Οι μεν απόψεις πολλές, η δε πραγματικότητα, για μια ακόμη φορά, αμείλικτη. Δυστυχώς φαίνεται ότι η προπαγάνδα σχετικά με τα πλεονεκτήματα ενός ισχυρού νομίσματος καλά κρατεί (ακόμα) στην σκέψη της πλειοψηφίας των πολιτών. Κατά την προσφιλή μου τακτική, θα ξεκινήσω την ανάλυσή μου με σχετικές αναφορές σε γεγονότα.
Περίπτωση 1η: Ο γνωστός και μη εξαιρεταίος Κάρλος Μένεμ συνέδεσε στις αρχές της δεκαετίας του '90 το νόμισμα της Αργεντινής (πέσο) με το δολλάριο, ουσιαστικά υιοθετώντας ένα σκληρό νόμισμα, για να αντιμετωπίσει τον αχαλίνωτο πληθωρισμό. Ο στόχος επετεύχθη αλλά δυστυχώς το άκαμπτο πλέον νόμισμα της χώρας στραγγάλισε την οικονομία απογυμνώνοντάς την σιγά σιγά από την παραγωγή και δημιουργώντας εμπορικό έλλειμα σε ένα κράτος που κάτι τέτοιο θα έπρεπε να αποτελεί ανέκδοτο. Σημαντική (αλλά όχι μόνη) παράμετρος που οδήγησε στην ανάκαμψη της Αργεντίνικης οικονομίας μετά την καταστροφή, υπήρξε η αποσύνδεση του πέσο από το δολλάριο, γεγονός που ακολουθήθηκε από σοβαρή υποτίμηση του. Η κατακόρυφη αύξηση της τιμής των εισαγομένων προϊόντων περιόρισε απότομα το εμπορικό έλλειμα της χώρας και ανάγκασε την παραγωγή να πάρει σιγά σιγά μπρος ενισχύοντας τις εξαγωγές (απάντηση στον ισχυρισμό ότι αν δεν έχεις παραγωγή η υποτίμηση δεν βοηθά. Η αλήθεια είναι ότι βοηθά και μάλιστα πολύ, απλώς τα αποτελέσματα είναι λογικό να εμφανίζονται με κάποια καθυστέρηση).
Περίπτωση 2η: Το πρώτο πράγμα που έκανε η κυβέρνηση του Ινάσιο Λούλα στην Βραζιλία (του οποίου το έργο κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, εξ ου και το 80% της δημοτικότητάς του μετά από 8 χρόνια διακυβέρνησης) μόλις ανέλαβε την εξουσία, παραλαμβάνοντάς την από μια πραγματικά καταστροφική κυβέρνηση που οδήγησε την μεγάλη αυτή χώρα στα νύχια του ΔΝΤ, ήταν να μετατρέψει την ισοδυναμία του ρεάλ με το δολλάριο (αντίστοιχη περίπτωση με της Αρεγεντινής - βλέπε παραπάνω) από 1:1 σε 2:1 με ιδιαίτερα ευεργετικά αποτελέσματα για την οικονομία.
Περίπτωση 3η: Αντίστοιχα ήταν και τα αίτια της μεγάλης οικονομικής καταστροφής στην Ανατολική Ασία στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας (σύνδεση με σκληρό νόμισμα).
Περίπτωση 4η: Δεν μπορούμε φυσικά να μην αναφερθούμε στα δικά μας, εννοώντας βέβαια την περιβόητη ευρωζώνη. Τα προβλήματα στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής οικονομικής ένωσης δεν περιορίζονται στην Ελλάδα και αρκεί κανείς να μελετήσει τα οικονομικά μεγέθη των υπολοίπων χωρών της επονομαζόμενης περιφέρειας για να διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Από την στιγμή που υιοθετήθηκε το ευρώ ξεκίνησε η διεύρυνση των εμπορικών ελλειμάτων των κρατών αυτών, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Ελλάδας, ακολουθούμενη από αντίστοιχη αύξηση των πλεονασμάτων των ισχυρών του ευρωπαϊκού Βορρά. Προοπτική να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση δεν φαίνεται στον ορίζοντα, εφόσον διατηρείται εν ζωή το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, με ότι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον μας.
Εξετάζοντας και διερευνώντας κανείς την οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας, δεν θα καταφέρει να βρει ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ υιοθέτησης σκληρού νομίσματος από κράτος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, που να μην οδήγησε στον οικονομικό όλεθρο. Με βάση τα παραπάνω, αλλά και αρκετά άλλα που δεν ανέφερα για να μην γίνω κουραστικός, βγαίνει το αβίαστο συμπέρασμα ότι μια οικονομία δεν πρέπει να έχει ένα σκληρό νόμισμα αλλά το νόμισμα που ανταποκρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα δεδομένα. Γενικεύοντας θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ισχύς (= ακαμψία) του νομίσματος μιας χώρας θα πρέπει να είναι αντίστοιχο της ισχύος της οικονομίας της. Είναι συνεπώς σχιζοφρενικό να υποχρεώνουμε 'όχι και τόσο ισχυρές' οικονομίες όπως η δική μας, η πορτογαλική, η ισπανική, κ.α. να κινούνται στην βάση ενός νομίσματος με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Προσωπικά, θεωρώ την στάση της κυβέρνησης της Ουγγαρίας τουλάχιστον εντυπωσιακή. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν φαίνεται να διαθέτουμε κάποια πολιτική προσωπικότητα πρώτης γραμμής με παρόμοιο σθένος. Φαίνεται πως η τύχη μας εναπόκειται εξ ολοκλήρου στα δικά μας χέρια και στις δικές μας αντιδράσεις.
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 15 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.