Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να σταματήσει μια ψηλή από το να φορέσει ψηλά παπούτσια. Εμένα τουλάχιστον κανείς δεν με σταμάτησε, εκτός αν εξαιρέσεις το μισοβγαλμένο στρίνγκ μου δίπλα σε μια χελώνα καρέτα-καρέτα στη Ζάκυνθο, μαζί με ένα μπουκάλι Haig καρφωμένο στον οισοφάγο μου ώστε να τροφοδοτεί ακαταπαύστα το ανυπέρβλητο αίσθημα εθισμού στην C2H5OH. Τα παπούτσια τουλάχιστον ήταν ακόμα στη θέση τους όταν τελείωσα να καταπίνω.
Από την άλλη πλευρά μπορώ να σου διηγηθώ μια ιστορία με κάτι αντικαθεστωτικούς στη Βεγγάζη που με κυνηγούσαν μες τη μαύρη νύχτα γιατί από το ψηλό τακούνι με πέρασαν για γκαμήλα. Η τύχη μου βέβαια δεν ήταν καλύτερη με τους Κανταφικούς γιατί εκείνοι με πέρασαν για στύλο και προσπάθησαν να μου κρεμάσουν την πράσινη σημαία της επανάστασης. Ότι μπορεί κανείς κάνει...
Γκαμήλα είπα και θυμήθηκα εκείνη τη σπυριάρα την αγγούρω στο Λύκειο που με συναγωνιζόταν πάντα για το ποιά θα βάλει το πιό μακρύ τακούνι. Μαρία Γκαμήλα του Κάκτου και της Άμμου (σπουδαίοι γονείς, εργάτες στη σκληρή βιοπάλη των CEOs σε μεγάλη πολυεθνική με παχυλό μισθό). Κάποτε είχε τα γενεθλιάκια της θυμάμαι, ένα βράδυ που βρεχε, που βρεχε μονότονα, έφυγες αγάπη μου, ποιός σε πήρε να ξερα και να τον εσκότωνα (εκείνη την είχε πάρει η μισή έρημος... εεε το μισό σχολείο ενοούσα. Το άλλο μισό δε χώραγε!

).....
Α ναι, ένα βράδυ που βρεχε, που βρεχε μονότονα, έφυγες αγάπη μου, ποιός σε πήρε να ξερα και να τον εσκότωνα, έβαλε κάτι επίχρυσες γόβες με ένα τακούνι μεγαλύτερο κι από το λιθρίνι μου πριν την αλλαγή φύλου...
Ποιά ήτο η κατάληξις; Τη χτύπησε κεραυνός. Ήταν πιό ψηλή κι από εκείνη τη λεύκα στο διπλανό νεκροταφείο. Εκεί τη θάψανε τη σκρόφα, μαζί με τις γόβ... όχι, άσε, αυτές τις πήρα εγώ κρυφά όταν τη φορτώνανε στο ασθενοφόρο. Τι να φορτώσεις δηλαδή, 100 κιλά ξύγκι το κορμί, άλλα 100 το σμήγμα από τα σπυριά, σύνολο 200 (τα βλέπω και βάζω άλλα 50 είπε ο Σουγκλάκος όταν είδε το νεο στις ειδήσεις, καλή του ώρα εκεί που είναι, μιας και τον είχα δει στην Ομονοια πριν πεθάνει, στον ΗΣΑΠ να παίρνει το τρένο.)
Αναπόφευκτα δε, επέρχεται η ουσιώδης ερώτησις, τι νόημα μπορούν να έχουν όλες αυτές οι ιστορίες. Βαρυσήμαντο. Σαν τα κιλά της αγγούρως. Ποτέ δεν ξέρεις τι κακοτυχία μπορεί να σου συμβεί. Ένα απρόσμενο μπήξιμο από το μανουάλι του παπά, ή ένα ζωηρό παιδάκι που μπορεί να σου πετάξει ένα κουφέτο και να σου βγάλει το μάτι (ενώ αν είσαι τάπα θα περάσει απο πάνω). Και ξέρεις τι λένε, καλύτερα να σου βγούν τα μάτια στο κρεβάτι παρά στην εκκλησιά. Ποιός τον ακούει μετά το Θεο όταν θα μυξοκλαίει. Τις προάλλες φύσηξε τη μύτη του και ο Άγιος Πέτρος του φώναξε "Το καλύτερο κομμάτι πετάς ρε boss..."
Ωραία λοιπόν, καταλήγω σε μια γνώμη να ησυχάσει και το πλήθος που ήδη διαρρηγνύει τα ιμάτιά του από την πρότερη θρησκευτική αναφορά μου. (Worshipperjesus μην γελάσεις άμα μπεις ποτέ σε αυτό το θέμα, είμαι πιστός θαυμαστής του Αφεντικού

) Η γνώμη μου είναι κάθετη στο να μην βάλεις τα τακούνια. Γιατί; Γιατί θα είμαι κι εγω σ' αυτό το γάμο ρε με τη γόβα της νεκρής ξύγκως!!! Ναι, της ξύγκως. Τακατούκα τακατούκα θα ακούς το χρυσαφένιο μου γοβί και θα εύχεσαι να ήσουν ο κουμπάρος για να με πάρεις αγκαλιά πάνω σε μαγικά χαλιά, σε μαγικά χαλιά.... Α στα διάλα... Συγχίστηκα!
