Εγώ θυμάμαι τον όρο "Έντεχνο", την παλιότερη εποχή, να χρησιμοποιείται για να διαφοροποιήσει ένα τραγούδι ή μουσικό κομμάτι από το "Δημοτικό", το "Λαϊκό" και ιδίως απ' το Ρεμπέτικο. Έτσι, ο Θεοδωράκης άλλοτε έγραφε έντεχνα (πχ Του μικρού βοριά παράγγειλα, Δακρυσμένα μάτια, το Άξιον Εστί ως ολοκληρωμένο έργο, κλπ) και άλλοτε λαϊκά (πχ η Δραπετσώνα, Βράχο βράχο τον καημό μου), ενώ ο Χατζηδάκις θεωρείτο ότι έγραφε κυρίως έντεχνο, με λίγες εξαιρέσεις (Είμαι αητός χωρίς φτερά, Πού το πάνε το παιδί, Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω, όπου όμως το ζεϊμπέκικο δεν το έγραφε ως 9/8, αλλά ως σύνθετο μέτρο 2/4 και 3/4 και 4/4). Επίσης, το έντεχνο διαφοροποιήτο από το "Ελαφρό", μερικά δείγματα εκ των οποίων έγραψε ο Χατζιδάκις και πάλι, όπως το Πώς τον λεν τον ποταμό, Εκεί ψηλά στον Υμηττό, κλπ, ο Γιώργος Χατζηνάσιος, κλπ. Ακόμη, ο όρος "Έντεχνο" αναφερόταν σε μια κατηγορία τραγουδιών, όπως εκείνα του Αττίκ (τα κανταδόρικα, όπως τα έλεγαν αλλιώς), ή τα Αρχοντορεμπέτικα (πχ το Τραμ το Τελευταίο, Μανώλη Τραμπαρίφα, κλπ), για να τα διαχωρίσουν από το λαϊκό ή το ρεμπέτικο των κατώτερων τάξεων (ναι, ήταν ξεκάθαρα πολιτικό και ταξικό το θέμα εκείνη την εποχή).
Στο έντεχνο εντάσσονταν τραγούδια όπως αυτά του λεγόμενου "Νέου Κύματος" (Μια αγάπη για το καλοκαίρι, Άσπρα καράβια τα όνειρά μας, κλπ), με τραγουδιστές όπως ο Μιχάλης Βιολάρης, η Καίτη Χωματά, η Αρλέττα και συνθέτες όπως ο Γιάννης Σπανός (αυτός συνέχισε να γράφει έντεχνο μέχρι και στις μέρες μας σχεδόν), ο Λίνος Κόκκοτος και άλλοι. Στο έντεχνο εντάσσονταν και ο Μάνος Λοΐζος, ο Δήμος Μούτσης ή ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο οποίος βέβαια πειραματίστηκε, αρκετά επιτυχημένα για την εποχή του, στο να περάσει δημοτικούς δρόμους στα έντεχνα τραγούδια του, ο Θάνος Μικρούτσικος και άλλοι. Ο Σταύρος Ξαρχάκος μάλλον διακρίθηκε για τα λαϊκά του τραγούδια, με αποκορύφωμα το soundtrack της ταινίας Ρεμπέτικο, του Κώστα Φέρρη.
Γνωστοί εκφραστές του έντεχνου υπήρξαν ο Γιώργος Νταλάρας (αν κι έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τραγουδήσει λαϊκό, το οποίο ωστόσο δεν του πήγαινε ιδιαίτερα κατά τη γνώμη μου, με αποτέλεσμα για παράδειγμα ο Άκης Πάνου ν' αποκυρήξει την ερμηνεία του στον δίσκο που έκαναν μαζί, με τραγούδια όπως το βαρύ ζεϊμπέκικο "Επτά νομά σ' ένα δωμά"), η Χαρούλα Αλεξίου (η οποία επίσης έκανε μεγάλες επιτυχίες με λαϊκά τραγούδια, όπως η Γκαρσόνα, Δημητρούλα μου, κλπ), ο Γιάννης Πάριος, πριν το ρίξει στο εντεχνοκαψούρικο και μας γυρίσει όλους τ' άντερα (Τι ζητάς από ένα ράκος ψυχικό, Εγώ από μικρό παιδί πετροβολούσα τη ζωή, κλπ), η Μαρινέλλα (πριν το γυρίσει ξεκάθαρα στο ελαφρό), ο Κώστας Χατζής, η Δήμητρα Γαλάνη, η Μαρία Φαραντούρη, η Άλκυστις Πρωτοψάλτη και πολλοί άλλοι, μέχρι του σημείου που ο Τζίμης Πανούσης τραγούδησε το γνωστό άσμα "Όχι άλλο Νταλάρα, Πάριο κι Αλεξίου", όταν πλέον οι παλιοί είχαν φάει τα ψωμιά τους κι ήταν ώρα να πάνε σπίτια τους, πράγμα που δυστυχώς δεν έκαναν.
Πιστοί σ' αυτήν τη γραμμή διαδοχής, κατά τα μέσα της δεκαετίας του '80 κι έπειτα, εμφανίστηκαν νέοι τότε καλλιτέχνες, όπως οι Κατσιμιχαίοι, αργότερα ο Χρήστος Θηβαίος, οι Πυξ Λαξ, οι οποίοι είχαν κι έναν τόνο ροκ μέσα στα τραγούδια τους. Εκείνη την εποχή το γύρισε στο καθαρά έντεχνο και ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος προηγουμένως έγραφε έντεχνο με έντονα ροκ στοιχεία, αλλά και με χαρακτηριστικά δημοτικά στοιχεία (πχ ο Μπάλλος) [άλλος ένας που ήθελε να φλερτάρει με το λαϊκό, μάλλον αποτυχημένα ωστόσο. Χαρακτηριστική σκηνή που διηγείται ο ίδιος, όταν έγραψε το γνωστό του Ζεϊμπέκικο ("Μ' αεροπλάνα και βαπόρια"), πιστεύοντας ότι επιτέλους έγραψε ένα λαϊκό τραγούδι και το έδωσε στη Σωτηρία Μπέλλου να το ερμηνεύσει, εκείνη γύρισε και του είπε "Άντε ρε Νιόνιο, είχες δεν είχες μ' έβαλες να τραγουδήσω ροκ"!!].
Όπως βλέπουμε πολλοί εκφραστές του έντεχνου, συνθέτες κι ερμηνευτές, φλερτάρισαν, άλλος με μεγαλύτερη κι άλλος με μικρότερη επιτυχία, με το λαϊκό. Αυτό είχε ως παρενέργεια, στα μέσα της δεκαετίας του '90 να γεννηθεί το νώθο είδος του λεγόμενου "Έντεχνου Λαϊκού", ή όπως το λέμε με την κακή έννοια, "Εντεχνολαϊκού", με εκφραστές την πρωτοπόρο του είδους Ελευθερία Αρβανιτάκη, την Ελένη Τσαλιγοπούλου, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, τον Μανώλη Λυδάκη, τη Μελίνα Κανά, τον (άθλιο κατά τη γνώμη μου) Ορφέα Περίδη, τον Σωκράτη Μάλαμα κλπ. Προπάτορας του είδους μπορεί να θεωρηθεί ο Μανώλης Ρασούλης, ως στιχουργός και ως τραγουδοποιός, επίσης ο Νίκος Ξυδάκης και ως τραγουδιστής και τραγουδοποιός ο Νίκος Παπάζογλου, ο οποίος σημειωτέον μου αρέσει ιδιαίτερα.
Δυστυχώς, το είδος αυτό είναι κατά τη γνώμη μου, όπως προανέφερα, νώθο και ψευδεπίγραφο, τα περισσότερα δε τραγούδια του είδους είναι γεμάτα εκζήτηση και ψεύτικη κουλτούρα, νωθρότητα δίκην ατμόσφαιρας και ρηχό συναίσθημα με δόσεις με το ζόρι μελαγχολίας, με υφάκι του τύπου "κρίμα που μας τελείωσε το μαύρο", χωρίς να έχουν καμμία σχέση με την κατ' εξοχήν έννοια του λαϊκού τραγουδιού. Με λίγες εξαιρέσεις, όπως ο Παπάζογλου, Ο Αλκίνοος, ο Λυδάκης παλιότερα και ο καταπληκτικός Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ίσως σε μερικές περιπτώσεις και ο Μάλαμας, οι υπόλοιποι και ιδιαίτερα οι υπόλοιπες του είδους, οι οποίες συναγωνίζονταν ποια θ' αντιγράψει πρώτη την άλλη, καλύτερα θα ήταν να μην είχαν βγει ποτέ στο πάλκο, αν και γνωρίζω ότι πολλοί από εσάς θα διαφωνήσουν με την προσωπική μου αυτή γνώμη. Το λαϊκό δεν είχε καμμία θέση εκεί μέσα κι αν αυτή ήταν η μόνη δυνατή εξέλιξη του έντεχνου τραγουδιού, θα χαιρόμουν ιδιαίτερα να πέθαινε και να το κηδεύαμε.
Αυτά ως μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, με όσα συγκρατώ από μνήμης από τις μουσικές διαδρομές που έχω ακολουθήσει όλα τούτα τα χρόνια. Εδώ εκφράζω προσωπικές απόψεις και πάσα αντίρρηση δεκτή...