Σας παραθέτω ένα άρθρο που απαντά σε πολλά από τα ερωτήματα που τέθηκαν σε αυτό το τόπικ:
Απόσπασμα από: The Consumer's Guide to Homeopathy, Dana Ullman, Tarcher/Putnam, 1996. Μετάφραση: Αντώνης Παΐζης, ιατρός.
Οι περισσότεροι άνθρωποι με κάποια εμπειρία στην ομοιοπαθητική, δεν έχουν αμφιβολία ότι τα φάρμακα "δουλεύουν", αν και αναπόφευκτα θα έχουν κάποιους συγγενείς, φίλους, γείτονες και γιατρούς που θα το βλέπουν με δυσπιστία. Ένας τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτό το σκεπτικισμό είναι να γνωρίσουμε τις έρευνες που έχουν γίνει πάνω στην αποτελεσματικότητα των ομοιοπαθητικών φαρμάκων.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολύ περισσότερες εργαστηριακές και κλινικές έρευνες πάνω στην ομοιοπαθητική ιατρική, απ' ότι ο περισσότερος κόσμος μπορεί να αντιληφθεί. Λέγοντας αυτά, θα πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για περισσότερες έρευνες, όχι απλά για να απαντήσουμε στις ερωτήσεις των σκεπτικιστών, αλλά για να βοηθηθούν οι ομοιοπαθητικοί να βελτιώσουν τη χρήση αυτών των ισχυρών φυσικών φαρμάκων.
Κάποιοι σκεπτικιστές επιμένουν ότι η έρευνα στην ομοιοπαθητική είναι υποχρεωτική, καθότι η χρήση των εξαιρετικά μικρών δόσεων δεν σημαίνει τίποτα και καθότι δεν υπάρχει κάποιος γνωστός μηχανισμός δράσης αυτών των φαρμάκων. Ενώ είναι αλήθεια ότι οι ομοιοπαθητικοί, προς το παρόν, δεν γνωρίζουν ακριβώς πως οι ομοιοπαθητικές μικροδόσεις "δουλεύουν", υπάρχουν κάποιες θεωρίες που έχουν επιβληθεί, σχετικά με τον μηχανισμό δράσης τους. Ακόμα πιο σημαντικό είναι όμως το γεγονός της απόδειξης ότι "δουλεύουν". Και, ενώ οι ομοιοπαθητικοί μπορεί να μην καταλαβαίνουν πως τα φάρμακά τους αποδίδουν, σκεφτείτε ότι κορυφαίοι σύγχρονοι φαρμακοποιοί εύκολα παραδέχονται, ότι υπάρχουν πολλά φάρμακα σήμερα, που συνταγογραφούνται συχνά,
συμπεριλαμβάνομένης και της ασπιρίνης και κάποιων συγκεκριμένων αντιβιοτικών, των οποίων ο μηχανισμός δράσης παραμένει άγνωστος. Παρ'όλο όμως αυτό το κενό γνώσης, οι γιατροί δεν έχουν σταματήσει να τα συνταγογραφούν.
Πολλοί συμβατικοί γιατροί εκφράζουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής, δηλώνοντας ότι "θα την πιστέψουν όταν τη δουν". Ίσως είναι πιο κατάλληλο γι' αυτούς να παραδεχτούν ότι "θα τη δουν όταν την πιστέψουν". Αυτό δεν πρέπει να ληφθεί τόσο σαν κριτική για τους συμβατικούς γιατρούς, αλλά κυρίως για την συμβατική ιατρική σκέψη. Το βιοϊατρικό μοντέλο έχει περιορίσει τον τρόπο αντίληψης, τη σκέψη και την πρακτική της ιατρικής, στην θεραπεία ειδικών νόσων με υποτιθέμενα ειδικά - αντισυμπτωματικά φάρμακα και θεραπευτικούς χειρισμούς. Μια συνολική άποψη της συγκεκριμένης προσέγγισης της ιατρικής είναι η υπόθεση ότι όσο μεγαλύτερη είναι η δόση ενός φαρμάκου, τόσο πιό ισχυρό το αποτέλεσμα. Και ενώ αυτό μπορεί επιφανειακά να φαίνεται σωστό, εντούτις καλά ενημερωμένοι γιατροί και φαρμακοποιοί γνωρίζουν ότι δεν είναι αλήθεια. Υπάρχει μια αναγνωρισμένη αρχή στη φαρμακολογία που λέγεται
"διφασική ανταπόκριση των φαρμάκων". Αντί λοιπόν σε ένα φάρμακο, απλά να αυξάνεται η αποτελεσματικότητα του όσο αυξάνεται η δόση του, οι έρευνες δείχνουν συνεχώς ότι υπερβολικά μικρές δόσεις μιας ουσίας έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα των μεγάλων δόσεων.
Οι δύο φάσεις της δράσης ενός φαρμάκου (εξ ού και το όνομα "διφασική") εξαρτώνται από τη δόση. Για παράδειγμα, είναι ευρέως γνωστό, ότι φυσιολογικές ιατρικές δόσεις ατροπίνης μπλοκάρουν τα παρασυμπαθητικά νεύρα, προκαλώντας ξηρότητα στους βλεννογόνους, ενώ υπερβολικά μικρές δόσεις ατροπίνης προκαλούν αύξηση των εκκρίσεων στους βλεννογόνους.
Αυτή η φαρμακολογική αρχή, ανακαλύφθηκε το 1870 ταυτόγχρονα από δύο διαφορετικούς ερευνήτες, τον Hugo Schulz, ένα συμβατικό επιστήμονα και τον Rudolf Arndt, ψυχίατρο και ομοιοπαθητικό. Αρχικά ονομαζόμενος ως ο νόμος των Arndt - Schulz, αυτή η αρχή παραμένει ακόμα ευρέως αναγνωρισμένη, όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι περιγράφεται στα ιατρικά λεξικά με τον ορισμό "νόμος".
Πιο ειδικά, αυτοί οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ασθενή ερεθίσματα επιταχύνουν την φυσιολογική δραστηριότητα, μέτρια ερεθίσματα την αναστέλουν και ισχυρά ερεθίσματα την παύουν. Για παράδειγμα, πολύ ασθενείς συγκεντρώσεις ιωδίου, βρωμίου, χλωριούχου υδραργύρου και αρσενικού οξέος θα ενισχύσουν την ανάπτυξη της μαγιάς (μύκητα), μέτριες δόσεις αυτών των στοιχείων θα την αναστείλουν και μεγάλες δόσεις θα σκοτώσουν τον μύκητα.
Το 1920, συμβατικοί επιστήμονες που εξέτασαν και επιβεβαίωσαν αυτήν τη διφασική ανταπόκριση, ονόμασαν το φαινόμενο "Ορμεσις" (Ηormesis) και έκτοτε δεκάδες μελέτες, σε διάφορα θέματα, δημοσιεύτηκαν, για να επιβεβαιώσουν αυτήν τη βιολογική αρχή.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρήθηκε μια αναβίωση του ενδιαφέροντος γι'αυτόν τον φαρμακολογικό νόμο και τώρα εκατοντάδες μελέτες σε πολυάριθμους ερευνητικούς τομείς τον έχουν επιβεβαιώσει. Εξ'αιτίας του γεγονότος ότι αυτές οι μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί από επιστήμονες συμβατικούς και οι οποίοι δεν είχαν καμμία σχέση με την ομοιοπαθητική, δεν έχουν ελέγξει ή ούτε καν ακόμα είχαν σκεφτεί να ελέγξουν τις υπεραραιωμένες διαλύσεις που χρησιμοποιούνται στην ομοιοπαθητική.
Ομως, οι έρευνές τους με τέτοιες μικρές δόσεις, δείχνουν συνεχώς τόσο σημαντικά αποτελέσματα ώστε και οι ίδιοι οι ερευνητές εκφράζουν σύγχυση και έκπληξη.
Η αναφορά στην έρευνα με βάση το νόμο των Arndt - Schulz και το φαινόμενο Hormesis είναι σημαντικά για την αξιολόγηση της ομοιοπαθητικής έρευνας, καθότι επιδεικνύει την σπουδαιότητα της διφασικής ανταπόκρισης και της επίδρασης των ελαχίστων δόσεων, συμβάντα που βρίσκονται στην "καρδιά" της ομοιοπαθητικής θεραπευτικής. Αυτή η έρευνα, αν και είναι εύκολα προσιτή σε φυσικούς και επιστήμονες, εντούτις συχνά αγνοείται ή δεν κατανοείται.
[Ακολουθεί εκτενείς αναφορά σε ποικίλες εργαστηριακές και κλινικές έρευνες γύρω από τα ομοιοπαθητικά φάρμακα]
Επίλογος
Παρά τις σύγχρονες ισχυρές αποδείξεις ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα προάγουν την βιολογική δραστηριότητα και επιδρούν σε κλινικό επίπεδο, υπάρχει ακόμα έντονη αντίσταση. Πρόσφατα, το Lancet, δημοσιεύσε μια έρευνα που αφορούσε την ομοιοπαθητική αντιμετώπιση του άσθματος.xlii Στην ανακοίνωση σχετικά με την έρευνα, αποφάνθηκαν ότι αν και τα ομοιοπαθητικά φάρμακα μπορεί να παρέχουν κάποιο όφελος στους πάσχοντες από άσθμα, εντούτις τα συμβατικά φάρμακα προσφέρουν περισσότερο όφελος.
Αυτό συνιστούσε μια παράξενη δήλωση για δύο λόγους.
Πρώτα απ' όλα, η μελέτη δεν σύγκρινε ομοιοπαθητικά με συμβατικά φάρμακα, αλλά μόνο ομοιοπαθητικά με πλασέμπο. Δεύτερον, το Lancet αρνήθηκε να αναγνωρίσει ανοικτά ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα ούτως ή άλλως μπορεί και να "δουλεύουν".
Δεν μπορούμε παρά να εκπλαγούμε, εάν ένας άνθρωπος πετούσε και η επιστήμη αποδείκνυε ότι πέταξε, από το γεγονός ότι κάποιοι εκδότες ιατρικών περιοδικών θα επισήμαιναν-" Αλλά δεν πετάει τοσό ψηλά ή τόσο γρήγορα όσο ένα αεριωθούμενο!"
[...]