Ο παππούς μου απ' την πλευρά της μάνας μου, υπηρετούσε τη θητεία του, όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος. Ήταν λοιπόν από τους πρώτους που έφτασαν στο μέτωπο, από τη Θεσσαλονίκη στην Αλβανία με τα πόδια!! Από το τάγμα του, ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα εκείνοι που γύρισαν ζωντανοί κι ακόμη λιγότεροι εκείνοι που παρέμειναν αρτιμελείς. Ο ίδιος έχασε ολόκληρο το δεξί του πόδι, μέχρι ψηλά στο μηρό. Είχε τραυματιστεί στον αστράγαλο, όμως μέχρι να τον πάνε στο ορεινό χειρουργείο, είχε ξεκινήσει η γάγγραινα. Τον έβαλαν 23 φορές στο χειρουργείο και του έκοψαν το πόδι φέτα φέτα, χωρίς αναισθητικό, δίνοντάς του μόνο ένα ξύλο να βάλει ανάμεσα στα δόντια του, για να μην δαγκώσει και κόψει τη γλώσσα του!! Η γάγγραινα συνεχώς προχωρούσε, σώθηκε τελευταία στιγμή. Έχω λοιπόν διάφορες ιστορίες να διηγηθώ, μιας και αυτός ο παππούς μου ήταν ο πιο αγαπημένος μου και καθόμουν με τις ώρες να τον ακούω, ειδικά τέτοιες ημέρες, να μου τις διηγείται.
Η πιο αξιοσημείωτη απ' όλες, η οποία έπαιξε και στην τηλεόραση, στην εκπομπή του τότε δημοσιογράφου και μετέπειτα βουλευτή και υπουργού Κώστα Γκιουλέκα, στο Δημοτικό Κανάλι TV100, ήταν η παρακάτω:
Ο παππούς μου, πριν τραυματιστεί, είχε έναν συμπολεμιστή, τότε δόκιμο αξιωματικό. Σε κάποια μάχη, οι Ιταλοί τους είχαν καθηλώσει με τα πολυβόλα, ενώ οι δικοί μας προσπαθούσαν να καταλάβουν κάποιο ύψωμα. Για να ξεφύγουν, προσπαθούσαν να συρθούν επάνω στο χιόνι, τρέχοντας όπου τους κάλυπταν τα βράχια, ελπίζοντας ότι δεν θα τους έπιαναν οι ριπές. Ο παππούς μου τα κατάφερε αρκετά καλά και ήδη είχε απομακρυνθεί από τη γραμμή πυρός, όταν ο δόκιμος δέχτηκε μια ολόκληρη ριπή από το πολυβόλο κατάστηθα, τον είχε πιάσει μάλιστα διαγώνια από τον αριστερό ώμο προς την κοιλιά. Έπεσε βογκώντας στο χιόνι αιμόφυρτος και θα έπρεπε ήδη να θεωρείται νεκρός. Ο παππούς μου δεν το σκέφτηκε πολύ. Ξαναμπήκε στη γραμμή πυρός, έφτασε εκεί που ήταν πεσμένος ο συμπολεμιστής του και τον φόρτωσε στην πλάτη του, ενώ οι ριπές των πολυβόλων λυσσομανούσαν. Έκανε ένα βήμα, έπεφτε στο χιόνι. Η ριπή περνούσε πάνω απ' τα κεφάλια τους, άλλο ένα βήμα, άλλη μια βουτιά. Στο τέλος, μετά από περίπου μισή ώρα, όπου κάθε αίσθηση του χώρου ή του χρόνου είχε πλέον χαθεί, κατάφερε να σύρει τον συμπολεμιστή στο απυρόβλητο, όπου περίμεναν οι τραυματιοφορείς με τα μουλάρια. Εκείνος βογκούσε το όνομα της αρραβωνιαστικιάς του, όταν ο παππούς μου τον είδε να βγάζει αίμα απ' το στόμα...
Μας την έλεγε επί χρόνια αυτήν την ιστορία και πάντοτε δάκρυζε για τον φίλο του, που είχε σκοτωθεί. Κάποια μέρα, στα τέλη της δεκαετίας του '80, ο παππούς μου βρισκόταν μέσα σ' ένα αστικό λεωφορείο της πόλης μας, όταν ξαφνικά είδε τον παλιό του φίλο ολοζώντανο να μπαίνει στο λεωφορείο μαζί με τη γυναίκα του. Παραδόξως τον αναγνώρισε αμέσως, όμως αυτό δεν θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση, αφού ο παππούς μου είχε αναγνωρίσει κι άλλους συμπολεμιστές του, δεκαετίες μετά τον πόλεμο, ενθυμούμενος μάλιστα και σε ποιο λόχο, ποιου τάγματος είχαν υπηρετήσει, καθώς και τ' όνομά τους, όπως και το όνομα του λοχαγού τους ή και του λοχία τους!! Εμείς τον φωνάζαμε "αρχειοφύλακα".
Έκπληκτοι οι επιβάτες του λεωφορείου, είδαν δυο γέρους να αγκαλιάζονται κλαίγοντας σαν μικρά παιδιά. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο παλιός δόκιμος και πλέον στρατηγός, ήταν αρτιμελέστατος, ενώ ο παππούς μου, που του έσωσε τη ζωή, ανάπηρος. Λεπτομέρεια: Η σύζυγος του στρατηγού, ήταν η ίδια εκείνη αρραβωνιαστικιά του, την οποία φώναζε την ώρα που χαροπάλευε. Δάκρυσε κι εκείνη όταν ο παππούς μου της αποκάλυψε τη λεπτομέρεια αυτή, μιας και ο στρατηγός δεν ήταν σε θέση να το θυμάται, ώστε να της το έχει ήδη πει...
Που να σε πάρει η ευχή, venividivici, μ' έκανες και δάκρυσα...