Νύχτα στον προθάλαμο. Οι ανάσες κάποιων συνοδών, που βρήκαν τρόπο να ξαπλώσουν στις σειρές από πλαστικές καρέκλες, με μια συσκευασία από πάνες ακράτειας για προσκέφαλο, μια εσάρπα ή ένα παλτό για κουβέρτα και την ανάγκη για λίγη ανάπαυση για σύμμαχο, που κάνει τη σκληρή κι ανώμαλη επιφάνεια να μοιάζει με κρεβάτι, ακούγονται βαριές. Ευτυχώς το νοσοκομείο προνόησε να μη βάλει μπράτσα στις κολλητές καρέκλες, ώστε να βολεύονται οι ταλαίπωροι. Το όλο σύστημα στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, που παʼ να πει πως αν δεν έχεις χρήματα για να μισθώσεις αποκλειστική νοσοκόμα, να φροντίζει τον άνθρωπό σου, πρέπει να κάνεις εσύ αυτή τη δουλειά. Όποιος δεν έχει λεφτά, έχει χέρια. Οι νοσοκόμες δεν είναι για να φροντίζουν τους ασθενείς, η δουλειά τους είναι κάποια άλλη, όμως ακόμη δεν έχω καταλάβει ποια ακριβώς. «Έχετε δίκιο, όμως έχουμε τεράστια έλλειψη προσωπικού». Όταν αρρωσταίνει ένας, πρέπει νʼ αρρωστήσει ολόκληρη η οικογένεια. Εμάς μας σπρώχνει το καθήκον, με την εσωτερική του έννοια. Επιτακτικό όπως η ανάγκη, αναπόφευκτο όπως το πεπρωμένο, αδυσώπητο όπως ο θάνατος. Εκείνες ως μόνο κίνητρο έχουν το μεροκάματο. Κατανοητή η στάση τους. Μεροδούλι, μεροφάι και τʼ όνειρο μιας θέσης στο δημόσιο και μιας ήσυχης ζωής χωρίς εξάρσεις. «Δεν πήρατε τα φάρμακά σας; Κακώς! Έπρεπε να σας τα δώσει ο συνοδός σας». Ευτυχώς που δεν με απέλυσαν, μιας και δεν έκανα καλά τη δουλειά μου. Ξεχάστε το μύθο της αδελφής νοσοκόμας στο μέτωπο της Αλβανίας. Τότε είχαμε πόλεμο· εν καιρώ ειρήνης δεν χωρούν ηρωισμοί. Μόνο διορισμοί.
Αγγίζω το πρόσωπό μου με τʼ ακροδάχτυλα. Τριών ημερών γένια. Αναρωτιέμαι, άραγε πώς να μοιάζω. Κοιτάζω γύρω μου, όσους κοιμούνται κι όσους δεν βρήκαν χώρο στις καρέκλες να ξαπλώσουν κι αγρυπνούν. Τα σκοτεινιασμένα μάτια, σάμπως να κοίταξαν μέσα στην άβυσσο για ώρα πολλή κι η άβυσσος να κοίταξε κι εκείνη μέσα τους, τα βλέμματα γεμάτα απουσία, τα ρουφηγμένα μάγουλα, τα σφιγμένα χείλη σα να θέλουν να κρατήσουν την κραυγή, αφού ξέρουν πως κανείς δεν θα προστρέξει. Τους γερμένους απʼ το βάρος της έγνοιας ώμους, τα βαριά από την εξάντληση βήματα, τα τσακισμένα απʼ τʼ άβολα καθίσματα κορμιά. Δε θέλω να πιστεύω πως μοιάζω κι εγώ κάπως έτσι, αν κι όταν κοιταζόμαστε, νιώθω μέσα μου πως βλέπουνε σε μένα το ίδιο που βλέπω εγώ σʼ αυτούς. Βγαίνω στο μπαλκόνι κι ανάβω ένα τσιγάρο, να διώξω για λίγο αυτή τη σκέψη. «Είμαι ο Όττο και είμαι καλά, είμαι ο Όττο και είμαι καλά, είμαι καλά, καλά!!». Σχεδόν το πίστεψα, πήρα λίγο πάνω μου απʼ την αυθυποβολή και ξαναμπαίνω μέσα, το υγρό κρύο δεν αστειεύεται.
Η κυρούλα απέναντι, η κυρα Σοφία, ξυπνάει ξαφνικά, παραμιλώντας. Νόμισε πως ήταν στο χωριό της· για μια στιγμή είδε σε όνειρο πως η αδερφή της ήταν καλά, πως η ίδια κοιμόταν στην αγκαλιά του άντρα της, για μια στιγμή το πίστεψε, ήθελε πολύ να το πιστέψει. Μόλις συνειδητοποίησε πως εκείνο ήταν το όνειρο κι ο εφιάλτης ήταν ο αληθινός, έβγαλε ένα βαθύ βογκητό απογοήτευσης, «Πού είμαι; Εδώ; Ωωωχ Θεέ μου». Πόσο νʼ αντέξει ο νους του ανθρώπου. Σηκώθηκε κι άρχισε να μου μιλάει. Αν θέλω λέει κουβέρτα, να με σκεπάσει, να μην κρυώνω. Ακόμη και στη σαστιμάρα της, είχε μέσα στο μυαλό της να φροντίσει κάποιον, έστω εμένα, κάποιον ξένο. Πριν λίγες μέρες η Δήμητρα είχε έρθει να με δει, περάσαμε ένα ρομαντικό διήμερο στο νοσοκομείο. Η κυρα Σοφία μετά από λίγο, με την πρώτη ευκαιρία που σηκώθηκα να βάλω την πάπια στη μάνα μου, της έπιασε κουβέντα. Ήταν λέει σαράντα χρόνια παντρεμένη με τον άντρα της κι ήταν ακόμη ερωτευμένοι. Της χάιδευε ακόμη τα μαλλιά και την έλεγε «αγάπη μου». Κανείς δεν θα μπορούσε σήμερα, κοιτώντας την κυρα Σοφία, να της βρει κάτι το ερωτεύσιμο. Εκείνος όμως την κοιτά με τα μάτια της ψυχής, τη βλέπει νέα κι όμορφη, σαράντα χρόνια πίσω. Μου κάνει εντύπωση ότι αυτό βρήκε να μας πει τούτες τις ώρες. Αναρωτιόμουν από καιρό, αν ο έρωτας μπορεί να κρατήσει για πάντα. «Ζητήσατε και θα λάβετε…». Έλαβα την απάντηση: Ο έρωτας κρατά για πάντα, μόνο για όσους το αξίζουν. Μια αναπάντεχη αχτίδα αισιοδοξίας μέσα στη βαριά συννεφιά που μας πλακώνει. Εδώ μέσα φαίνεται πως, αργά ή γρήγορα, όλοι θα λάβουν τις απαντήσεις τους.
Ο Δημήτρης απʼ τη Φλώρινα. Τον βλέπω στο παραδιπλανό κάθισμα και τον χαιρετώ. Πολλές ημέρες συνόδευε τον πεθερό του. Καλός άνθρωπος, λέει, ο πεθερός του. Τον πήρε στη δουλεία του, έπιναν τσίπουρο μαζί, έπαιζαν και τάβλι τις καλές εποχές. Πάλι εδώ απόψε, είχα δυο μέρες να τον δω. «Ξεκίνησα απʼ τη Φλώρινα να πάρω τον πεθερό», μου είπε, «αλλά όταν είχα φτάσει στη Βέροια, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως πάλι δεν θα τον βγάλουν. Ε, είπα, τι να γυρνάω τώρα πίσω, ας έρθω εδώ καλύτερα». Η Βέροια είναι περίπου στο μέσο της διαδρομής, όμως αυτός προτίμησε να έρθει εδώ να ξενυχτήσει.
Ο κυρ Αποστόλης και η κόρη του. Ένα χρόνο τώρα, που η γυναίκα του πάλευε, βρίσκονταν κι οι δυο δίπλα της, τρυφερά, βουβά, αγόγγυστα, ο ίδιος με μισό συκώτι. Έχουν μια αξιοπρέπεια, χαραγμένη στα πρόσωπά τους αυτοί οι άνθρωποι, που με κάνει να νιώθω σεβασμό, αν όχι θαυμασμό. Άνθρωποι απλοί, από χωριό, αμόρφωτοι. Σʼ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών, γιατί η στάση τους λέει: «Δεν έχω κανένα βασίλειο». Κι όταν ήρθε η στιγμή που η μάχη πια χανόταν, είδα στα μάτια του κυρ Αποστόλη, μαζί με την απόγνωση, την ανακούφιση. Κατέβασα τα μάτια, δεν άντεξα να βλέπω. Απόψε δεν είναι εδώ. Στην κορυφή του Γολγοθά, είπαν «Τετέλεσθαι». Αυτό φοβάμαι πιο πολύ· τη στιγμή που η ελπίδα σβήνει κι ο θάνατος σε χτυπάει φιλικά στους ώμους και σου λέει χαμογελώντας: «Έχεις κι εσύ δικαίωμα να ζήσεις».
Ένας ασθενής που ξαγρυπνά, τριγυρνώντας αδιάκοπα στους διαδρόμους, σιωπηλός σαν φάντασμα, σέρνοντας το σταντ το ορού («Το πρωί περπατά με τα τέσσερα, το μεσημέρι με τα δύο και το βράδυ με τα τρία»), μʼ ένα σωληνάκι να βγαίνει απʼ τη μύτη του, καταλήγοντας σε μια σακούλα με άγνωστο περιεχόμενο, με χαιρετά αργοκουνώντας το κεφάλι, όπως κάθε φορά που διασταυρώνονται οι δρόμοι μας, χωρίς να έχουμε συστηθεί. Οι ασθενείς ξεχωρίζουν απʼ τους συνοδούς, απʼ τον ορό που τραβούν παντού μαζί τους, από το δύσκολο βήμα, από τον πόνο που αναδίδεται σε κάθε τους κίνηση, αλλά πάνω απʼ όλα από τα φαλακρά τους κεφάλια, σαν θύματα του Άουσβιτς ή σαν πολεμιστές που ετοιμάζονται για μάχη. Πάντα έχεις το δικαίωμα να δεις τον εαυτό σου με τουλάχιστον δύο τρόπους. Οι περισσότεροι δεν φορούν περούκες. Επιδεικνύουν περήφανα τα κρανία τους ή απλά δεν τους νοιάζει πια. Μαζί με τον πόνο, το φόβο και τη θλίψη, βλέπεις ελπίδα, βλέπεις θάρρος, βλέπεις αγωνιστικότητα που σε συναρπάζει σʼ αυτούς τους ανθρώπους, μα πάνω απʼ όλα βλέπεις στο βλέμμα τους μια παράδοξη κατανόηση των πραγμάτων και μια κάποια αποστασιοποίηση. Το πιο παράξενο είναι πως βλέπεις στα χείλη τους εκείνο το υπόγειο ανεπαίσθητο μειδίαμα που είχαν οι Δερβίσηδες κι όλοι οι μυημένοι, γιατί αυτοί γνώριζαν κάτι που οι άλλοι δεν μπορούν νʼ αντιληφθούν. Οι ευλογημένοι αυτού του κόσμου, όσοι έμαθαν την αξία του να ζεις άλλη μια μέρα, έστω και με το δύσκολο τρόπο.
Ο Κώστας Ταχτσής έλεγε πως κατά τον πόλεμο του ʼ40, οι Έλληνες έδειξαν τον καλύτερο εαυτό τους, όχι μόνο στο μέτωπο αλλά και στα μετόπισθεν. Ίσως έτσι να προέκυψε και ο μύθος της νοσοκόμας που λέγαμε. Μέσα σʼ αυτόν το πόλεμο, που διεξάγεται εδώ, μέρα με τη μέρα, μπορείς αν ανοίξεις τα μάτια σου, να δεις το ίδιο. Είδα γλυκύτητα, είδα σεβασμό, αυταπάρνηση, τρυφερότητα, αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, σε ύψος που μέχρι τώρα δεν ξανάδα. Είδα ασθενείς που θεραπεύτηκαν ή που ακόμη δίνουν τη μάχη, στα διαλείμματα ανάμεσα στις χημειοθεραπείες, να αφήνουν το τηλέφωνό τους, για όποιον ασθενή δεν έχει κανένα, να ʽρθουν να τον φροντίσουν. Είδα ελπίδα για τον άνθρωπο τον ίδιο, πριν καταντήσει τʼ όνομά μας χυδαιολογία. Δεν μπορούσαμε, σκέφτομαι, να ήμασταν έτσι χωρίς να μας βρει το κακό; Πόλεμος πατήρ πάντων και πάλι; Αυτή ήταν και η απάντηση στο ερώτημα της Σφίγγας: Ο Άνθρωπος, ο άνθρωπος. Το κεφάλι μου γέρνει, βαρύ από τις σκέψεις, τα μάτια μου κλείνουν γλυκά κι αν κοιμηθώ, μπορεί κι εγώ να ονειρευτώ…