Από το 1574 οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν σε Χριστιανούς να κατοικούν μέσα στην Αμμόχωστο. Έτσι αναγκαστικά από τότε οι Χριστιανοί άρχισαν να κατοικούν έξω από την Αμμόχωστο, νοτιότερα σε προάστιο (βαρούς στα τούρκικα) στα Βαρώσια που επέπρωτο να επεκταθεί και ν’ αναπτυχθεί τόσο έτσι που πριν από την τούρκικη εισβολή του 1974, τα Βαρώσια ή το Βαρώσι, η νέα Αμμόχωστος να γίνει ένα μοναδικό κοσμοπολίτικο κέντρο στην ανατολική Μεσόγειο. Τριακόσια επτά χρόνια διάρκεσε η πρώτη τουρκική κατοχή ως το 1878 μ.Χ, όταν η Κύπρος πουλήθηκε από τους Τούρκους στους Άγγλους έναντι ενός πολύ μικρού ποσού και το 1925 έγινε επίσημα αποικία των Άγγλων. Αξίζει να αναφερθεί και πως στην πρώτη τούρκικη κατοχή, οι Τούρκοι έφεραν εποίκους για να αυξήσουν τον τούρκικο πληθυσμό σε βάρος του Ελληνικού.
Το Βαρώσι (η νέα Αμμόχωστος) στην αρχή και το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα ήταν μια μικρή κωμόπολη και όχι πόλη. Οι κάτοικοι του ήσαν κηπουροί, αγγειοπλάστες, μικροτεχνίτες, εργάτες και πολύ λίγοι επιστήμονες ή κάποιου μορφωτικού επιπέδου.
Η ανάπτυξη της Αμμοχώστου, θεαματική και αλματώδης στον οικονομικό, τουριστικό και πνευματικό τομέα αρχίζει μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου και ιδιαίτερα ύστερα από τον απελευθερωτικό αγώνα του Κυπριακού λαού 1955-1959 και την ανακήρυξη της Κύπρου σε Ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία τον Αύγουστο του 1960 με πρώτο πρόεδρο τον αείμνηστο Μακάριο τον Τρίτο. Η περίοδος 1960 ως το 1974 είναι μια άλλη χρυσή περίοδος για την Αμμόχωστο. Το άλλοτε μικρό Βαρώσι η νέα πόλη της Αμμοχώστου από το 1960 έγινε μια όμορφη πόλη με 45 χιλιάδες κατοίκους που όλοι μαζί δουλεύαμε για να την αναδείξουμε σε πρώτη πόλη στην τουριστική κυρίως βιομηχανία. Το 80% των τουριστικών κλινών όλης της Κύπρου, πριν από την εισβολή του 1974 βρισκόντουσαν στην Αμμόχωστο.
Ο Παραδοσιακός Κύπριος βρακάς γονατίζει και υποδέχεται την άφιξη της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου στο λιμάνι της Αμμοχώστου το 1959
Φθάνει η αμαξοστοιχία από την Λευκωσία
Η Αμμόχωστος ήταν μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη που έσφυζε από ζωή και που χιλιάδες τουρίστες εύρισκαν φιλοξενία στα άνετα και πολυτελή της ξενοδοχεία και απολάμβαναν τη ζεστή γαλανή της θάλασσα με την ανεπανάληπτη χρυσή αμμουδιά της. Παντού σε όλη την Αμμόχωστο αναγείρονταν πριν από την εισβολή νέες κατοικίες, νέα δημόσια κτίρια και εκπαιδευτήρια, νέα ξενοδοχεία και ξενοδοχειακά διαμερίσματα, νέα μεγάλα γραφεία με εντελώς σύγχρονο εξοπλισμό. Το λιμάνι της το μεγαλύτερο της Κύπρου. Τα 75% των εισαγωγών και εξαγωγών περνούσαν από το λιμάνι της Αμμοχώστου. Ποιος αλήθεια από εμάς τους Αμμοχωστιανούς είναι δυνατόν να ξεχάσει τη Λεωφόρο Κέννεντυ που έσφυζε από ζωή μέρα και βράδυ, τα καλλιμάρμαρα μέγαρα του Λυκείου Ελληνίδων Αμμοχώστου του Γυμνασίου Αμμοχώστου, το Δημοτικό Μέγαρο, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και Πινακοθήκη, το Μουσείο, τις εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Ζώνης, του Τιμίου Σταυρού, του Αγίου Μέμνονος, της Αγίας Παρασκευής, της Χρυσοπολίτισσας, της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Λουκά, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη και της Αγίας Τριάδας. Ποιος αλήθεια από τους Αμμοχωστιανούς θα ξεχάσει το σπίτι που γεννήθηκε, την γειτονιά που πρωτόπαιξε, τα σχολεία που φοίτησε, την πόλη που τον ανάθρεψε και τον δημιούργησε.
Αυτήν την όμορφη πόλη, την Αμμόχωστο, εγκαταλείψαμε στις 14 Αυγούστου 1974 ύστερα από ένα ανόητο, προδοτικό πραξικόπημα της στρατιωτικής χούντας των Αθηνών και στις 20 του ίδιου μήνα εισβολή των τούρκων στο νησί. Εμείς οι Αμμοχωστιανοί γίναμε τραγικά θύματα του τουρκικού αττίλα που ανελέητα και αδιάκριτα βομβάρδισε ολόκληρη την πόλη ύστερα από την φυγή μας. Πήραμε το δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Η Αμμόχωστος με το πέρασμα 34 σχεδόν χρόνων τώρα κατάντησε να είναι μια έρημη βουβή πόλη, χωρίς τους μόνιμους κατοίκους της.
Γράφει σχετικά σουηδός δημοσιογράφος:
«Η άσφαλτος στους δρόμους της έχει σχισθεί κάτω από τον ζεστό ήλιο και στα πεζοδρόμια έχουν βλαστήσει θάμνοι. Σήμερα τα τραπέζια είναι ακόμα στρωμένα, οι μπουγάδες απλωμένες και οι λαμπτήρες των δρόμων εξακολουθούν να ανάβουν».
Στην προσφυγιά οι Αμμοχωστιανοί, όπως όλοι οι κύπριοι πρόσφυγες, επαναδραστηριοποιήθηκαν μ’ έναν τρόπο που φανερώνει την εργατικότητα, την επιμονή και την αποφασιστικότητα των κυπρίων να ζήσουν και να επιβιώσουν στην γη των πατέρων τους.. Όμως όλους μας λείπει το σημείο αναφοράς. Μένουμε όλοι χωρίς εξαίρεση οι Αμμοχωστιανοί νοσταλγοί και λάτρεις της Αμμοχώστου. Θέλουμε να επιστρέψουμε στην πόλη μας, αναμένουμε σύντομα το «νόστιμο ήμαρ» για να το μετατρέψουμε σε κάλλιστο.
Η Αμμόχωστος που τώρα αγναντεύουμε από τα φτιαχτά ψεύτικα σύνορα της Δερύνειας, είναι εκεί και μας περιμένει.
Η Αμμόχωστος είναι πόθος και αγάπη. Είναι μια πόλη όμορφη και στο λυκαυγές και στο απομεσήμερο και στο λυκόφως.
Είναι η αγαπημένη πόλη μας και σ’ αυτή οπωσδήποτε θα επιστρέψουμε.
Γιατί: Δεν ξεχνιέται η Αμμόχωστος την γράφουμε στην ταυτότητα και στα διαβατήριά μας. Την ενώνουμε με την πρωινή προσευχή μας.
Ανδρέας Καλλής (Φιλόλογος, Δημοτικός Σύμβουλος Αμμοχώστου)