ό,τι [óti] αντων. αναφ. (άκλ.) : στις πτώσεις της ονομαστικής και της αιτιατικής. I1. σε θέση ουσιαστικού ουδέτερου γένους ενικού αριθμού· αυτό το οποίο / που: Πάρε ~ θέλεις. Έχει ~ χρειαζόμαστε. Kάνε ~ νομίζεις. ~ έχω, είναι δικό σας, όλα όσα έχω. Διάβα σε ~ έχεις να διαβάσεις και τηλεφώνησέ μου. (προφ.) Tι θα παραγ γείλεις; -~ κι εσύ, ό,τι παραγγείλεις κι εσύ. ΦΡ και εκφράσεις ~ έχω και δεν έχω, τα πάντα, όλη μου η περιουσία, καθετί που θεωρούμε πολύτιμο, αναντικατάστατο κτλ. ~ έγινε* έγινε. ας γίνει* ~ θέλει. ~ ~, όσα όσα, σε πολύ μεγάλη ή μικρή τιμή ανάλογα με τα συμφραζόμενα: Tου έδιναν ~ ~ αρκεί να τους βοηθούσε, όσα πολλά κι αν τους ζητούσε. ~ έγινε / γίνεται δεν ξεγίνεται*. ~ κι ~, σε αποφατική πρόταση, για να χαρακτηρίσει κτ. σημαντικό και σπουδαίο: Aυτό το χαλί δεν είναι ~ κι ~. ΠAΡ ΦΡ ~ φέρνει η ώρα δεν το φέρνει ο χρόνος*.2. σε θέση επιθέτου με ουσιαστικό οποιουδήποτε γένους: ~ καιρό έχει εδώ έχει κι εκεί, όποιο. ~ ώρα τελειώσεις, έλα να μας δεις, οποιαδήποτε. Είπε ότι θα έρθει ~ ώρα μπορεί. ~ χρήματα χρειαστείς, θα τα έχεις, όλα όσα. ~ βιβλία σχετικά υπήρχαν τα συμβουλεύτηκε. || με επίθετο συγκριτικού βαθμού: ~ καλύτερο / ωραιότερο / εκλεκτότερο, αυτό το οποίο είναι το πιο καλό, ωραίο και εκλεκτό. Aυτό το βιβλίο είναι ~ πιο τελευταίο έχει γραφτεί γι΄ αυτό το θέμα. II. ~ και να / ~ κι αν, εισάγει αντίστοιχα δευτερεύουσες παραχωρητικές ή εναντιωματικές προτάσεις: ~ και να του πεις, δεν αλλάζει γνώμη. ~ και να κάνεις, ~ και να πεις, δεν πρόκειται να σε πιστέψουμε. ~ κι αν συμβεί, θα είμαστε μαζί σου. ~ δουλειά και να κάνει κανείς, η ξένη γλώσσα είναι απαραίτητη. Θα έρθουμε ~ καιρό κι αν έχει. (έκφρ.) ~ και να γίνει*.