Οι τρεις ερωτήσεις...

venividivici

Τιμώμενο Μέλος

Η venividivici αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 16,754 μηνύματα.
Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνεις κάτι;
Ποιο είναι το ποιο σπουδαίο πρόσωπο;
Ποια είναι η πιο σημαντική πράξη;


Το θέμα αυτό είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο του Jon J. Muth
Οι τρεις ερωτήσεις

Μια πανέμορφη ιστορία για το σημαντικό, το σπουδαίο και το καλό, βασισμένη σε ένα παραμύθι του Λέοντα Τολστόι
;)

Ζούσε κάποτε ένα αγόρι που το λέγανε Νικολάι και που πολύ συχνά καθόταν και σκεφτόταν ποια μπορεί να είναι η σωστή πράξη που θα έπρεπε να κάνει στη ζωή του."Θέλω να γίνω ένας καλός άνθρωπος", έλεγε στους φίλους του, "αλλά δεν ξέρω πως να το κάνω". Οι φίλοι του τον καταλάβαιναν και θέλανε πολύ να τον βοηθήσουν.
"Μόνο αν βρω τις σωστές απαντήσεις σε τρεις ερωτήσεις" συνέχιζε ο Νικολάι, "θα είμαι σίγουρος πως ό,τι κάνω θα είναι και το σωστό".
Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνεις κάτι;
Ποιο είναι το ποιο σπουδαίο πρόσωπο;
Ποια είναι η πιο σημαντική πράξη;
Οι φίλοι του Νικολάι πήραν να σκέφτονται...Και η Σόνια, η ερωδιός, μίλησε και είπε: "Για να ξέρεις πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνεις κάτι, πρέπει πρώτα να έχεις σχεδιάσει το πως θα το κάνεις". Ο Γκόγκολ, ο πίθηκος, που ήταν εκεί γύρω και ψαχούλευε ανάμεσα στα φυλλώματα των δέντρων για να βρει κάτι να φάει, είπε: "Θα καταλάβεις πότε πρέπει κάτι να το κάνεις, αν πάντα παρακολουθείς με προσοχή το τι γίνεται γύρω σου". Τότε, ο Πούσκιν ο σκύλος, μισάνοιξε τα μάτια του, αναδεύτηκε και είπε: "Δεν μπορεί κανείς μοναχός του όλα να τα παρακολουθεί. Χρειάζεται και τη συμπαράσταση κάποιου τρίτου. Να, για παράδειγμα, Γκόγκολ, πρόσεξε γιατί μια καρύδα ετοιμάζεται να πέσει πάνω στο κεφάλι σου".
Ο Νικολάι σκέφτηκε για λίγο όλα αυτά και μετά έκανε τη δεύτερη ερώτησή του: "Και ποιο μπορεί να είναι το πιο σπουδαίο πρόσωπο;""Αυτό που είναι όσο πιο κοντά γίνεται στον παράδεισο" Είπε η Σόνια και πέταξε μέσα στο γαλάζιο του ουρανού. "Όποιος προσφέρει ανακούφιση σε κάθε άρρωστο και πονεμένο" είπε ο Γκόγκολ ξύνοντας το κεφάλι του. "Αυτός που σου λέει το τι επιτρέπεται και τι όχι", γάβγισε ο Πούσκιν.
Ο Νικολάι πήρε κι άλλο να σκέφτεται και μετά έκανε την τρίτη του ερώτηση: "Και ποια τάχα είναι η πιο σωστή πράξη;" "Το να πετάς!" είπε η Σόνια. "Το να διασκεδάζεις κάθε στιγμή και ώρα!" γέλασε ο Γκόγκολ. "Να μάχεσαι!" γάβγισε ο Πούσκιν.
Το αγόρι όμως συνέχιζε να σκέφτεται. Αγαπούσε τους φίλους του. Ήξερε πως κι αυτοί κάνανε ό,τι μπορούσαν για να τον βοηθήσουν. Αλλά οι απαντήσεις τους δεν πρέπει να ήταν απόλυτα σωστές.
Και τότε του ήρθε μια ιδέα! Ξέρω τι θα κάνω! σκέφτηκε. Θα πάω να ρωτήσω τον Λέοντα, τη χελώνα. Ζει πάνω από εκατό χρόνια. Σίγουρα αυτός θα ξέρει να μου πει τις απαντήσει που ζητάω.
Κι ο Νικολάι πήρε να σκαρφαλώνει στο ψηλό βουνό, όπου η γέρικη χελώνα ζούσε ολομόναχη. Όταν ο Νικολάι έφτασε, βρήκε τον Λέοντα να σκάβει τον κήπο του. Η χελώνα ήταν πολύ γέρικη και το σκάψιμο ήταν πια κουραστικό γι' αυτήν. "Έχω τρεις ερωτήσεις και θα ήθελα τη βοήθειά σου", είπε ο Νικολάι. "Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνεις κάτι; Ποιο μπορεί να είναι το πιο σπουδαίο πρόσωπο; Και ποια είναι η πιο σημαντική πράξη;"
Ο Λέων άκουσε προσεκτικά, αλλά το μόνο που έκανε ήταν απλώς και μόνο να χαμογελάσει. Και μετά συνέχισε να σκάβει."Πρέπει να κουράστηκες", αποφάσισε κάποια στιγμή να πει ο Νικολάι. "Άσε με να σε βοηθήσω!". Η χελώνα του έδωσε το φτυάρι και τον ευχαρίστησε.
Και επειδή είναι πιο εύκολο σε ένα αγόρι να σκάβει από ό,τι ένας γέρος, ο Νικολάι συνέχισε το σκάψιμο μέχρι που όλος ο κήπος ήταν έτοιμος. Και ήταν μόλις που είχε τελειώσει όταν σηκώθηκε δυνατός άνεμος και μια δυνατή βροχή ξέσπασε. Καθώς τρέχανε να προφυλαχτούνε μέσα στη καλύβα της χελώνας, ο Νικολάι άκουσε κάποιον να φωνάζει για βοήθεια.
Πήρε τρέχοντας να κατεβαίνει το μονοπάτι και είδε ένα Πάντα που είχε σπάσει το πόδι του καθώς ένα κλαρί είχε πέσει πάνω του. Προσεχτικά ο Νικολάι μετέφερε το τραυματισμένο ζώο στην καλύβα του Λέοντα και αμέσως έφτιαξε από καλάμια ένα νάρθηκα για το σπασμένο πόδι. Η καταιγίδα λυσσομανούσε, και πόρτες και παραθυρόφυλλα χτυπούσαν από τον αέρα. Το Πάντα ξύπνησε. "Που βρίσκομαι;" ρώτησε. "Το παιδί μου που είναι;" Το αγόρι βγήκε από την καλύβα και πήρε ξανά τρέχοντας το μονοπάτι.
Η βοή της καταιγίδας τον ξεκούφαινε και η δυνατή βροχή τον εμπόδιζε να βλέπει καλά που πατούσε. Μα αυτός ολοένα και πιο βαθιά έμπαινε μέσα στο δάσος. Μέχρις ότου βρήκε το παιδί του Πάντα. Πεσμένο στο βρεγμένο χώμα, έτρεμε από το κρύο. Το μικρό Πάντα μπορεί να ήταν μουσκεμένο και καταφοβισμένο, αλλά ζωντανό. Ο Νικολάι το έφερε στην καλύβα, το στέγνωσε και το ζέστανε. Και μετά το έβαλε μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του.
Ο Λέων χαμογέλασε καθώς παρακολουθούσε όλα όσα έκανε το αγόρι.
Το επόμενο πρωινό ο ήλιος ήταν φωτεινός, τα πουλιά κελαηδούσαν κι όλη η φύση έλαμπε. Το πόδι του Πάντα πήγαινε καλύτερα και το ζωάκι ευχαρίστησε τον Νικολάι για ό,τι είχε κάνει γι' αυτό και το παιδί του. Πάνω στην ώρα, να που φτάσανε η Σόνια, ο Γκόγκολ και ο Πούσκιν, που θέλανε να δούνε πως τα πάει ο φίλος τους.
Ο Νικολάι αισθανότανε υπέροχα. Είχε θαυμάσιους φίλους και είχε σώσει το Πάντα και το παιδί του. Αλλά και κάτι υπήρχε που τον στεναχωρούσε. Ακόμα δεν είχε βρει τις απαντήσεις στις τρεις ερωτήσεις του. Κι έτσι ρώτησε για μια ακόμα φορά τον Λέοντα. Η γέρικη χελώνα κοίταξε το αγόρι μέσα στα μάτια. "Μα οι ερωτήσεις σου έχουν απαντηθεί!" είπε. "Πότε;" ρώτησε το αγόρι.
"Χτες αν δεν είχες μείνει να με βοηθήσεις στο σκάψιμο δεν θα είχες ακούσει τις κραυγές του Πάντα. Άρα, η πιο κατάλληλη στιγμή για να κάνεις κάτι είναι όταν σκάβεις ένα κήπο. Κι εκείνη τη στιγμή το πιο σπουδαίο πρόσωπο ήμουνα εγώ και το πιο σημαντικό πράγμα που είχες να κάνεις ήταν α με βοηθήσεις στις δουλειές του κήπου μου."
"Αργότερα, όταν βρήκες το τραυματισμένο Πάντα δεν είχες τίποτε πιο σωστό να κάνεις από το να φροντίσεις το πονεμένο πόδι του και να σώσεις το παιδί του. Κι εκείνη τη στιγμή, το Πάντα και το παιδί του ήταν για σένα τα πιο σπουδαία πρόσωπα. Και το πιο σημαντικό που είχες να κάνεις ήταν να τους φροντίσεις και να τους κάνεις να αισθανθούνε ασφαλείς..."
"Να θυμάσαι πάντα πως υπάρχει μόνο μια σημαντική στιγμή, κι αυτή κάθε φορά είναι εκείνη που ζούμε. Το πιο σπουδαίο πρόσωπο είναι πάντα εκείνο που τυχαίνει να βρίσκεται δίπλα σου και η πιο σημαντική πράξη που έχεις να κάνεις είναι πάντα αυτή που αφορά το καλό αυτού του προσώπου. Αυτές, λοιπόν, είναι, καλό μου αγόρι, οι τρεις απαντήσεις που ψάχνεις και είναι ό,τι πιο σημαντικό και σπουδαίο πρέπει στη ζωή σου να κάνεις..." ... Είναι ο λόγος για τον οποίο γεννηθήκαμε και υπάρχουμε σε αυτόν εδώ τον κόσμο".
Εσείς τι απαντήσεις θα δίνατε σε αυτές τις τρεις ερωτήσεις;
Οι τρεις ερωτήσεις αλλά και οι απαντήσεις τους είναι ή δεν είναι αλληλένδετες μεταξύ τους;
Χρόνος= παρελθόν, παρόν ή μέλλον;
Πρόσωπο=ο κάθε ανθρωπος ακόμη και ο εχθρός μας ή μόνο οι φίλοι και οι γνωστοί μας, οι δικοί μας άνθρωποι;
Πράξη=καλή ή κακή;
 

venividivici

Τιμώμενο Μέλος

Η venividivici αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 16,754 μηνύματα.
Τα τρία ερωτήματα - Λέων Τολστόι
Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγμή για ν’αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θα πρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα να κάνει, δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.

Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αμοιβή σ’εκείνον που θα του μάθαινε ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκαίοι άνθρωποι και πως θα μπορούσε να ξέρει ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήματα. Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήματος, μερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραμμα ημερών, μηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα μπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγμή.

Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο ν’αποφασίσει κανείς εκ των προτέρων την κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε μάταιες ενασχολήσεις, θα μπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συμβαίνει και τότε να κάνει ό,τι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ό,τι συμβαίνει, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, γι΄ αυτό θά πρεπε να έχει ένα συμβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγμή για κάθε τι.

Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δε θα μπορούσαν να περιμένουν να εξεταστούν από ένα συμβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αμέσως αν θα τα επιχειρήσει ή όχι. Για να μπορεί να όμως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει να εκ των προτέρων τι πρόκειται να συμβεί. Μόνο μάγοι μπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συμβουλεύεται μάγους.

Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτημα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύμβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεμιστές.
Στο τρίτο ερώτημα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, μερικοί απάντησαν ότι πιο σπουδαίο πράγμα στο κόσμο είναι οι επιστήμες. Άλλοι είπαν ότι είναι η πολεμική επιδεξιότητα, και άλλοι πάλι ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.

Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συμφώνησε σε καμιά απ’ αυτές και σε καμιά δεν έδωσε σημασία. Αλλά θέλοντας ακόμη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συμβουλευτεί έναν ερημίτη πολύ γνωστό για την σοφία του. Ο ερημίτης ζούσε σ’ ένα δάσος απ’ το οποίο δεν απομακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους. Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερημίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε μόνος του.

‘Όταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερημίτης έσκαβε τη γη μπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει. Ο ερημίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώμα, ανάπνεε βαριά. Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ ερημίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγματα: Πώς θα μάθω να κάνω το κατάλληλο πράγμα στην κατάλληλη στιγμή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζομαι περισσότερο και επομένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή»; Ο ερημίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καμιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάμες του και ξανάρχισε το σκάψιμο. «Είσαι κουρασμένος», είπε ο βασιλιάς, «άσε με να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα».

«Ευχαριστώ», είπε ο ερημίτης και δίνοντας την αξίνα στο βασιλιά κάθισε κάτω στο χώμα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταμάτησε και επανέλαβε τα ερωτήματά του. Ο ερημίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε μένα να δουλέψω λιγάκι». Ο βασιλιάς όμως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε μια ώρα και άλλη μια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώμα και είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για μια απάντηση στα ερωτήματά μου. Αν δεν μπορείς να μου δώσεις καμιά, πες το μου να γυρίσω στο σπίτι μου».

«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερημίτης. «Ας δούμε ποιος είναι». Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας με τα χέρια του το στομάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάμι το αίμα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυμος στο χώμα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό. Ο βασιλιάς και ο ερημίτης ξεκούμπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα μεγάλο τραύμα στο στομάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα μπορούσε και το έδεσε με το μαντήλι του και με μια πετσέτα που τού δωσε ο ερημίτης. Αλλά το αίμα δε σταματούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσμο, μουσκεμένο από καυτό αίμα, τον έπλενε και ξανάδενε το τραύμα. Όταν σταμάτησε να τρέχει το αίμα, ο πληγωμένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο μεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς με τη βοήθεια του ερημίτη μετέφερε τον πληγωμένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωμένος, έκλεισε τα μάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασμένος απ’το περπάτημα και τη δουλειά που είχε κάνε, που κάθισε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιμήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα. Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν μπορέσει να θυμηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειοφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και με φλογισμένα μάτια.

«Συγχώρεσε με», είπε ο γενειοφόρος άνδρας με μια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε. «Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε με ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είμαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει μόνος σου να δεις τον ερημίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ημέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα μου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί με αναγνώρισαν και με τραυμάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’ την αιμορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύμα μου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ μου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους μου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσε με».

Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστημένος που είχε συμφιλιωθεί τόσο εύκολα με τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του. Αφού έφυγε απ’ τον πληγωμένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερημίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόμη μια φορά να απαντήσει στα ερωτήματα που του είχε κάνει. Ο ερημίτης ήταν έξω γονατισμένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια που ‘χαν σκαφτεί την προηγούμενη μέρα.

Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήματά μου, σοφέ άνθρωπε». «Μα έχουν ήδη απαντηθεί», είπε ο ερημίτης, σκύβοντας ακόμα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν μπροστά του.«Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.

«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερημίτης. «Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναμία μου και δεν είχες σκάψει για μένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες μετανιώσει που δεν έμεινες μαζί μου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγμή ήταν όταν έσκαβες τ’ αυλάκια, κι εγώ ήμουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να μου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε μας, η πιο σπουδαία στιγμή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύμα του, θα πέθαινε χωρίς να συμφιλιωθεί μαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά.

Να θυμάσαι λοιπόν: Υπάρχει μόνο μία στιγμή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί είναι η μόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναμη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός μαζί με τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε με κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να του κάνεις καλό, γιατί μόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’αυτόν τον κόσμο!».
Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας κάπου αλλού θα πρέπει να τρέχεις τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο...
 

fantasmenos

Τιμώμενο Μέλος

Η Διαταραγμένη Προσωπικότητα αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Επαγγέλεται Θεολόγος και μας γράφει απο Μαυροβούνιο (Ευρώπη). Έχει γράψει 2,292 μηνύματα.
η Σόνια, η ερωδιός, [...] Ο Γκόγκολ, ο πίθηκος [...] ο Πούσκιν ο σκύλος, ο Λέοντας η χελώνα
Μόνο ο Φιοντόρ, ο ποντικός λείπει
 

venividivici

Τιμώμενο Μέλος

Η venividivici αυτή τη στιγμή δεν είναι συνδεδεμένη. Έχει γράψει 16,754 μηνύματα.
Μια πρώτη εξωτερική απάντηση βρήκα από την Βίκυ Νάκου Δίδυμη ευτυχία

Εγώ όμως θα τολμήσω να προτείνω σ’ όλους τους νέους γονείς… ένα παραμύθι. Πρόκειται για τις «Τρεις ερωτήσεις» του Muth, μια πανέμορφη ιστορία για το σημαντικό, το σπουδαίο και το καλό, βασισμένη σε ένα παραμύθι του Λέοντα Τολστόι. Ένα αγόρι, συντροφιά με τους φίλους του τα ζώα, αναζητά την απάντηση σε τρεις ερωτήσεις:
  • Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνεις κάτι;
  • Ποιο είναι το πιο σπουδαίο πρόσωπο;
  • Ποια είναι η πιο σημαντική πράξη;
Μέσα από τις περιπέτειές του, φτάνει στη λύση:
«...να θυμάσαι πάντα πως υπάρχει μόνο μια σημαντική στιγμή, κι αυτή κάθε φορά είναι εκείνη που ζούμε. Το πιο σπουδαίο πρόσωπο είναι πάντα εκείνο που τυχαίνει να βρίσκεται δίπλα σου κι η πιο σημαντική πράξη που έχεις να κάνεις είναι πάντα αυτή που αφορά το καλό αυτού του προσώπου. Αυτές είναι οι τρεις απαντήσεις που ψάχνεις κι είναι ό,τι πιο σημαντικό και σπουδαίο πρέπει στη ζωή σου να κάνεις…»
Αν μια νταντά γνωρίζει αυτό το πανέμορφο παιδικό βιβλίο, ή μπορεί με απλά λόγια να απαντήσει στις παραπάνω τρεις ερωτήσεις, τότε κρατήστε την!
Αυτό το κείμενο θα ήθελα να το αφιερώσω στην μητέρα μου, γιατί για εκείνη η πιο κατάλληλη στιγμή ήταν η στιγμή που βρισκόταν με τα παιδιά μου, όταν εγώ έλειπα, το πιο σπουδαίο πρόσωπο ήταν τα παιδιά μου κι η πιο σημαντική πράξη της ήταν η αμέριστη φροντίδα σε αυτά!
Αφιερωμένο αυτό το θέμα στα παιδάκια που αγαπώ!:redface:;)
 

Χρήστες Βρείτε παρόμοια

  • Τα παρακάτω 0 μέλη και 1 επισκέπτες διαβάζουν μαζί με εσάς αυτό το θέμα:
    Tα παρακάτω 0 μέλη διάβασαν αυτό το θέμα τις τελευταίες 60 μέρες:
  • Φορτώνει...
Top