συνέχεια
«
Απʼ την Ανατολή κανείς φθάνει πιο γρήγορα στη Δύση…», του είχε υποδείξει το ασώματο κεφάλι του Δεσμώτη, καθώς είχε έρθει ο καιρός του αποχωρισμού τους και του επόμενου χρέους. Ήταν αρχαίο χρέος του ίδιου του Προμηθέα. Μα έπρεπε κανείς πρώτα να φθάσει στη Νωίδα και έπειτα να περάσει, στʼ ανατολικά της. Εκεί, όπου μέχρι τότε καμία ύπαρξη επί Γης δεν το είχε διανοηθεί να ταξιδέψει.
Μόνον για τους θεούς φαντάζονταν τον τόπο, όπου άρχιζε η Ανατολή και τέλειωνε η Δύση. Κι αν δεν ήταν η τόλμη και η αγάπη του φιλάνθρωπου αδελφού του, για «τις απαντήσεις που δεν είχαν ερωτήσεις», δεν θα είχε φθάσει ο ίδιος μόνος, ούτε να διαβεί καν τη δυτική πύλη της Νωίδας.
«
Για να πάει κανείς ίσια, που πρέπει να στρίψει;», ήταν η τελευταία του ερώτηση προς το αδέσποτο κεφάλι του αδελφού του. Κι εκείνος, με τον τρόπο του, του είχε δείξει τη χαμηλή και θεόστενη πύλη, στο ανατολικό άκρο της άυπνης πολιτείας.
Φάω- φαίνω- φάος- φως: φαντάζομαι! Φαντάζομαι να βρω τη φαντασία μου, μα δε τη βρίσκω. Ποτέ, κανείς δεν θα βρει τη φαντασία του αν ψάξει να τη βρει: «ούτε με τη φαντασία του»!
Όλοι οι Μύστες, όλοι οι Ιερείς, Μάγοι, Αποκρυφιστές, Άγγελοι κι Απόστολοι, Ιεροεξεταστές και Αιρετικοί, Βραχμάνοι, Σούφι και Αλχημιστές, Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές και λοιποί Επιστήμονες, Καταναλωτές, Αποταμιευτές και Δανειζόμενοι, όλοι αυτοί, όπως και όλα τα νήπια μαζί του κόσμου μπροστά σε μοιραίους ή περαστικούς παραμυθατζήδες, γνωρίζουν πως το λιγοστό φως της μονοφθαλμίας τους, το έχουν απʼ το νου τους και το χρωστάνε στη φαντασία τους.
Αν η συνείδηση πλέον, για σημαντική μερίδα της σύγχρονης ακαδημαϊκής κοινότητας, είναι φυσικό φαινόμενο, τότε θα έλεγα, ότι η φαντασία είναι η βασική της φυσική προϋπόθεση. Είναι φαινόμενο τόσο φαντασμαγορικό- όσο και ένα οποιοδήποτε πυροτέχνημα, πολλές φορές!- που θα ήταν ίσως πια προτιμότερο να το αναλάβουν κι αυτό, η νευροφυσιολογία, η κυβερνητική, η κβαντική μηχανική και η «Βιοηθική»: ως ειδικοί κλάδοι των «φυσικών επιστημών». Όπως κι αν έχει πάντως, η φαντασία αποτελεί σύνορο όμορων τόπων: Υποκείμενου και Αντικείμενου. Είναι μία πύλη χωρίς αμπάρα, μα αμόλυντη σαν άβατη, ανάμεσα στο σκοτάδι (μου) και στο φως (σου).
Δεν είναι ο λόγος. Αλλά χωρίς αυτή ο λόγος (σου), ποτέ δεν θα ερχόταν, απʼ το «επέκεινά» του. Γιʼ αυτό η φαντασία, κατά μία εντελώς «φυσιολογική συνέπεια», για τον κόσμο μας, δεν είναι παρά η πηγή του. Η φαντασία, ως φυσικό φαινόμενο, είναι δομημένη από δομές μη φανταστικές, τις δομές του κόσμου μας. Τίποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί αποκλειστικά ανθρώπινο στο κόσμο μας, δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει, πριν περάσει από το Π κεφαλαίο της φαντασίας. Κι όμως, από τότε που υπάρχουν οι «λαϊκές θρησκείες», δεν υπάρχει πιο γελοίο και αναξιόπιστο «ανθρώπινο χαρακτηριστικό» στη λαϊκή ηθική και «συνείδηση», από της φαντασίας τα πρωτότοκα.
Φανταστείτε τους ανθρώπους ενός λαού, που θα ξυπνούσαν ένα πρωινό και θα κατανοούσαν, ότι όλα εκείνα που πίστευαν ως πραγματικά δεν ήταν, παρά η απουσία της φαντασίας τους. Γιατί όταν οι άνθρωποι ενός οποιουδήποτε λαού μπερδεύουν την πραγματικότητα με τις φαντασίες των εν γένει θρησκειών τους, την πατάνε απλά, από την αλήθεια. Αφού φαντασία και πραγματικότητα, συνυπάρχουν το ίδιο στην αλήθεια. Ίσως μάλιστα χωρίς φαντασία, δύσκολα θα μπορούσε να γίνουν διακριτά μεταξύ τους, το ψέμα με την αλήθεια, το κακό με το καλό. Χωρίς φαντασία, δεν θα υπήρχαν ούτε καν αυτές ακόμη οι πιο θεμελιώδεις( ως «αυτονόητες») αντιθέσεις. Αφού χωρίς αλήθεια, φαντασία δεν υπάρχει. Η φαντασία μόνον αληθινή μπορεί να υπάρξει. Ποτέ δε δέχεται, στην πραγματικότητά της, να διαψευστεί, από ακροατές.
Ως όριο, η φαντασία εύκολα αναγνωρίζει, πως μοίρα της είναι να περιπαίζεται. Πότε, από τους «οικιακούς»
[FONT="][1][/FONT] της και πότε, από τους αρνητές της. Αλλά χωρίς τη φαντασία, θα μπερδεύονταν μεταξύ τους, ακόμη και η έλξη με την άπωση. Για φανταστείτε έναν Θεό, χωρίς φαντασία; Κι όμως, πιο πολύ από όλους, την κατατρέχουν και την κατακρίνουν προς το λαό, όλοι οι επί Γης εκπρόσωποί Του!
Η απουσία φαντασίας στα «λαϊκά», στα «μαζικά μυαλά», είναι πρώτιστη ευχή και μέριμνα της αποτελεσματικής διοίκησης και εξουσίας. Γιʼ αυτό μεριμνάει πάντα να τα γεμίζει με δικά της φαντάσματα. Η εξουσία γνωρίζει, ότι η δύναμή της εκπορεύεται από τη φαντασιακή βαρύτητα των συμβόλων της. Η εξουσία, πολλές φορές, γίνεται τόσο πειστική για το αξιοσέβαστο των συμβόλων της, που φθάνει μέχρι το σημείο να τα «πιστέψει» και η ίδια. Κανονικά όμως, η φαντασία ποτέ δεν είναι πιστή: ως φυσικό φαινόμενο, είναι ρεαλιστική. Τι άλλο ήθελε να εννοήσει ο Ιωάννης στην αρχή του ευαγγελίου του, όταν γράφει, «και ο λόγος είναι το φως»; Ή μήπως το φως δεν είναι «ρεαλιστικό»; Μη γένοιτο και …μη χειρότερα!
Δεν θα ήταν ορθό και ακέραιο να φανταστεί κανείς τη φαντασία, σαν το φανάρι κάθε «φωτισμένου νου». Ούτε ο Γκοτάμα Βούδας χρειάστηκε λαμπτήρα στο μυαλό του, για να φωτιστεί, αλλά ούτε και ο Ιησούς Χριστός στολίστηκε με χριστουγεννιάτικα φωτάκια («made China»), για να μεταμορφωθεί. Γιατί η φαντασία, μπορεί και μένει αμετακίνητη στο μυαλό του ανθρώπου, αλλά έχει κίνηση και είναι εκτατική, έως και επεκτατική. Πάντα παραμένει η πύλη, ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως. Απλά το βάθος της, πάντα επεκτείνεται αμφίδρομα. Εξ ου και η γνωστή («θρησκευτική»

απόσταση «μεταξύ ανθρώπου και Θεού»: ένα τούνελ μόλις, με μερικά ζικ ζακ!.
Ίσως ο πλέον αποτελεσματικός εχθρός, αντίπαλος της φαντασίας, από καταβολής ανθρώπου, αναδειχθεί η οθόνη. Ίσως αυτή να είναι το «όριό» της. Η οριακότητα όμως αυτή συνεπάγεται ταυτόχρονα και μία κάποια «οριοθέτηση» της «ιστορικής ανθρωπινότητας» ή, καλύτερα του «ανθρώπου», όπως τον εννοούν οι πιο ευφάνταστοι Παρελθοντολόγοι.
[FONT="][1][/FONT] Ματθ. Ι΄, 36 τ.σ.