Πες τα ρε Ράσκαλ, νομίζω ότι συνόψισες το όλο ζήτημα με τον καλύτερο τρόπο.
Η διαδικασία είναι μακρά, επώδυνη και διαρκεί για χρόνια. Ο Γκάνταλφ έχει πράγματι κάνει τεράστιες προόδους από την εποχή που μας περιέγραψε ότι ανακάλυψε τη διαφορετικότητά του, μέχρι και σήμερα. Ήδη έχει βρει, όπως τόνισε πολλές φορές θετικά σημεία σε αυτήν και άρχισε να πείθει τον εαυτό του να την αποδεχτεί ως κάτι το συστατικό του κι όχι ως κάτι που η φύση τον υποχρέωσε (τα δύο αυτά ίσως μοιάζουν τα ίδια, όμως έχουν τεράστια διαφορά στη φόρτιση).
Δυστυχώς στη συζήτηση, αν είναι να βγάλουμε κάτι απ' αυτήν, υπάρχει ένα πολύ λεπτό σημείο, όταν μιλάμε για το πού βρίσκεται ο εαυτός μας και πού βρίσκονται οι "άλλοι". Όσον αφορά τον κοινωνικό περίγυρο, στον οποίο εγώ επικεντρώθηκα κυρίως, ισχύουν πράγματι τα όσα έγραψα. Στο βαθμό που αποδέχεσαι τον εαυτό σου, η επιρροή των άλλων σιγά σιγά γίνεται όλο και μικρότερη, μέχρι που στο τέλος σταματάει πια να σε νοιάζει.
Όμως υπάρχει ένα σημείο, μια γκρίζα ζώνη θα έλεγα, όπου τα όρια μεταξύ ημών και των άλλων γίνονται θολά κι επικαλύπτονται. Το σημείο αυτό είναι δυστυχώς η οικογένεια, για το οποίο είπε αρκετά ο Γκάνταλφ, ωστόσο απέφυγα έως τώρα να το θίξω, θέλοντας να τελειώσουμε τη συζήτηση για τον απλό κοινωνικό περίγυρο. Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι γονείς και τ' αδέλφια μας, έχουν μια προνομιακή θέση μέσα μας, σε βαθμό που η μη αποδοχή από αυτούς έχει άμεση αντανάκλαση στο εσωτερικό μας, τέτοια που δεν μας επιτρέπει να δούμε τον εαυτό μας ως κάτι εντελώς ξεχωριστό από αυτούς. Η σχέση μας με τους γονείς μας μάς ακολουθεί και μας στοιχειώνει σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ζωής μας και δεν είναι καθόλου εύκολο κανείς ν' αποστασιοποιηθεί απ' αυτούς, ακόμη κι αν τους κόψει την καλημέρα. Στην καλύτερη περίπτωση, οι πιο τυχεροί και οι πιο σοφοί, φτάνουν να ξεπεράσουν σε κάποιο βαθμό αυτόν τον δεσμό, σε αρκετά ώριμη ηλικία και τότε πάλι θα έχουν να το καυχιούνται.
Είχα την τύχη να έχω γονείς που ήξερα πως θα μ' αποδέχονταν ακόμη κι αν έκανα πράγματα που θα τους φαίνονταν απορριπτέα (πράγμα που μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω και στην πράξη μόλις στα 40 μου). Ήξερα ότι ακόμη και εάν ήμουν ομοφυλόφιλος, ή ό,τι άλλο, θα συνέχιζαν να μ' αγαπούν έστω κι αν αυτό τους πλήγωνε. Αυτός ήταν και ο λόγος, όπως υπονόησε και ο Γκάνταλφ σε κάποιο από τα ποστ του, που είχα τόσο θράσος απέναντι σε όλον τον υπόλοιπο περίγυρο κι έπαιρνα το ρόλο του ομοφυλόφιλου, του περιθωριακού, του καταφρονεμένου, σε μια ένδειξη έμπρακτης συμπαράστασης προς τον αδικημένο και κοινωνικής προβοκάτσιας όπως εκτενώς εξήγησα.
Οι περισσότεροι ομοφυλόφιλοι με τους οποίους έχω συζητήσει, έχουν ακριβώς αυτό το παράπονο και την πληγή μέσα τους: Το ότι οι γονείς τους τούς απέρριψαν επειδή δεν ταίριαζαν στην νόρμα που εκείνοι είχαν ορίσει ως το "αποδεκτό". Αυτό είναι νομίζω που δημιουργεί και τον μεγαλύτερο τρόμο σ' ένα νέο παιδί, όταν συνειδητοποιεί τη διαφορετικότητά του. Όλα τ' άλλα, περί ανόητων συμμαθητών και καφρικού περίγυρου, είναι απλά εκλογικεύσεις που ως σκοπό τους έχουν τη μετάθεση του προβλήματος από αυτούς που αγαπάμε, σε εκείνους που στην πραγματικότητα δεν μας νοιάζουν και πολύ.
Φίλε Γκάνταλφ, όλα τα πράγματα γίνονται εξελικτικά και με τα χρόνια. Θα σου πω απλά ότι όπως έλεγε ο Έρμαν Έσσε, κάθε άνθρωπος, κάθε άνθρωπος ανεξαιρέτως, δεν μπορεί να ενηλικιωθεί εάν προηγουμένως δεν "σκοτώσει" μέσα του τους γονείς του, έννοια η οποία είναι ιδιαίτερα δυσνόητη στην πράξη και ίσως ακόμη και παρεξηγήσιμη.
Ο σκοπός μου δεν ήταν να σ' εκνευρίσω (αν και μεταξύ μας τα κατάφερα καλά σ' αυτό

). Σε είχα δει ν' ανοίγεις την καρδιά σου και σκέφτηκα πως προσωπικά δεν μου έφτανε να σε χτυπήσω συγκαταβατικά στην πλάτη και να σου πω πόσο σου συμπαραστέκομαι, ή πόσο σε λυπάμαι όπως είναι η συνήθης τακτική των αδιάφορων. Σκοπός μου ήταν να πάμε ένα θέμα συζήτησης που μέχρι τώρα είχε κινηθεί μόνο σε τούτο το επιφανειακό επίπεδο, στην καλύτερη περίπτωση και σε ανούσιες αντιπαραθέσεις στην χειρότερη, ένα βήμα προς τα μέσα, λίγο πιο βαθιά. "Όποιος αγαπά παιδεύει" λέει η παροιμία. Ελπίζω να συγχωρήσεις τη χαοτική παλαβομάρα μου και το γεροντικό μου πείσμα...