1958: η χρονιά των «αλεπούδων», των «λεκέδων» και των «κομμουνιών». Εκείνη τη χρονιά τη θυμάμαι …σαν χθες!
Πρώτʼ απʼ όλα ήταν που αποκτήσαμε κι έναν ανώνυμο γαϊδουράκο. Για να μάθουμε τα παιδιά της οικογένειας να καβαλλάμε τετράποδο, είχα φανταστεί αρχικά, καθώς είχε το μισό ανάστημα του Κίτσου. Μα τελικά ήταν για να μην πηγαινοέρχεται στα χωράφια η μάνα μου πεζή. Λυπόταν τον Κίτσο που ήταν κουτσός και δεν τον ανέβαινε: τον ένοιωθε σαν παιδί της.
Το δεύτερο βαθύ σημάδι στη μνήμη μου, θα ήταν από ένα αεροπλάνο, που το είδα να πετάει τόσο χαμηλά , πάνω απʼ τα πεύκα του Δημοτικού Σχολείου. Έριχνε μυριάδες χαρτάκια. Ήταν Κυριακή κι ο κόσμος του χωριού δεν δούλευε στα χωράφια, αλλά ήταν όλοι θαρρείς μαζεμένοι στην αυλή του Σχολείου. Γινόντουσαν «εκλογές για τον Καραμανλή», άκουγα τους μεγάλους να λένε.
«Φαίνεται πως τα χαρτάκια τα ρίχνουν πάνω απʼ τα πεύκα γιʼ αυτούς…», αναλογίστηκα, καθώς τα χαζεμένα μάτια ακολουθούσαν την πορεία του αεροπλάνου.
Ένα έπεσε και στην αυλή μας. Έτρεξα να το πάρω, ελπίζοντας πως θέχει τη φωτογραφία του Καραμανλή. Μα είχε μόνο γράμματα. Το ευτύχημα ήταν που εκείνη τη χρονιά είχα γίνει το «παιδί θαύμα» του χωριού, επειδή ήξερα την αλφαβήτα «απʼ έξω κι ανακατωτά», ενώ δεν είχα πάει ακόμη στη πρώτη Δημοτικού.( Μου την είχε μάθει ο κυρ Ηρακλής, ο Επιστάτης στο «Σπίτι του Παιδιού»…). Έτσι στη μνήμη μου θα έμεναν ανεξίτηλα τα γράμματα «ΚΚΕ». Ήταν προκηρύξεις του «παράνομου ΚΚΕ», να ψηφίσουν «Κομμουνιστές υποψηφίους της ΕΔΑ», σχολιάστηκε αργότερα από τους «μεγάλους» της οικογένειας, στο μεσημεριάτικο τραπέζι. Αλλά πιο διδακτικά, για μένα, θα έμεναν τα λόγια της προγιαγιάς μου Σουλτάνας (στα «τούρκικα»): «Πάλι οι αλεπούδες τριγυρίζουν τα κοτέτσια…». Όλοι γέλασαν , αλλά του λόγου μου είχα μείνει αποσβολωμένος. Τι ήθελε να πει η «Σούλτα μπάμπου»;
Για αρκετές ημέρες μου έκατσε η σκέψη, ότι ως αλεπούδες εννοούσε τους «Κομμουνιστές». Όχι πως ήταν τίποτα «πολιτικοποιημένο άτομο». Εξάλλου ήταν ήδη 105 χρονών κι εκτός από βασιλιάδες, σουλτάνους, πασάδες και πρίγκιπες, στα παραμύθια της άλλοι ρόλοι δεν χωρούσαν.Ακόμη και η υπόλοιπη οικογένεια ήταν χωρισμένη, σε «καραμανλικούς» και «φιλελεύθερους». Γιʼ αυτό σπάνια και που μιλούσαν για «Κομμουνιστές».
Οικογένεια, μέχρι και τα χρόνια της εφηβείας μου, εννοούσα κι αισθανόμουν, τις δύο οικογένειες των γονιών μου, όταν ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι
( πχ σε κάποια ονομαστική γιορτή κπ). Αυτό θα εννοούσα κι όταν μερικές ημέρες μετά, θα μου προέκυπτε και μία δεύτερη εκδοχή για τις «αλεπούδες»:
«Ευτυχώς απʼ την οικογένειά μας δεν φώναξαν κανέναν στην Αστυνομία!», θα συλλογιζόμουν, όταν θα μάθαινα πως είχαν καλέσει πολλούς συγχωριανούς «στην Ασφάλεια, για υπόθεσή» τους.
Τι είχε συμβεί; Άλλοι έλεγαν πως ήταν που για πρώτη φορά στο χωριό είχαν πέσει «καμμιά εκατοσταριά ψήφοι στην κομμουνιστική ΕΔΑ»( είχε βγει από τις εκλογές ως «αξιωματική αντιπολίτευση») κι άλλοι( καραμανλικοί κυρίως!) επέμεναν πως ήταν για κάτι «αρχαία» που είχαν ανασκαφεί σʼ ένα χωράφι. Θα καταστάλαζα σχετικά όμως, τον Χειμώνα της ίδιας χρονιάς, στο «παστάλιασμα» των καπνών.
Είχε μαζευτεί στο σπίτι μας όλη η οικογένεια, για το «λουκούμιι». Εκείνη την ημέρα θα ολοκλήρωναν και το δικό μας «παστάλιασμα», οπότε η μητέρα μου στο τέλος, θα τους κερνούσε όλους «λουκούμι, να πάνε κάτω τα φαρμάκια». Εκτός όμως από την οικογένεια είχαν έρθει κι άτομα από «κοντινές» μας οικογένειες( ξαδέρφια, κουμπάροι κπ). Ένα από εκείνα, το είχαν καλέσει κι αυτό, για «υπόθεσή» του. Κάποια στιγμή του δειλινού εμφανίζεται στη μεγάλη σάλα και η «Σούλτα μπάμπο», κουρδιστή καμαρωτή όπως πάντα και τον ρωτάει: « Άγγελε, εσένα γιατί σε κατέβασαν κάτω στην αστυνομία, πουλάκι μου;».
Εκείνος μαζί με τους υπόλοιπους της σάλας, γύρισε και την κοίταξε, τόσο με σεβασμό όσο και με ιλαρή διάθεση. Τους είχε διακόψει ακριβώς την ώρα, που ξεκινούσε να τους εξιστορεί το ζήτημα:
«Τίποτα, Σούλτα μπάμπου,! Με ρώτησαν…αν κοιμήθηκα ποτέ με Κομμουνίστρια…», της απαντάει και σκάει ένα χαμόγελο καλοσυνάτο.
Όλοι γέλασαν με το χωρατό του, αλλά εκείνη μειδιώντας κουνάει πέρα δώθε το κάτασπρο κεφάλι της και τους λέει: «Τι σας είπα; Προσέχετε της αλεπούδες!».
Ήξεραν τι εννοούσε, εκτός από εμένα (και τον μικρότερο αδελφό μου) και γέλσαν πάλι μαζί της. Ύστερα, ένα απʼ τα εγγόνια της την αποπαίρνει χαμηλόφωνα:
« Ε, βρε Μπάμπου…τι δουλειά έχουν οι Εγγλέζοι με την Αστυνομία;». Ήταν απʼ τους «καραμανλικού»ς»! Μόλις έμαθα εκείνη τη στιγμή, ότι «τελικά, πράγματι υπάρχουν Εγγλέζοι», νομίζω πως είχα πατήσει το «πρώτο σκαλοπάτι του πύργου της Βαβέλ». Σʼ όλα της τα παραμύθια, τον τελευταίο καιρό, είχε να λέει για «Εγγλέζους» βασιλιάδες, πρίγκιπες και πριγκηπέσες…
Το πρωί της επόμενης ημέρας, παραμονή Χριστουγέννων, καθώς τρώγαμε τον πρωινό τραχανά μας κι έξω έριχνε χιόνι πυκνό, μπαίνει φορτσάτος ο πατέρας μου στην κουζίνα και λέει μισογελώντας προς τη μάνα μου:
«Λες, βρε Μαρίκα, να έχει δίκιο η Σούλτα μπάμπου; Άκου να πουν στον Άγγελο οι λεκέδες…κομμούνι, θα σε στείλουμε στη Γυάρο, την άλλη φορά! Θεό, δεν έχουν αυτοί;».
«Λεκέδες» εννοούσε πάντα ο πατέρας μου, ή τους «δοσίλογους της Κατοχής» ή όσους χωροφύλακες είχε ποτέ «γνωρίσει από κοντά». Όσο για τους «εγγλέζους», εκείνους τους «μισούσε εντελώς πια», απʼ την ημέρα που είχαν βάλλει στην «κρεμάλα, τα παιδιά στην Κύπρο»!
Τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς ήταν απʼ τα πιο χαρούμενα που θυμάμαι για την οικογένειά μου. Για πρώτη χρονιά είχαμε πολύ καλή σοδειά καπνού και σιταριού. Ο πατέρας μου ήταν σίγουρος, ότι με την καπνοπώληση θα ξεχρεωνόταν απʼ τον Μπακάλη και το Συνεταιρισμό και θα μας έμεναν και «κάποια φράγκα, για τα παιδιά»!
Άλλα σημαντικά γεγονότα εκείνης της χρονιάς, θα μπορούσα να πω, ήταν η επιστροφή του Σπούτνικ (αρχές Ιανουαρίου, και το είχαμε μάθει, ακούγοντας την ελληνική εκπομπή του «Ράδιο Σόφια»!) κι ο θάνατος(αρχές Δεκεμβρίου) του αείμνηστου(τουλάχιστον για εμένα!) Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς, Σέρβου Αστρονόμου, Γεωφυσικού και Πολιτικού Μηχανικού…