζει συμπαγείς μάζες, σα σύννεφα, γύρω απ' τα ξυπόλητα πόδια μου.



Σκηνή Πρώτη


Η πυκνή ομίχλη αρχίζει να ξεθωριάζει σιγά-σιγά, αφήνοντας να εμφανιστεί μία σκάλα. Λουλούδια τη πλαισιώνουν δεξιά κι αριστερά. «Ίσως να 'ναι ζουμπούλια» σκέφτομαι. Τα σκαλοπάτια της είναι δυσανάλογα για τ' ανθρώπινο ύψος. Όμως, ακούω μια πράα φωνή να με παρακινεί να της δώσω το χέρι μου. Η φωνή έχει αφοπλιστικές επιδράσεις πάνω μου, μου βγάζει εμπιστοσύνη. Τείνω το χέρι μου. Το πιάνει σφιχτά και με τραβάει πάνω, λέγοντάς μου να προσέχω. Καθώς με τραβάει, τα μάτια μου προλαβαίνουν και διαβάζουν την επιγραφή τού μεγάλου σκαλοπατιού: «ΦΙΛΙΑ».



Σκηνή Δεύτερη


Βρίσκομαι στο πρώτο σκαλοπάτι και νιώθω να βρίσκομαι σε μπαλκόνι· τόσο ψηλά. Η παρουσία έχει εξαφανιστεί, είμαι πάλι μόνη μου. Το δεύτερο σκαλοπάτι με προσκαλεί να τ' ανέβω. Είναι τόσο χαμηλό που δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια από μέρους μου. Το ανεβαίνω, και πριν προλάβουν τα πόδια μου ν' ακουμπήσουν κάτω, νιώθω να με κατακλύζει το αίσθημα της ευφορίας. «ΧΑΡΑ» νομίζω πως γράφει κάτω.



Σκηνή Τρίτη


Μπροστά στα πόδια μου βρίσκεται το τρίτο σκαλοπάτι. Δεν είναι σαν το δεύτερο. Αυτό έχει κοφτερές προεξοχές στην επιφάνειά του. Πατάω προσεκτικά στις προεξοχές κι αφήνω το σώμα μου ν' αφεθεί στην ώθηση του κορμιού μου, για ν' ανέβω. Ο αέρας τώρα λυσσομανά, σα τη φωνή δασκάλας που προσπαθεί να επιβάλει την ησυχία. Αρχίζω να νιώθω διαφορετικά. Οι παλμοί μου ανεβαίνουν και νιώθω πως θέλω να βάλω τις φωνές ή να σπάσω κάτι πάνω στο ξέσπασμά μου. Χάνω τον έλεγχο, ενώ νιώθω κάτι να γρατζουνάει τις πατούσες μου. Η ματιά μου πέφτει χαμηλά, και διαβάζω απ' άκρη σ' άκρη: «ΘΥΜΟΣ».



Σκηνή Τέταρτη


Μ' ένα σάλτο βρίσκομαι στο τέταρτο σκαλοπάτι. Τα μάτια μου γεμίζουν απ' το κόκκινο και νιώθω το κορμί μου να ιδρώνει. Ακούγονται ξέπνοοι ψίθυροι, σαν αναστεναγμοί. Σκιές διαγράφονται μπροστά μου, που ενώνονται σε μία, και νιώθω ασυγκράτητη ηδονή. «ΠΑΘΟΣ» διαβάζω.



Επίλογος


Η ανάβαση κάπου εδώ τελειώνει. Οι περίεργοι μπορούν ν' ανέβουν κι αυτοί τη σκάλα, κι ίσως συναντηθούμε σε κάποιο σκαλοπάτι - γιατί επιστολές, που εξιστορούν τη συνέχεια, δεν στέλνω.

Κι αυτό παιχνιδίζοντας με τον πίνακα που λέγεται "Absinthe Drinker" (Ο πότης του αψεντιού), που τον έχει φιλοτεχνήσει ο Τσέχος ζωγράφος Viktor Oliva, το 1901. Σημ: Το αψέντι ονομάζεται «πράσινη νεράιδα».

Το λάγγεμα του αψεντιού

Το χέρι του, ψηλαφιστά, έφτασε μέχρι το μπουκάλι. Όσο αδύναμα το έψαχναν τα δάχτυλά του, τόσο αποφασιστικά το έπιασαν από τον λαιμό του κι έχυσε το σμαραγδί υγρό μες στο ποτήρι του. Σαν μουσική ήχησε ο ήχος του· εκμαυλιστικά έτρεξε η ηδονή μέσα του.

Άρπαξε μηχανικά το πακέτο με τα τσιγάρα του κι οδήγησε το τελευταίο τσιγάρο στο ξερό του στόμα. Μάταια τα δάχτυλά του κινήθηκαν πάνω στη πέτρα τού αναπτήρα. Μια, δυο, τρεις φορές. Γι' άλλη μια φορά μουγγάνισε η πέτρα, ξερνώντας τις τελευταίες της σπίθες. Το χρώμα τού αναμμένου άκρου βυθίστηκε ανακουφιστικά μες στα μάτια του. Ρούφηξε ξανά και ξανά το τσιγάρο του, αφήνοντας να βγει αργά ο καπνός απ' το στόμα του.

«Έφτασα μόνο μέχρι να σκεφτώ την εικόνα ενός σιγανού ποταμιού ανάμεσα στα πόδια σου. Αναρωτιέμαι πώς είναι όταν το προκαλείς και το βοηθάς να ξυπνήσει - ή μάλλον όχι να το προκαλείς, εγώ να το προκαλώ κι εσύ να μην έχεις επιλογή»

«Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η χροιά τής φωνής σου»

«Αναρωτιέμαι τι γεύση έχει ο λαιμός σου»

«Αναρωτιέμαι πόσο αλμυρό θα είναι το ποταμάκι σου, όταν βουτήξω τη γλώσσα μου μέσα του»

«Αναρωτιέμαι τι τόξο θα σχηματίζει το κορμί σου, όταν άθελά του τεντώνεται για να ξεφύγει απ' τα βασανιστήριά μου»

«Αναρωτιέμαι πώς θα είναι ν' ακουμπούν τα βογκητά σου στ' αυτί μου, όταν θ' ακουμπά το κορμί μου το δικό σου, κολλητά, αναγκαστικά»

Πάλι οι ίδιες σκέψεις κάθονταν στο ίδιο τραπέζι μαζί του, στη διπλανή θέση. Οι ίδιες σκέψεις για κείνη. Για κείνη που δεν έχανε ραντεβού μαζί του ούτε αργούσε· αρκούσαν μερικά ποτήρια και βρισκόταν εκεί - γυμνή, ερωτική, αισθησιακή.

Τον είχε κάνει δικό της, χωρίς καν να τον αφήσει να τη κάνει δική του. Είχε το πάνω χέρι σ' αυτό το παιχνίδι τής αποπλάνησης.

Κείνη, η πράσινη νεράιδα.

Γουλιά με τη γουλιά ήταν δικός της.

Τη γύρισε μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι. Η γλώσσα του έπαιξε με τον λοβό του αυτιού της και τα χείλη του τον μάγκωσαν ελαφρώς. Δάγκωσε τον ώμο της. Η ανάσα του ζωγράφιζε ήδη την ηδονή στο κορμί της. Τα δάχτυλά του διέτρεξαν τη πλάτη της, τη σπονδυλική της στήλη με αργό ρυθμό. Ένιωθε τη στύση του στα γυμνά της οπίσθια, και σε λίγο τα χέρια του που την θώπευαν με μανία. Τη γύρισε και τη κοίταξε, στα μάτια. Το βλέμμα της, χαυνωμένο από ερωτικό πάθος, βούλιαξε στο δικό του. Τα χείλη της μισάνοιχτα, προσκαλούσαν τα δικά του σε σμίξιμο. Οι γλώσσες τους έπαιξαν αργά, ενώ τα χέρια του έπαιζαν με το στήθος και τις ρώγες της. Το χέρι του κατέβηκε αργά... Άνοιξε τα πόδια της. Έμεινε να κοιτάει το αιδοίο της, που γυάλιζε ήδη απ' τα υγρά του. Το ακροδάχτυλό του το διέτρεξε απαλά, ίσα να αισθανθεί το άγγιγμά του, σε όλο του το μήκος. Οι αναστεναγμοί της γέμισαν τ' αυτιά του. Το χέρι της έπιασε το δικό του κι ανάγκασε τα δάχτυλά του σε ακόμη μία διαδρομή, αφήνοντάς το τελικά στην άκρη. Τώρα τα δικά της δάχτυλα ήταν που σκορπούσαν την ηδονή στο κορμί της, οδηγώντας τα μπροστά στα χείλη της και με τη γλώσσα της να τα γλείφει, καρφώνοντάς τον στα μάτια. Τέντωσε το χέρι της στο πρόσωπό του, με τα υγρά της δάχτυλα μπροστά στο στόμα του. Τα χείλη του σούφρωσαν σε ένα αργό, ερωτικό φιλί πάνω τους.

Τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι σε επαφή με τα δικά της.

Με τα δάχτυλα και το στόμα του είχε καταφέρει να απομνημονεύσει κάθε εκατοστό τού κορμιού της.

Την είχε κάνει να τον ποθήσει, την είχε φέρει στο σημείο που περίμενε να τη πηδήξει, κοιτώντας τον στα μάτια με τη λύσσα που της είχε δημιουργήσει.

Έκανε μερικά βήματα πίσω.

Την άφησε εκεί, πεινασμένη.

Το χέρι του έριξε κάτω το μπουκάλι με το αψέντι.

Οι δυο τους είχαν πια τελειώσει.

ΥΓ. Μήπως να μετονομάζαμε το νήμα σε κάτι του στιλ "Όταν οι Στεκιώτες γράφουν..." για να είμαστε μέσα; :P
 

Nihilist

Τιμώμενο Μέλος

Ο Nihilist αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Έχει γράψει 564 μηνύματα.
Εξαιρετικά ποιήματα/κειμενα και από τους τρεις σας! Χειρίζεστε με αγάστο τρόπο την ελληνική. Συνεχίστε έτσι!
 

Lysippe

Well-known member

Η Lysippe αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 1,496 μηνύματα.
Εξαιρετικά ποιήματα/κειμενα και από τους τρεις σας! Χειρίζεστε με αγάστο τρόπο την ελληνική. Συνεχίστε έτσι!

Σ' ευχαριστούμε πολύ! :)

Όποιος άλλος/η γράφει, θα χαρούμε να τον/ην διαβάσουμε.
Μη ντρέπεστε, παιδιά.
 

Τάσος97

Τιμώμενο Μέλος

Ο Allostasis αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένος. Επαγγέλεται Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Λιβαδειά (Βοιωτία). Έχει γράψει 4,070 μηνύματα.
Έχει να κάνει με το όριο των λέξεων, όχι με τη δομή. :)

Να μερικά που έχω γράψει...




Από κείμενα τώρα...

Στα σκαλιά

Πρόλογος


Νιώθω ένα ελαφρύ αεράκι στο πρόσωπό μου. Ήχους φέρνει στ' αυτιά μου· όχι τους συνηθισμένους, όχι. Συλλαβίζει τα ονόματα όσων πέρασαν απ' τη ζωή μου, ή, αν θες, αυτών που πέρασα εγώ απ' τη δική τους. Γυρολόγοι σε αμοιβαία επικερδές αλισβερίσι. Τριγύρω μου είν' έντονα τα χρώματα, κυρίως όμως του λευκού, που βλέπω να σχηματίζει συμπαγείς μάζες, σα σύννεφα, γύρω απ' τα ξυπόλητα πόδια μου.



Σκηνή Πρώτη


Η πυκνή ομίχλη αρχίζει να ξεθωριάζει σιγά-σιγά, αφήνοντας να εμφανιστεί μία σκάλα. Λουλούδια τη πλαισιώνουν δεξιά κι αριστερά. «Ίσως να 'ναι ζουμπούλια» σκέφτομαι. Τα σκαλοπάτια της είναι δυσανάλογα για τ' ανθρώπινο ύψος. Όμως, ακούω μια πράα φωνή να με παρακινεί να της δώσω το χέρι μου. Η φωνή έχει αφοπλιστικές επιδράσεις πάνω μου, μου βγάζει εμπιστοσύνη. Τείνω το χέρι μου. Το πιάνει σφιχτά και με τραβάει πάνω, λέγοντάς μου να προσέχω. Καθώς με τραβάει, τα μάτια μου προλαβαίνουν και διαβάζουν την επιγραφή τού μεγάλου σκαλοπατιού: «ΦΙΛΙΑ».



Σκηνή Δεύτερη


Βρίσκομαι στο πρώτο σκαλοπάτι και νιώθω να βρίσκομαι σε μπαλκόνι· τόσο ψηλά. Η παρουσία έχει εξαφανιστεί, είμαι πάλι μόνη μου. Το δεύτερο σκαλοπάτι με προσκαλεί να τ' ανέβω. Είναι τόσο χαμηλό που δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια από μέρους μου. Το ανεβαίνω, και πριν προλάβουν τα πόδια μου ν' ακουμπήσουν κάτω, νιώθω να με κατακλύζει το αίσθημα της ευφορίας. «ΧΑΡΑ» νομίζω πως γράφει κάτω.



Σκηνή Τρίτη


Μπροστά στα πόδια μου βρίσκεται το τρίτο σκαλοπάτι. Δεν είναι σαν το δεύτερο. Αυτό έχει κοφτερές προεξοχές στην επιφάνειά του. Πατάω προσεκτικά στις προεξοχές κι αφήνω το σώμα μου ν' αφεθεί στην ώθηση του κορμιού μου, για ν' ανέβω. Ο αέρας τώρα λυσσομανά, σα τη φωνή δασκάλας που προσπαθεί να επιβάλει την ησυχία. Αρχίζω να νιώθω διαφορετικά. Οι παλμοί μου ανεβαίνουν και νιώθω πως θέλω να βάλω τις φωνές ή να σπάσω κάτι πάνω στο ξέσπασμά μου. Χάνω τον έλεγχο, ενώ νιώθω κάτι να γρατζουνάει τις πατούσες μου. Η ματιά μου πέφτει χαμηλά, και διαβάζω απ' άκρη σ' άκρη: «ΘΥΜΟΣ».



Σκηνή Τέταρτη


Μ' ένα σάλτο βρίσκομαι στο τέταρτο σκαλοπάτι. Τα μάτια μου γεμίζουν απ' το κόκκινο και νιώθω το κορμί μου να ιδρώνει. Ακούγονται ξέπνοοι ψίθυροι, σαν αναστεναγμοί. Σκιές διαγράφονται μπροστά μου, που ενώνονται σε μία, και νιώθω ασυγκράτητη ηδονή. «ΠΑΘΟΣ» διαβάζω.



Επίλογος


Η ανάβαση κάπου εδώ τελειώνει. Οι περίεργοι μπορούν ν' ανέβουν κι αυτοί τη σκάλα, κι ίσως συναντηθούμε σε κάποιο σκαλοπάτι - γιατί επιστολές, που εξιστορούν τη συνέχεια, δεν στέλνω.


Κι αυτό παιχνιδίζοντας με τον πίνακα που λέγεται "Absinthe Drinker" (Ο πότης του αψεντιού), που τον έχει φιλοτεχνήσει ο Τσέχος ζωγράφος Viktor Oliva, το 1901. Σημ: Το αψέντι ονομάζεται «πράσινη νεράιδα».

Το λάγγεμα του αψεντιού

Το χέρι του, ψηλαφιστά, έφτασε μέχρι το μπουκάλι. Όσο αδύναμα το έψαχναν τα δάχτυλά του, τόσο αποφασιστικά το έπιασαν από τον λαιμό του κι έχυσε το σμαραγδί υγρό μες στο ποτήρι του. Σαν μουσική ήχησε ο ήχος του· εκμαυλιστικά έτρεξε η ηδονή μέσα του.

Άρπαξε μηχανικά το πακέτο με τα τσιγάρα του κι οδήγησε το τελευταίο τσιγάρο στο ξερό του στόμα. Μάταια τα δάχτυλά του κινήθηκαν πάνω στη πέτρα τού αναπτήρα. Μια, δυο, τρεις φορές. Γι' άλλη μια φορά μουγγάνισε η πέτρα, ξερνώντας τις τελευταίες της σπίθες. Το χρώμα τού αναμμένου άκρου βυθίστηκε ανακουφιστικά μες στα μάτια του. Ρούφηξε ξανά και ξανά το τσιγάρο του, αφήνοντας να βγει αργά ο καπνός απ' το στόμα του.

«Έφτασα μόνο μέχρι να σκεφτώ την εικόνα ενός σιγανού ποταμιού ανάμεσα στα πόδια σου. Αναρωτιέμαι πώς είναι όταν το προκαλείς και το βοηθάς να ξυπνήσει - ή μάλλον όχι να το προκαλείς, εγώ να το προκαλώ κι εσύ να μην έχεις επιλογή»

«Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η χροιά τής φωνής σου»

«Αναρωτιέμαι τι γεύση έχει ο λαιμός σου»

«Αναρωτιέμαι πόσο αλμυρό θα είναι το ποταμάκι σου, όταν βουτήξω τη γλώσσα μου μέσα του»

«Αναρωτιέμαι τι τόξο θα σχηματίζει το κορμί σου, όταν άθελά του τεντώνεται για να ξεφύγει απ' τα βασανιστήριά μου»

«Αναρωτιέμαι πώς θα είναι ν' ακουμπούν τα βογκητά σου στ' αυτί μου, όταν θ' ακουμπά το κορμί μου το δικό σου, κολλητά, αναγκαστικά»

Πάλι οι ίδιες σκέψεις κάθονταν στο ίδιο τραπέζι μαζί του, στη διπλανή θέση. Οι ίδιες σκέψεις για κείνη. Για κείνη που δεν έχανε ραντεβού μαζί του ούτε αργούσε· αρκούσαν μερικά ποτήρια και βρισκόταν εκεί - γυμνή, ερωτική, αισθησιακή.

Τον είχε κάνει δικό της, χωρίς καν να τον αφήσει να τη κάνει δική του. Είχε το πάνω χέρι σ' αυτό το παιχνίδι τής αποπλάνησης.

Κείνη, η πράσινη νεράιδα.

Γουλιά με τη γουλιά ήταν δικός της.

Τη γύρισε μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι. Η γλώσσα του έπαιξε με τον λοβό του αυτιού της και τα χείλη του τον μάγκωσαν ελαφρώς. Δάγκωσε τον ώμο της. Η ανάσα του ζωγράφιζε ήδη την ηδονή στο κορμί της. Τα δάχτυλά του διέτρεξαν τη πλάτη της, τη σπονδυλική της στήλη με αργό ρυθμό. Ένιωθε τη στύση του στα γυμνά της οπίσθια, και σε λίγο τα χέρια του που την θώπευαν με μανία. Τη γύρισε και τη κοίταξε, στα μάτια. Το βλέμμα της, χαυνωμένο από ερωτικό πάθος, βούλιαξε στο δικό του. Τα χείλη της μισάνοιχτα, προσκαλούσαν τα δικά του σε σμίξιμο. Οι γλώσσες τους έπαιξαν αργά, ενώ τα χέρια του έπαιζαν με το στήθος και τις ρώγες της. Το χέρι του κατέβηκε αργά... Άνοιξε τα πόδια της. Έμεινε να κοιτάει το αιδοίο της, που γυάλιζε ήδη απ' τα υγρά του. Το ακροδάχτυλό του το διέτρεξε απαλά, ίσα να αισθανθεί το άγγιγμά του, σε όλο του το μήκος. Οι αναστεναγμοί της γέμισαν τ' αυτιά του. Το χέρι της έπιασε το δικό του κι ανάγκασε τα δάχτυλά του σε ακόμη μία διαδρομή, αφήνοντάς το τελικά στην άκρη. Τώρα τα δικά της δάχτυλα ήταν που σκορπούσαν την ηδονή στο κορμί της, οδηγώντας τα μπροστά στα χείλη της και με τη γλώσσα της να τα γλείφει, καρφώνοντάς τον στα μάτια. Τέντωσε το χέρι της στο πρόσωπό του, με τα υγρά της δάχτυλα μπροστά στο στόμα του. Τα χείλη του σούφρωσαν σε ένα αργό, ερωτικό φιλί πάνω τους.

Τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι σε επαφή με τα δικά της.

Με τα δάχτυλα και το στόμα του είχε καταφέρει να απομνημονεύσει κάθε εκατοστό τού κορμιού της.

Την είχε κάνει να τον ποθήσει, την είχε φέρει στο σημείο που περίμενε να τη πηδήξει, κοιτώντας τον στα μάτια με τη λύσσα που της είχε δημιουργήσει.

Έκανε μερικά βήματα πίσω.

Την άφησε εκεί, πεινασμένη.

Το χέρι του έριξε κάτω το μπουκάλι με το αψέντι.

Οι δυο τους είχαν πια τελειώσει.


ΥΓ. Μήπως να μετονομάζαμε το νήμα σε κάτι του στιλ "Όταν οι Στεκιώτες γράφουν..." για να είμαστε μέσα; :P

Έχω να πω πως τα ολιγόλεκτα ήταν πάρα πολύ ωραία! Ειδικά το ΠΡΟΣΟΧΗ - ΠΡΟΣΟΧΗ / Παρακαλείσθε να προσέχετε πού πατάτε. / Κείτονται νανουρισμένα απωθημένα.
Αρκετά κινηματογραφικός ο τρόπος του πρώτου κειμένου, βασικά δεν έχω ξαναδιαβάσει παρόμοιο. Δίνει κάπως την αίσθηση σαν όντως να βλέπεις μικρά φιλμάκια από το κάθε σκαλοπάτι! Το δε δεύτερο κείμενο έχω να πω πως υποκλίνομαι (είμαι λάτρης του ερωτικού :redface: WHO ISN'T?! DON'T LIE, WE ALL LIKE IT). Αλλά καταπληκτικό το τέλος του!
 

Lysippe

Well-known member

Η Lysippe αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 1,496 μηνύματα.
Σ' ευχαριστώ τα μάλα, συνονόματε. :thumbup:

Και να φανταστείς πως δεν ήμουν καθόλου των ολιγόλεκτων - «πωωω, δύσκολο» θυμάμαι να λέω. Τελικά, τρώγοντας έρχεται η όρεξη κι η ευχέρεια, και μάλιστα τόσο που ζορίζομαι να βγάλω έκταση σε ποίημα πια. :laugh:

Σ' ευχαριστώ και για τα ωραία σου λόγια για τις ιστορίες μου. Είναι απ' τ' αγαπημένα μου κείμενα. Το λάγγεμα του αψεντιού είναι κι απ' τα τελευταία μου, και δεν μπορώ να κρύψω τον ενθουσιασμό μου γι' αυτό. Μόνο βλέποντας τον πίνακα και γνωρίζοντας τα όσα έχουν λεχθεί γύρω απ' το αψέντι, μπορεί κανείς να καταλάβει πως στην ουσία ο πίνακας έπαψε να 'ναι στατικός. Ο πίνακας πλέον είναι λες και μιλάει από μόνος του. Εγώ απλά έκατσα μ' ένα τετράδιο και κρατούσα σημειώσεις. Ε, το έπαιξα και λίγο εκδικητικά, το παραδέχομαι. Η πράσινη νεράιδα έπρεπε να βρει τον μάστορή της, δεν βρίσκεις; Χαίρομαι που σου άρεσε το τέλος!
 

archaios19

Well-known member

Ο Βαγγέλης αυτή τη στιγμή είναι συνδεδεμένος. Επαγγέλεται Φοιτητής/τρια και μας γράφει απο Γαλάτσι (Αττική). Έχει γράψει 400 μηνύματα.
Παιδιά είστε εξαιρετικοί!!!!! Τα ποιήματα σας είναι ιδιαίτερα υποβλητικά!!! Νομίζω πως η μπαλίτσα είναι στο δικό σας γήπεδο!!

---------------------------------------------------------------------------------------

Σας έχω καινούριο ποίημα! Ονομάζεται " Η ηδονή της Μοίρας". Διαβάστε το και θέλω να μου πείτε τι αποκομίσατε!


Εκεί κάτω η Μοίρα έχει απλώσει
την αραχνοΰφαντη σαγήνη της
Εκεί κάτω το πεπρωμένο
άπασι αμαρτούσι φυγείν αδύνατο

Εκεί κάτω το σαρδόνιο γέλιο της
άχθος ασήκωτο, αιώνιο, απαρέγκλιτο
Εκεί κάτω το ζεστό πέπλο της
δεσμά στους επιγής υβρικότες

Τι κι αν ο Σίσυφος είχε μια ρώμη
μείζονα ερρωμενέστερου λίθου;
Τι κι αν ο Τάνταλος είχε ανάστημα
μείζον υψαύχενων δένδρων;

Τι κι αν αμφότεροι είχαν την
ομηρική Αίσα σύγγνωμο τους;
Τότε τι;

Ο Σίσυφος θα εξοβέλιζε τον αβάσταχτο
λίθο της σαρκός του και ο Τάνταλος
θα ξεπηδούσε από το απύθμενο
φρέαρ της ψυχής του

ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ!

Βλέμματα υγρά που συναντιούνται
Αγαλλίαση και κάθαρση πάσης φύσεως
Διάρρηξη των ιματίων της Ανάγκης
Διάρρηξη των ιματίων του τέλματος τους

Και μετά τι;

Βλέμματα που συναντούν τα 6 μάτια του θηρίου
Αγαλλίαση κούφια για το άβατο φως των Ηλυσίων
Διάρρηξη της ταλαιπωρημένης επιθυμίας τους
Διάρρηξη των ορθάνοιχτων αυτιών τους

Ακούν ξανά το σαρδόνιο χαμόγελο
της γυμνής πια Μοίρας
το γέλιο της αμφιεννύσας με
ευχαρίστηση και ηδονή Μοίρας

ΕΔΩ ΠΑΝΩ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;
 
Επεξεργάστηκε από συντονιστή:

gew

New member

Η gew αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Είναι 26 ετών . Έχει γράψει μόλις ένα μήνυμα.
Γεια σας! Είμαι καινούρια εδώ καθώς έψαχνα ένα forum για ανάρτηση ποιημάτων, κειμένων κλπ. Το ποίημα που θα παραθέσω είναι γραμμένο πριν 7 χρόνια όταν ακόμα πήγαινα 3η Λυκείου..

~Η θάλασσα του νου~

Σαν ώρα του μεσονυχτιού μοιάζει ο νους ακόμα,
ανύπαρκτος, ασάλευτος,
με πλημμυρίζει με το χθες και με τραβά στο σήμερα
σαν να μην ήτανε ποτέ η ύπαρξη μου δυνατή.
Η φλογερή φωτιά που καίει μες στα στήθια μου,
γεμίζει ονείρατα σκληρά
που μου χαΪδεύουν όμορφα τα χνάρια του μυαλού μου.
Γέμισε ουρανέ από φως να δω για λίγο τη μαγεία,
που ταξιδεύει και πλάθει την αιώνια μνήμη μας
και κεντά με πειρασμούς τα άδεια σώματά μας
'Ηλιε! Και εσύ άνοιξε καλά, τς'αχτίδες της ψυχής σου,
να με ζεστάνουν σαν φωτιά, γιατί το έχω ανάγκη.
Στάξε μια σταγόνα ωκεανέ σ'ένα ποτήρι μισοάδειο,
καν'το για λίγο πιο γεμάτο, για να χαρώ έστω το τώρα.
Και εσύ ποτάμι μαγικό τρέξε σαν χείμαρρος βαρύς,
στην αδειανή ζωή μου,
για να βλαστήσουν οι καημοί,
όπως ποτέ δεν ευδοκίμησε το πνεύμα των απλών θνητών,
ως ένα κομμάτι από το νου,
που χάθη σαν ώρα του μεσονυχτιού,
αργά μέσα στη πλάση..
 
Τελευταία επεξεργασία:

Lysippe

Well-known member

Η Lysippe αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 1,496 μηνύματα.
Βρες το πρόσωπό σου


-«Είστε αναπαυτικά;» ακούστηκε χαμηλόφωνα, αλλά σταθερά η φωνή του.

-«Ναι, ευχαριστώ, αλλά είναι ανάγκη να μείνω έτσι; Να μη βλέπω τίποτα;» είπε αγχωμένη.

-«Αυτή είναι η διαδικασία» απάντησε ήπια. «Και τώρα, παρακαλώ, μετακινήστε τα χέρια στο πρόσωπό σας -για αρκετό καιρό το αποφεύγατε- κι αφήστε τα να περιπλανηθούν, να νιώσουν τα χαρακτηριστικά σας, ακόμη και τις πιο μικρές αυλακωμένες πτυχές σας» συνέχισε να της λέει το ίδιο σταθερά.

Τα χέρια της παρέμειναν κρεμασμένα στα πλαϊνά του κορμιού της, σαν ξεψυχισμένη μαριονέτα που περιμένει να της δώσουν ζωή, τραβώντας τα νήματα, μα τελικά άρχισαν να σαλεύουν. Άρχισαν να σκαρφαλώνουν προς τα ψηλά, αργά και δειλά, μέχρι που τ’ ακροδάχτυλά της άγγιξαν κάτι παράξενο. Δεν ένιωσε τη ζεστασιά τού δέρματός της• δεν ήταν ο εαυτός της, ήταν μια αίσθηση τραχιά. Αντανακλαστικά τα χέρια της πήγαν εμπρός-πίσω μέχρι που κατάλαβε πως πρόκειται για κάτι ξένο, για κάτι που είχε κατακάτσει πάνω της και την κρατούσε αλλοιωμένη. Ανέβασε και το άλλο της χέρι στο πρόσωπό της και διαπίστωσε πως όλο της το κεφάλι ήταν καλυμμένο με μικρές στρώσεις από αυτό το πράμα• μια απλωμένη ομίχλη που έκρυβε το πρόσωπό της. Τρόμαξε!

-«Συνέχισε να έχεις επαφή μαζί τους» της είπε επιτακτικά.

Τα χέρια της συνέχισαν να διατρέχουν το ξένο σώμα, που είχε γίνει πια πετσί της, έως ότου ένιωσε μία άκρια να εξέχει. Πάγωσε στιγμιαία σ’ αυτό το σημείο κι ένιωσε φόβο. Κατάλαβε κι εκείνη πως όλα αυτά δεν αποτελούσαν τίποτε άλλο παρά οδοδείκτες, τοποθετημένους από την ίδια. Μέχρι στιγμής την αποπροσανατόλιζαν, αφού την οδηγούσαν μονάχα σε μέρη που την ευχαριστούσαν, κρατώντας την οικειοθελώς πλανεμένη. Σε οτιδήποτε άλλο; Μπλόκαρε την είσοδο!

-«Είσαι έτοιμη;» βούλιαξε απαλά η φωνή μέσα της.

Πριν ολοκληρώσει ακόμα τη φράση του, άρχισε να τραβάει μία μία τις άκριες που έβρισκε μπροστά της. Άλλες έβγαιναν με δυσκολία κι άλλες πιο εύκολα• ανάλογα τη βαρύτητα της ψευδαίσθησης που τάιζε τον εαυτό της. Η μία μετά την άλλη έπεφταν μπροστά στα πόδια της. Έμεινε μία τελευταία, μία λεπτή στρώση, που τη τράβηξε αποφασιστικά κι έμεινε με το απομεινάρι στο χέρι της.

Ένιωσε το δέρμα της ερεθισμένο, να καίει και να τσούζει.

Τα χέρια της έτρεμαν.

Άνοιξε τα μάτια της. Τον είδε να κάθεται απέναντί της και να της χαμογελάει επαινετικά.

Τώρα πια είχε καταλάβει πως αποζητούσε πλαστές ανατολές, ενώ η αληθινή ανατολή τώρα ξεπρόβαλε μπροστά στα έκθαμβα μάτια της, που έτρεχαν σαν βρύσες.

Τα χείλη της αδυνατούσαν να βγάλουν λέξεις. Τα χέρια της ήταν μονάχα ικανά ν’ αφήσουν τις λέξεις που ήθελε ν’ ακουστούν, που τις έκλεισε σε μία αγκαλιά• σ’ ευχαριστώ που μ’ έκανες να καταλάβω πως έβαλα ενέχυρο ό,τι πολυτιμότερο είχα, εμένα!

-«Στη πεταλούδα, μόνο στην ίδια τη πεταλούδα, οφείλεται η δημιουργία, η αρχή τού γνήσιου ξεκινήματος. Εκείνη χρησιμοποιεί τα φτερά της για να σπάσει το κουκούλι της, για ν’ απελευθερωθεί ως χορεύτρια των αιθέρων» απάντησε, διαβάζοντας τη σημασία τής αγκαλιάς της, κι έκλεισε κι εκείνος τα χέρια του γύρω της.
 

Χρήστες Βρείτε παρόμοια

  • Τα παρακάτω 0 μέλη και 1 επισκέπτες διαβάζουν μαζί με εσάς αυτό το θέμα:
    Tα παρακάτω 1 μέλη διάβασαν αυτό το θέμα τις τελευταίες 60 μέρες:
  • Φορτώνει...
Top