: Η Καμπύλη Μιλάνκοβιτς και το «Εύρημα»
Συνέχεια
Το «οικογενειακό μυστικό» του Ζόργκε, θα ξεκινούσε στα μέσα του Αυγούστου 1896, κάπου στην ενδοχώρα του Μπακού , δυτικά της Κασπίας. Ο πατέρας του, μέλος γερμανικής αποστολής για κοινές έρευνες με Ρώσους ομολόγους τους , ήταν τεχνικός εξορύξεων και δεινός δύτης. Είχε εγκατασταθεί στο Μπακού, με την υπόλοιπη αποστολή, το Χειμώνα 1893-94. Την επόμενη χρονιά ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε μία Ρωσίδα, μέλος της τσαρικής αποστολής, για να γεννηθεί ο «Ίκα», όπως θα φώναζε πάντα η οικογένειά του, τον Ράιχαρτ Ζόργκε .
Την ημέρα που κινδύνεψε ο πατέρας του να χαθεί μες στο βυθό της Κασπίας, 18 Αυγούστου 1896, αυτός ήταν μόλις δέκα μηνών. Για το πρωινό εκείνης της ημέρας, είχε αποφασιστεί να γίνει η τελευταία κατάδυση χαρτογράφησης του βυθού της βορειοδυτικής Κασπίας. Ο χερ Ζόργκε μʼ εκείνη την κατάδυση θα συμπλήρωνε την εικοστή του, κατά τους τελευταίους δύο μήνες.
Πριν φορέσει το σκάφανδρό του, ξανακοίταξε τις συντεταγμένες του σημείου κατάδυσης, χαραγμένες στο πίσω μέρος της μεταλλικής του ταυτότητας, που είχε κρεμάσει στο λαιμό. Ήταν χαραγμένες, από τον πατέρα του, αγωνιστή και δραστήριο στέλεχος της «Α΄ Διεθνούς», κοντά στον Κ. Μαρξ. Κατά την καθορισμένη ώρα ανέλκυσής του από το βυθό, ο Γερμανός τεχνικός θεωρήθηκε χαμένος, αφού στην επιφάνεια ανασύρθηκαν μόνον τα άκρα των σωληνώσεων παροχής οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα. Αλλά δεν είχε κοπάσει ακόμη η πολύωρη αναταραχή από το γεγονός, κοντά στις δέκα το βράδυ, όταν τελικά ο χερ Ζόργκε, «ξέβρασε» σε μία πετρώδη ακτή.
Ήταν κατάκοπος αλλά και έκδηλα χαρούμενος, σχεδόν ενθουσιασμένος. Τον εντόπισε μία από τις πολλές ομάδες χωρικών και στρατιωτών, που έψαχναν στις ακτές της περιοχής. Το πρώτο που τους ζήτησε, ήταν ένα μπουκάλι βότκας. Του το έδωσαν και εκείνος κατάβρεξε με βότκα το πρόσωπό του, ψιθυρίζοντας σε άπταιστα ελληνικά: «
Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν»! Τι είχε συμβεί πραγματικά στο Γερμανό ειδικό επί των πετρελαίων;
Η επίσημη εκδοχή έλεγε, ότι είχε σκαλώσει σε κοφτερούς σταλακτίτες πάγου, μίας υπόγειας σπηλιάς. Αποτέλεσμα να αναγκαστεί, να αποσυνδεθεί από τις σωληνώσεις, προκειμένου να απελευθερωθεί από τους πάγους. Αλλά, τι συγκεκριμένα σήμαιναν εκείνες οι συντεταγμένες στην μεταλλική του ταυτότητα; Οι στρατιωτικές υπηρεσίες του γερμανικού κράτους, τρία χρόνια μετά, θα μάθαιναν από τον ίδιο, ότι ολόκληρο το σπήλαιο ήταν από πάγους, «ηλικίας, τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων ετών». Στην παράξενη αρχιτεκτονική του χώρου, υπήρχαν ενδείξεις παρουσίας «αρχέγονων εξωγενών στοιχείων και συστημάτων». Το πλέον όμως αξιοπρόσεκτο δεδομένο του παγωμένου εκείνου σπηλαίου, ήταν ένα σημείο του, που εξέπεμπε έναν διακριτό φωτεινό ρήγμα στο βαθύ σκοτάδι, καθώς έσβηνε τον φανό του. Θεωρούσε εξαιρετικά βάσιμη την εντύπωσή του, ότι πηγή εκείνου του «περίεργου φωτισμού» ήταν, «κάποιο μεταλλικό σώμα, ικανού όγκου, αλλά όχι και απαραίτητα…φυσικού σχήματος»!
Τι είχε δει ο Γερμανός εξερευνητής «εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων», στο βυθό της Κασπίας; Και γιατί, ακριβώς σε εκείνες τις συντεταγμένες; Μέχρι το 1942, Γερμανοί και «Σοβιετικοί» θεωρούσαν, ότι το πιθανότερο να επρόκειτο για κάποιο μεγάλο κοίτασμα «ευγενούς μετάλλου: «
…ίσως ακόμη…ακόμη και χρυσού!»! Η δεκαετία 1930-40, αρχής γενομένης με το μεγάλο κραχ στη Γουόλ Στρητ, θα ήταν η τελευταία, της «εποχής του χρυσού». Μέχρι την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου(1939), το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων χρυσού της ευρωπαϊκής ηπείρου θα μετανάστευε στην Αμερική. Η διαφαινόμενη συναλλαγματική κυριαρχία των «αμερικάνικων συμφερόντων»(Δολαρίου) έναντι των «ευρωπαϊκών»(εθνικών νομισμάτων), συνοδευόμενη από την έξαψη των ποικίλων ευρωπαϊκών εθνικισμών, θα γινόταν η «κατά βάθος» αιτία στης «Συνάντησης του Μονάχου» το 1938. Η ιστορία θα αποκάλυπτε, ότι ουσιαστικά εκεί είχε αποφασιστεί, το «αναπόφευκτο του πολέμου». Γιατί, καθώς φανέρωσε επίσης η ιστορία, όταν κάτι είναι να μοιραστεί μεταξύ όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων, επικρατεί «άκρα του τάφου σιωπή». Αλλά όταν το μοίρασμα είναι να γίνει μεταξύ λίγων( «Μονοπωλίων»), τότε γίνεται, από «χάβρα», σαν των χρηματιστηρίων λόγου χάρη, μέχρι και πόλεμο, κάθε μορφής και τρόπου.
Στα παρασκήνια των «Συμφωνιών του Μονάχου» κινούμενοι, και μερικοί από την εννεαμελή «παρέα του Άθω», θα συναντιόντουσαν εκείνες τις ημέρες στο Μόναχο. Ήταν ο Αρ. Ωνάσης, παρέα με το φίλο και σύμβουλο του Κ. Γρ., ο Κ. Καραμανλής από την Ελλάδα, παρέα με τον Ε. Αβέρωφ, ο Γερμανός Οικονομολόγος Γιάλμαρ Σαχτ παρέα με τον Ρ. Ζόργκε και ο Μ. Μιλάνκοβιτς. Αφότου είχε ανακοινώσει ο τελευταίος τη θεωρία του, για το φαινόμενο των γήινων παγετώνων και την ιστορική τους «μοίρα», η αξιοποίηση της «Καμπύλης Μιλάνκοβιτς», με τις ποικιλότροπες εφαρμογές της , θα γινόταν θεμέλιος λίθος, για μία «νέα εποχή». Χαρακτηριστικό της, η αντικατάσταση του κάρβουνου, από τον «μαύρο χρυσό», το πετρέλαιο!
Στα χρόνια της δεκαετία του ʼ30, η διπλωματική σημασία του «ζωτικού χώρου», θα είχε το περιεχόμενο και τη «βαρύτητα» της «εθνικής ασφάλειας», της μεταπολεμικής, αλλά «ψυχροπολεμικής», διπλωματικής εθιμοτυπίας. Ήταν η λογική και με ακρίβεια μαθηματικής συνάρτησης συνέπεια των αποκαλυπτικών επιτευγμάτων των Φυσικών Επιστημών, που έθετε με σπουδή στα πράγματα των ανθρώπων, τη σχέση «ζωτικός χώρος= ενέργεια». Το διακύβευμα: η ταχύτητα!
Όλα ήταν σε μία σχεδόν ανυπόφορη «ρευστότητα», στη Δύση. Υπήρχε στην ατμόσφαιρα του «ορίζοντά» της, ένα σύννεφο βγαλμένο θαρρείς απʼ τη γκριζάδα της συλλογικής αβεβαιότητας. Η μετακόμιση του χρυσού
δυτικότερα, προκαλούσε στην ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων διαταράξεις του «επόμενου κραχ». Ο Αρ. Ωνάσης, με τη διπλωματική ιδιότητα στη τσέπη, αλλά και τη σημαντική συνδρομή, μεταξύ άλλων, και των Γερμανών, Σαχτ και Ζόργκε, θα εμπλεκόταν εξ αρχής ,στα πάνε έλα …των χρυσαφένιων κυμάτων, μεταξύ Αμβούργου και Μπουένος Άιρες. Με τα πρώτα δύο καράβια του, από Καπνέμπορας θα μετατρεπόταν σε Μεταφορέα χρυσού: κίτρινου πρώτα και στη συνέχεια, μαύρου.
Σημαντικός όμως παράγοντας, στη μετάβαση του «Αρίστου», από το «εμπόριο τσιγάρων», στη «διπλωματία του μέλλοντος»( τα πετρέλαια) και στην εφοπλιστική του εξέλιξη και καθιέρωση, θα ήταν η «μυστική» συνεργασία του με την ελληνική ομάδα ενός «Τάγματος», διαχυμένου στους διαδρόμους της δυτικής (και όχι μόνον) διπλωματίας. Ήταν, κατά την εσωτερική τους ονοματολογία, το «Τάγμα του Αγίου Γεωργίου» (ή και, «Τροπαιούχου»). Ο Κ. Καραμανλής, ήδη επώνυμος πια της ελληνικής πολιτικής σκηνής, ως εκλεγμένος Βουλευτής και υπό αναστολή ιδιότητας λόγω μεταξικής δικτατορίας, στη συνάντηση του Μονάχου εκπροσωπούσε, εκτός από «πολιτικούς κύκλους των Αθηνών» και «κύκλους της ελλαδικής εκκλησίας.. και όχι μόνον».
Το «και όχι μόνον», όλα τα μέλη της ομάδας των «εννέα του Άθω» το χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους, έχοντας κατά νου το ίδιο «κέντρο»: το «Τάγμα»!
Στη στρατηγική προτεραιότητα του «Τάγματος», μετά την επαχθή καταστροφή της Ιωνίας το 1922, ήταν ακριβώς: «Να μετατρέψουμε το Αιγαίο, σε παγκόσμιο λιμάνι!». Κάτι που είχε αρχίσει να γίνεται αποδεκτό, ακόμη και από το «αρχαίο» ελληνικό εφοπλιστικό κατεστημένο του Λονδίνου. Από μία άποψη, η ενθάρρυνση και «υπόδειξή» προς τον Αρ. Ωνάση από ελληνικούς, όσο και διεθνείς κύκλους, να γίνει «Καραβοκύρης», είχε σα στρατηγικό στόχο, τη «δημιουργία κλίματος υγιούς ανταγωνισμού στο Αιγαίο». Αυτό το «εθνικό στρατήγημα» θα ξεκινούσε να παίρνει μορφή από τα μέσα του 1928, με αφετηρία τη Συνθήκη της Λωζάνης και την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η μετακόμιση, του τότε «εφοπλιστικού κεφαλαίου», από το Λονδίνο στον Πειραιά, είχε σαν πρώτο προαπαιτούμενο, μία «φερέγγυα και εγγυήτρια Τράπεζα» στην Αθήνα. Ο Ωνάσης, όταν του ζητήθηκε η συνδρομή, είτε με τη διπλωματική του ιδιότητα είτε από δικό του επιχειρηματικό ενδιαφέρον, αποδέχθηκε να συνδράμει στη στήριξη της «Τράπεζας της Ελλάδος», στη «περαιτέρω αύξηση των εθνικών αποθεμάτων χρυσού». Ήταν εξάλλου και για εκείνον, μία «εθνική προοπτική υψίστης σημασίας».
Στα χρόνια μετά την Καταστροφή του 1922, τα «ελληνικά πράγματα» φάνταζαν στο μυαλό των Ευρωπαίων, άξια «φιλανθρωπικού ενδιαφέροντος» στην ευνοϊκότερη περίπτωση( διανοουμένων ή κουλτουριάρηδων συνήθως) ή περιφρόνησης( «σοβαρών επενδυτών», συνήθως), στη χειρότερη. Και μόνον το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε εμπιστευθεί στην «Οικογένεια Ωνάση» διπλωματικό ρόλο, στο νεόδμητο τότε «υπερατλαντικό αλισβερίσι», φανέρωνε, και τη ρευστότητα του «μετά Λωζάνη» ιστορικού μορφώματος, με το εθνικό όνομα «Ελλάς». Η χαρακτηριστική κοινωνικο-πολιτική ρευστότητα της μεσοπολεμικής Ελλάδας, θα κατέληγε στη γνωστή «έκτακτη κατάσταση» με τον Ι. Μεταξά. Η «τελική» εκείνη επιλογή της «άρχουσας τάξης» ήταν, τυπικά φασιστική: ο «Εγγυητής», των «εθνικών συνόρων». Η ταχύρυθμη «τσιμενοποίησή» τους αρκούσε εκείνα τα χρόνια, για «ρυθμούς ανάπτυξης εξωφρενικούς»!
Η «επιστροφή» των Εφοπλιστών «στην πατρίδα», είχαν εξομολογηθεί Κ.Καραμανλής και Ε. Αβέρωφ στην «παρέα του Μονάχου», θα έδινε τέλος «στην έκτακτη πολιτική και συναλλαγματική κατάσταση της Χώρας», με τη «σίγουρη επικράτηση του Λαϊκού Κόμματος και την εύλογα αναμενόμενη, πραγματική οικονομική ανάπτυξη». Γιατί, τυπικά εκεί στο Μόναχο, οι εκπρόσωποι των «μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών» είχαν συναντηθεί, για την «επαναβεβαίωση του σεβασμού» τους, προς τις «αρχές του διεθνούς δικαίου και της ειρήνης». Με αυτό το «ενδεχόμενο», ταίριαζε η στρατηγική του «ελληνικού ελλιμενισμού». Το Αιγαίο ως φυσικό λιμάνι, περιβαλλόταν από τότε ακόμη, από το κρίσιμα ζωτικό ενεργειακό τόξο: Καύκασος-Μέση ανατολή-Αφρική. Αλλά τον «ενθουσιασμό» των πολιτικών ανδρών δε συμμεριζόταν, ούτε ο Ζόργκε ούτε ο «Υποπρόξενος» Αρ.Ωνάσης. Ο ένας ήταν σχεδόν «γνώστης» του επερχόμενου πολέμου και ο άλλος, σκεφτόταν ήδη, για «μετά τον πόλεμο»!
Βέβαια, χάρη στη συνεργασία Ωνάση και «ελλαδιτών παραγόντων»- του «Εσωτερικού» ή της «Αλλοδαπής»- το Ελληνικό Δημόσιο μέχρι το 1938, θα είχε αυξήσει σημαντικά τα «εθνικά αποθέματα χρυσού» του, χάρη των λογαριασμών «επί παρακαταθήκη» της, σε Τράπεζες, από το Μπουένος Άιρες, μέχρι Αλεξάνδρεια και Βηρυτό. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα (εκ)«πλήρωνε» τον «λόγο τιμής» που είχε δώσει στους «Βενιζελικούς», ακόμη και στα «χέρια των Λαϊκών»(όπου είχε εκλεγεί το ʼ35 βουλευτής ο Κ. Καραμανλής), κατά γράμμα και μέχρι την… «τελευταία ουγγιά χρυσού». Αλλά την επόμενη χρονιά, η έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου θα τον δικαίωνε έναντι των «πολιτικών». Απλά τότε μόλις είχε αρχίσει να αναγνωρίζει στον εαυτό του το «οικογενειακό χάρισμα»: «
Να ονειροπολείς το μέλλον, στα χρόνια της απαισιοδοξίας, αντί νʼ ακολουθείς τους απαισιόδοξους»!
Κατά ένα ποσοστό, ο δεύτερος πόλεμος της «Κοινωνίας των Εθνών» έγινε, επειδή «Ρώσοι» και «Γερμανοί», δεν είχαν πείσει εντελώς τις υπόλοιπες «Μεγάλες Δυνάμεις» του κόσμου, για την ακρίβεια των «συντεταγμένων του χερ Ζόργκε». Στο πλαίσιο των «μυστικών συνομιλιών» του Μονάχου, η «θρυλούμενη» ήδη εφαρμογή της «Καμπύλης Μιλάνκοβιτς» στις «σωστές συντεταγμένες», θα αποτελούσε καταλυτικό σημείο των αιωρούμενων αμφιβολιών, για το «ζητούμενο». Πετρέλαια ή, «κάτι άλλο»; Σοβιετικοί(κληρονόμοι των «Ρώσων που γνώριζαν») και Ναζί(κληρονόμοι των «Γερμανών που συμμετείχαν»: στην γερμανορωσική αποστολή του 1896!) επέμεναν για την εκδοχή των «αστείρευτων κοιτασμάτων γαιανθράκων». Ενώ όλοι οι υπόλοιποι … «διεθνείς κύκλοι της Δύσης», εκφράζανε «βάσιμες υποψίες», για κάτι πολύ «περισσότερο πολύτιμο»: «Κάτι, σχεδόν μυθικό»!
Την 23 Σεπτεμβρίου 1945, εφτά μήνες περίπου μετά τις «Συμφωνίες της Γιάλτας», στο ίδιο περίπου περιβάλλον, θα συναντιόντουσαν «αντιπροσωπείες» των …πέντε: έλειπαν οι «Γιαπωνέζοι» και οι «Κινέζοι». Εκτός λοιπόν από τους «Αμερικανούς», τους «Γάλλους», τους «Άγγλους»(«Κοινοπολιτεία», βασικά) και τους «Σοβιετικούς», στη «κοινή» εκείνη «αποστολή» θα συμμετείχαν, και οι «Γερμανοί». Ο Ράιχαρτ Ζόργκε, επιστρέφοντας την 24 Δεκεμβρίου 1944 στη Μόσχα, θα κατέθετε την παρακάτω αναφορά του:
«………………………………………………………………………………………..
Έτσι λοιπόν, σύντροφε Γραμματέα, μετά την αναχώρησή μου από τη Γιοκοχάμα το βράδυ της 21 Νοεμβρίου τρέχοντος, με συμμαχικά μέσα έφθασα στο Μπουένος Άιρες. Η συνάντησή μου εκεί, με παράγοντες της ελληνικής και εβραϊκής διασποράς, αλλά και εκπροσώπους της γερμανικής επιστημονικής κοινότητας, υπήρξε γόνιμη και άκρως εποικοδομητική. Η ελληνο-εβραϊκή εκδοχή, για το μυστήριο της Κασπίας, είναι βέβαια αντιφατική, αλλά χάρη στις μελέτες και έρευνες των Γερμανών Επιστημόνων, ούτε η Πεντέμυχος ούτε η Πεντάτευχος κρύβουν τόση αλήθεια, όση ίσως, πραγματικά, να κρύβουν τα έγκατα της Γης, στο βυθό της Κασπίας…………………………………………
…………………………………………………………………………………………………...
Κατά συνέπεια, η συμμετοχή του γερμανικού έθνους στη συμμαχική αποστολή υποθαλάσσιων ερευνών, θα είναι αναπόφευκτη, χάρη της παρουσίας των φίλων αυτών Επιστημόνων. Οι ίδιοι, για την ώρα, παραμένουν μετέωροι, μεταξύ εμιγκράτσιας και επιστροφής στην πατρίδα………………… Εκτιμώ ότι θα έπρεπε να αξιοποιηθεί η παρουσία τους στη συμμαχική αποστολή, είτε για άμεσο προσεταιρισμό τους είτε σαν ευκαιρία για διπλωματική προσέγγιση προς το φίλο γερμανικό λαό……………………
Στη Μόσχα 24 Δεκεμβρίου 1944
Με συντροφικούς χαιρετισμούς
Ίκα[FONT="][1][/FONT] Ζόργκε
ΥΓ. ……………………………………………………………………………………».
Στη μικτή βέβαια εκείνη, εκατονταμελή περίπου, ομάδα «στρατιωτικών και πολιτών» της Κριμαίας, η «υπό κρίση Γερμανία» δεν εκπροσωπούνταν, παρά μόνον από Επιστήμονες και «τεχνικούς των υποθαλάσσιων ερευνών»: εφτά άτομα, συνολικά. Το βράδυ της 23 Σεπτεμβρίου 1945, συνοδευόμενοι από «ανθρώπους του Ωνάση και των Ελλήνων Εφοπλιστών του Λονδίνου», θα τους υποδέχονταν, στο ειδικά στημένο για την «Αποστολή» στρατόπεδο, με τρικούβερτο γλέντι.
Το ταξίδι τους, από Μπουένος Άιρες, Μόντρεαλ, Λονδίνο και μέχρι εκεί στην παγωμένη ήδη Κριμαία, για μία εβδομάδα περίπου, είχε γίνει πρώτης προτεραιότητας ζήτημα ασφαλείας, για τις στρατιωτικές υπηρεσίες των «Συμμάχων». Το ενδεχόμενο να κινδύνευε ακόμη και η ζωή τους, από τα «απομεινάρια των Ναζί», ήταν για όλους το πρόσχημα, να επιδοθούν σε «υπερβολές των μυστικών υπηρεσιών» τους. Αλλά εκεί, στο άπλετα φωτισμένο στρατόπεδο, θα τους υποδέχονταν σαν «ελευθερωτές»: από το άγχος της ολοήμερης προσμονής τους.
Οι εργασίες της «Συμμαχικής Αποστολής» στο βυθό της Κασπίας κράτησαν δύο εικοσιτετράωρα. Αργά το βράδυ της 25ης Σεπτεμβρίου, η τελευταία ανάδυση, θα αφορούσε ένα πελώριο τετραγωνισμένο κομμάτι πάγου, όγκου περίπου 60 κυβικών μέτρων…
συνεχίζεται Νωεύς
[FONT="][1][/FONT] «Οικογενειακό» παιδικό προσωνύμιο του Ράιχαρτ Ζόργκε τ.σ.